Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

hasta la victoria siempre

Κανείς δεν υποστήριξε, ότι η Κούβα του Fidel ήταν παράδεισος. Ηταν όμως σε πολύ καλύτερη κατάσταση απο τις γειτονικές χώρες, με τις οποίες είχε την ίδια ιστορία, ανάλογο πληθυσμό και αντίστοιχες πλουτοπαραγωγικές πηγές.

Η Κούβα του Fidel δεν είχε πλούσιους, ούτε ουρανοξύστες και πολυτελείς βίλες. Δεν είχε επάρκεια καταναλωτικών αγαθών ούτε πολυτελή προϊόντα, που υπάρχουν ακόμα και στις φτωχότερες χώρες του πλανήτη, όπως η γειτονική Αιτή. Κατά αυτή την έννοια, η Κούβα του Fidel δεν ήταν «ελεύθερη» χώρα καθώς δεν ακολουθούσε τις αρχές του δυτικού καπιταλισμού, όπου αυτοί που έχουν λεφτά μπορούν να αγοράσουν τα πάντα.

Στην Κούβα του Fidel δεν γινόταν εκλογές και η χώρα δεν είχε κυβέρνηση και αντιπολίτευση αλλά μόνο κυβέρνηση και αντιφρονούντες, οι οποίοι προσπαθούσαν να ανατρέψουν την κυβέρνηση και συλλαμβάνονταν ή εξορίζονταν  όταν ενοχλούσαν πολύ. Και κατά αυτή την έννοια, η Κούβα του Fidel δεν ήταν «δημοκρατική» χώρα, όπως οι δικές μας όπου γίνονται εκλογές κάθε 4 χρόνια με διάφορα κόμματα να ανταγωνίζονται για την ψήφο του λαού και τελικά να εφαρμόζουν ότι υπαγορεύουν οι διεθνείς κανόνες της οικονομίας, οι χρηματοοικονομικοί δείκτες και τα συμφέροντα των ισχυρών. 

Στην Κούβα του Fidel δεν μπορούσες να «προκόψεις» καθώς δεν επιτρεπόταν να αναπτύξεις επιχειρηματική δραστηριότητα εκτός από κάτι μαγαζάκια και μικρο-καλλιέργειες, από τα οποία όμως έβγαζες με το ζόρι κάτι περισσότερο από ένα μεροκάματο. Κατά αυτήν την έννοια, η Κούβα του Fidel δεν ήταν «ελεύθερη» χώρα αφού δεν μπορούσε ο κάθε ένας να γίνει πλούσιος, όπως μπορεί εδώ. Ούτε ίσχυαν οι κανόνες της ελεύθερης αγοράς, αφού οι τιμές καθορίζονταν από το κράτος και άρα δεν μπορούσες να κερδίσεις όσο ήθελες, όπως εδώ.

Στην Κούβα του Fidel δεν επιβραβευόταν η ικανότητα και η εργατικότητα, όπως εδώ όπου οι ικανοί γίνονται πλούσιοι και οι ανίκανοι μένουν φτωχοί. Στην Κούβα του Fidel οι περισσότεροι πολίτες ήταν δημόσιοι υπάλληλοι, άρα κοπρίτες καθώς δεν είχαν κίνητρο να δουλέψουν όπως εμείς, πού όταν δουλεύουμε με υπευθυνότητα και αυτοθυσία, ο εργοδότης μας ανταμείβει με αυξήσεις και διάφορες παροχές. Φυσικά, στην Κούβα του Fidel δεν είχαν ανεργία και πληρωνόταν για την δουλειά τους, αλλά τι να το κάνεις, με τους μισθούς που παίρνανε.

Η Κούβα του Fidel ήταν πίσω από τον κόσμο καθώς δεν είχε επαφές με τα περισσότερα κράτη του πλανήτη. Τα αυτοκίνητά τους ήταν παλιά, το ίδιο και όλα τα μηχανήματα και θύμιζε την Ελλάδα του 1950. Δεν μπορούσες να αγοράσεις το καινούργιο i-phone ούτε το καινούργιο μοντέλο της Porsche, όπως μπορείς εδώ και ούτε να δεις την καινούργια ταινία του Harry Potter αμέσως μόλις κυκλοφορήσει. Κατά αυτή την έννοια, η Κούβα του Fidel δεν ήταν «ελεύθερη» χώρα όπως εμείς που μπορούμε να προμηθευόμαστε ότι θέλουμε και όποτε το θέλουμε. Κάποιοι μπορεί να πουν ότι η απομόνωση της Κούβας ήταν αποτέλεσμα του εμπάργκο που έκαναν οι ΗΠΑ στην Κούβα για πάνω από 50 χρόνια, αλλά για αυτό φταίει ο Fidel που προκάλεσε τον «ελεύθερο» κόσμο με την στάση του.

Η Κούβα του Fidel δεν είχε σύγχρονα νοσοκομεία με τελευταίας τεχνολογίας μηχανήματα, ούτε μπορούσες να βρεις τα νέα φάρμακα που σώζουν ζωές καθώς το εμπάργκο – για το οποίο έφταιγε ο Fidel - δεν επέτρεπε την δραστηριοποίηση των πολυεθνικών φαρμακευτικών εταιρειών με την σπουδαία έρευνα και την μεγάλη συνεισφορά στην υγεία. Επιπλέον, δεν επιτρεπόταν τα ιδιωτικά νοσοκομεία ούτε οι ιδιώτες γιατροί και η περίθαλψη ήταν δωρεάν για όλους με αποτέλεσμα οι γιατροί να μην έχουν κίνητρο να εξελιχθούν. Κατά αυτή την έννοια, η Κούβα του Fidel δεν ήταν «ελεύθερη» χώρα όπως η δική μας, όπου ο κάθε πολίτης μπορεί να διαλέξει τον ιατρό του και το νοσοκομείο που θα νοσηλευθεί και ο καλός γιατρός αμείβεται καλύτερα από τον κακό. Φυσικά είναι αξιοπερίεργο πώς η χώρα αυτή λένε ότι είχε ένα από τα καλύτερα συστήματα υγείας στον κόσμο χωρίς ιδιώτες γιατρούς και πολυεθνικές εταιρείες, αλλά μάλλον αυτή είναι η προπαγάνδα του Fidel.

Η Κούβα του Fidel δεν είχε παιδεία όπως η δικιά μας. Δεν είχε ούτε ιδιωτικά σχολεία ούτε φροντιστήρια και όλα ήταν δωρεάν. Στα σχολεία δεν ενδιαφέρονταν να δώσουν στα παιδιά τους τα εφόδια που θα τα κάνουν «ανταγωνιστικά» στην εργασία, αφού έτσι και αλλιώς όλοι θα εύρισκαν δουλειά και μάλιστα στο δημόσιο με το ίδιο μισθό. Κατά αυτή την έννοια, η Κούβα του Fidel δεν ήταν «ελεύθερη» χώρα αφού δεν φρόντιζαν να ξεχωρίσουν τους άριστους και να τους ανταμείψουν στην συνέχεια, όπως εδώ. Το εκπαιδευτικό τους σύστημα επικεντρώνονταν σε άχρηστες γνώσεις, όπως η ιστορία, η φιλοσοφία και η αγωγή του πολίτη και υστερούσαν ιδιαίτερα σε αυτά που μαθαίνουν τα δικά μας παιδιά, όπως οι υπολογιστές και οι εξειδικευμένες τεχνικές επιστήμες που τα προετοιμάζουν να γίνουν χρήσιμοι πολίτες. 
      
Όπως και να το δει κανείς, η Κούβα του Fidel ήταν μια ιδιαίτερη χώρα. Ελεύθερη ή όχι είχε καταφέρει να έχει ένα ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο για το μέσο πολίτη και κοινωνικές παροχές για όλους, σε καλύτερο επίπεδο από τις αντίστοιχες χώρες της περιοχής της. Ας μην ξεχνάμε, ότι η Κούβα είναι μια χώρα μικρότερη από την Ελλάδα, με αντίστοιχο πληθυσμό που ήταν έως το 1898 αποικία των Ισπανών και στην συνέχεια υπό την κηδεμονία των ΗΠΑ, άμεσα έως το 1925 και έμμεσα - μέσω δικτατοριών - έως το 1959.  Οι πλουτοπαραγωγικές της πηγές ήταν πάντα το ζαχαροκάλαμο, ο καφές και ο καπνός τα οποία παραγόταν σε καθεστώς δουλοπαροικίας ώστε να εξάγονται σε χαμηλές τιμές, ενώ τα χρόνια της αμερικάνικης κηδεμονίας η Κούβα προσέθεσε στις δραστηριότητές της και αυτή του τουριστικού θέρετρου που συνδύαζε ποτό, sex και τζόγο. Η Κούβα χωρίς τον Fidel θα ήταν σήμερα σε ανάλογη κατάσταση με την γειτονική Αιτή, την Ονδούρα ή την Γουατεμάλα που παρόλο που είναι «ελεύθερες» χώρες έχουν πολύ χειρότερο μέσο βιοτικό επίπεδο, υγεία και παιδεία από την Κούβα. Φυσικά, οι χώρες αυτές έχουν μια τάξη ολιγαρχών, με τις αντίστοιχες βίλες και ακριβά αυτοκίνητα και όλα τα καταναλωτικά αγαθά της ανεπτυγμένης Δύσης για αυτούς που μπορούν να τα αγοράσουν. 

Ο ίδιος ο Fidel ήταν επίσης ιδιαίτερος άνθρωπος. Νόθος γιός γαιοκτήμονα, ο οποίος τον αναγνώρισε και του έδωσε το όνομά του (Castro), μεγάλωσε και σπούδασε ως αστός και υιοθέτησε τις επαναστατικές ιδέες στην εξέλιξη του. Γυναικάς, πότης και λάτρης των έντονων εμπειριών. Η επανάσταση ήταν για αυτόν τρόπος ζωής και αυτοσκοπός. Ο Fidel μαζί με τον Τσε Γκεβάρα ενσάρκωσαν για εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον πλανήτη, τα σύμβολα της  επανάστασης και της εμμονής στον στόχο. Επαναστάτης ή δικτάτορας, ο Fidel ήταν αναμφισβήτητα μία από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες του 20ου αιώνα που αγαπήθηκε και μισήθηκε από πολλούς. Κυβέρνησε την Κούβα για πάνω από 50 χρόνια δημιουργώντας ένα δικό του σοσιαλιστικό μοντέλο διακυβέρνησης στο υπογάστριο των ΗΠΑ, αμφισβητώντας τον ηγεμονικό τους ρόλο στην αμερικάνικη ήπειρο. Ως κυβερνήτης ήταν αυταρχικός αλλά λιτός και επιβίωσε από 634 απόπειρες δολοφονίας. Στα επιτεύγματά του συγκαταλέγονται η μείωση του αναλφαβητισμού σε επίπεδα ανεπτυγμένου κόσμου και η δημιουργία συστήματος υγείας που ζηλεύουν οι περισσότεροι αμερικάνοι. Αύξησε το κατά κεφαλή ΑΕΠ κοντά στις 10.000 $, υψηλότερο από πολλά κράτη της Λατινικής Αμερικής. Κυρίως όμως, έδωσε αξιοπρέπεια στους φτωχούς Κουβανούς, οι οποίοι ξέφυγαν από την δουλοπαροικία, την πορνεία και την εξαθλίωση της προ Fidel εποχής.
    
Όσοι επισκέφθηκαν την Κούβα του Fidel συμφωνούν σε ένα πράγμα. Οι άνθρωποι εκεί είναι γελαστοί και  χαίρονται την ζωή με τα λίγα που έχουν. Δεν ξέρω αν αυτό είναι έμφυτο αυτού του λαού ή αποτέλεσμα της διακυβέρνησης του Fidel, όμως ξέρω ότι δισεκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη βουλιάζουν μέσα στην δυστυχία και την εξαθλίωση.

Hasta siempre comandate 

πρώτη δημοσίευση στον ιστότοπο PinNews στις 1/12/2016

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

ο σουλτάνος παλινωδεί

Τον τελευταίο καιρό έχουν πυκνώσει ανησυχητικά οι προκλητικές δηλώσεις του Ερντογάν σε όλα τα επίπεδα της πολιτικής ζωής της γειτονικής χώρας. Φαίνεται, ότι το αποτυχημένο πραξικόπημα άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου, δίνοντας στον σουλτάνο τις προφάσεις που μάλλον αναζητούσε. Ο μεγαλοϊδεατισμός και η αμετροέπεια του Ερντογάν έχουν αρχίσει να ξεπερνούν κάθε όριο και να ενοχλούν ακόμα και τους «φίλους» της Τουρκίας. Οι συνεχείς αστοχίες της εξωτερικής πολιτικής, έχουν φέρει τα τελευταία χρόνια, αρκετές φορές την Τουρκία σε δυσχερή θέση, η οποία επιδεινώνεται από τις προκλητικές δηλώσεις του σουλτάνου, κινδυνεύοντας να οδηγήσει την χώρα σε διεθνή απομόνωση.

Στο εσωτερικό της χώρας, οι συνεχείς εκκαθαρίσεις, συλλήψεις και αποτάξεις δημοσίων υπαλλήλων με ασαφείς κατηγορίες και χωρίς στοιχειοθετημένες δικαστικές αποφάσεις, στηλιτεύουν την δημοκρατία και οδηγούν την χώρα σε καθεστώς καλυμμένης δικτατορίας. Επιπλέον, οι συνεχείς δηλώσεις για επαναφορά της θανατικής ποινής και οι ενέργειες επιστροφής της τουρκικής νομοθεσίας πιο κοντά στην σαρία, απομακρύνουν της χώρα από τις αρχές και τις αξίες του δυτικού κόσμου. Είναι προφανές ότι οι παραπάνω κινήσεις του σουλτάνου έχουν κύριο αποδέκτη τα λαϊκά στρώματα της Τουρκίας που ουδέποτε δυτικοποιήθηκαν και παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό προσκολλημένα στις παραδοσιακές αξίες της οθωμανικής κοινωνίας (θρησκεία, πατριαρχία, κρατικός αυταρχισμός, χαμηλή θέση της γυναίκας κλπ). Όλα δείχνουν, ότι ο Ερντογάν επιχειρεί κατά μέτωπο επίθεση στον κεμαλισμό, προσπαθώντας να αποκαθηλώσει τον «πατέρα των Τούρκων» Κεμάλ Αττατούρκ, με κρυφό πόθο να τον αντικαταστήσει στην συνείδηση του Τούρκων. 

Στον βωμό της απόλυτης κυριαρχίας του, ο σουλτάνος παίζει με την φωτιά καθώς η οικονομική ανάπτυξη των τελευταίων ετών έχει δημιουργήσει στην Τουρκία μία αυξανόμενη μεσαία τάξη η οποία είναι δυτικοποιημένη και πολέμια του «ισλαμικού αυταρχισμού» που προσπαθεί να επιβάλει ο σουλτάνος. Επιπλέον, η κρατική διοίκηση της χώρας (στρατιωτικοί, δικαστικοί κλπ) παραμένει πιστή στις αρχές του κεμαλισμού τις οποίες δεν θα παραδώσει αμαχητί, ενώ οι διάφορες μειονότητες της χώρας και κυρίως οι Κούρδοι δεν θα αφήσουν ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία επαναπροσδιορισμού τους απέναντι στην διαφαινόμενη νέο-οθωμανοποίηση της Τουρκίας. Η χώρα βαδίζει γοργά σε εθνικό διχασμό ενώ στις ΝΑ κουρδικές περιοχές ο εμφύλιος έχει ήδη ξεκινήσει.

Στο εξωτερικό, ο σουλτάνος κατάφερε μετά από αλλεπάλληλες άστοχες έως βλακώδεις πολιτικές να έρθει σε ρήξη με όλα τα γειτονικά κράτη (Ιράν, Ιράκ, Συρία κλπ) και να διαταράξει τις σχέσεις της Τουρκίας με παραδοσιακούς συμμάχους (ΗΠΑ, Ισραήλ) και άσπονδους φίλους (Ρωσσία). Ο αναθεωρητισμός των τελευταίων δηλώσεων του (συνθήκη της Λωζάννης) και οι αναφορές «στα σύνορα της καρδιάς του» γυρνούν την γεωπολιτική της περιοχής στην περίοδο μετά τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο όπου η ηττημένη Οθωμανική αυτοκρατορία προσπαθούσε να διατηρήσει την επιρροή και τα εδάφη της, μέσω του παντουρκισμού και του ισλαμικού αλυτρωτισμού. Είναι προφανές σε όλους, ότι η ρητορική του Ερντογάν περί αναθεώρησης της συνθήκης της Λωζάννης αποβλέπει πρωτίστως στην αναδιανομή εδαφών της Συρίας και του Ιράκ μετά το τέλος του πολέμου με τον ΙSIS στοχεύοντας αφ΄ενός στα πετρέλαια της Μοσούλης (πού έχασε το 1918) και αφ΄ετέρου στην αποτροπή δημιουργίας Κουρδικού κράτους ή κρατών στα ανατολικά και νότια σύνορά της.

Παράλληλα, ο Ερντογάν επιχειρεί να εκβιάσει την ΕΕ με το θέμα των προσφύγων, εκμεταλλευόμενος, τα εσωτερικά προβλήματα της ΕΕ και την πολιτική αστάθεια που προμηνύουν οι επικείμενες εκλογές σε Αυστρία, πιθανώς σε Ιταλία και στην συνέχεια σε Γαλλία και Γερμανία. Όμως, εκτιμώ ότι ο Ερντογάν επέλεξε λάθος θέμα αντιπαράθεσης με την ΕΕ καθώς το προσφυγικό αγγίζει ευαίσθητες χορδές της πολιτικής στο εσωτερικό της ΕΕ (ανερχόμενη ακροδεξιά) και δεν μπορεί να αφεθεί υποχείριο στους εκβιασμούς της Τουρκίας. 

Η Τουρκία του Ερντογάν βρίσκεται σε ένα δύσκολο σταυροδρόμι. Από την μία πλευρά έχουμε την εντυπωσιακή οικονομική ανάπτυξη της χώρας και από την άλλη την αλλοπρόσαλλη εξωτερική πολιτική και τις δημοκρατικές υπαναχωρήσεις στο εσωτερικό. Η χώρα μοιάζει να σχοινοβατεί ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον. Το χαλιφάτο και η απόλυτη εξουσία του σουλτάνου δεν συνδυάζονται με την ανοικτή αγορά και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.   

Ο σουλτάνος επιχειρεί να συνταιριάξει τους δύο αυτούς δρόμους βαδίζοντας σε ένα αχαρτογράφητο και επικίνδυνο μονοπάτι. Ένα μονοπάτι που μπορεί να φέρει την Τουρκία πολύ γρήγορα σε πολύ δύσκολη θέση. Ο Ερντογάν προσπαθεί να κάνει την Τουρκία περιφερειακή υπερδύναμη μέσα από το παρελθόν της. Τα προσωπικά του οράματα είναι στραμμένα πίσω, σε μία αυτοκρατορία και ένα καθεστώς που ξεπεράσθηκε από την ιστορία. Η χώρα που ονειρεύεται ο Ερντογάν είναι ένα ζόμπι της ιστορίας και η εμμονή του σε αυτήν τον κάνει ακόμα πιο επικίνδυνο. Κυρίως για την Τουρκία.

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2016

τράμπα εξουσίας στις ΗΠΑ

Γιά άλλη μιά φορά τα τελευταία χρόνια οι δημοσκοπήσεις απέτυχαν και ο Ντόναλτ Τράμπ αναδείχθηκε ο 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ. Μπορεί οι ψήφοι που πήρε να ήταν ελαφρώς λιγότεροι από της Κλίντον, όμως η κατανομή τους στις Αμερικάνικες Πολιτείες ευνόησαν την εκλογή του. Οι ψηφοφόροι του ήταν κυρίως λευκοί, Αγγλοσαξωνικής καταγωγής με χαμηλό μορφωτικό και οικονομικό επίπεδο που κατοικούν κυρίως σε ημιαστικές και αγροτικές περιοχές. Είναι το ίδιο κοινό που ψήφισε στις τελευταίες εκλογές στην Αυστρία τον ακροδεξιό Χόφερ , στην Γαλλία την ΛεΠέν, στην Γερμανία το AfD και στην Μ.Βρετανία τον Φάρατζ και το Brexit. Ταυτόχρονα, είναι το ίδιο κοινό των λαϊκών στρωμάτων που επλήγη περισσότερο από τον παγκοσμιοποιημένο νεοφιλελευθερισμό και αποζητά και πάλι σύνορα, εθνική κυριαρχία και περιορισμό της μετανάστευσης θεωρώντας ότι με αυτό τον τρόπο θα βελτιώσει την θέση του. Είναι το κοινό που στρέφεται εναντίον της παγκοσμιοποίησης (οικονομικής, πολιτιστικής και πολιτικής), διεκδικώντας πίσω την ευμάρειά του.

Στις εκλογές αυτές νίκησε η αντισυστημική ρητορική του Τράμπ, παρόλη την ακραία και ρατσιστική φρασεολογία του. Η προεκλογική του εκστρατεία δεν στηρίχθηκε σε απόψεις αλλά σε κατηγορίες εναντίον της αντιπάλου του (συστημική, διεφθαρμένη, διαπλεκόμενη κλπ) οι οποίες εκτοξευόταν με απλοϊκό τρόπο και έντονα στοιχεία θεατρινισμού. Η αντίπαλος του, Χίλαρυ Κλίντον απέτυχε να πείσει τους ψηφοφόρους παρά τον συγκροτημένο λόγο της, τις πιο ρεαλιστικές της θέσεις και την εμπειρία της στην διοίκηση. Βασική αιτία θεωρώ ότι ήταν η ταύτιση της με το βιομηχανικό και τραπεζικό κατεστημένο, δηλαδή με το «σύστημα». Αυτός ήταν και ο λόγος που αυτή η προεκλογική εκστρατεία παρουσίασε τόσο έντονα στοιχεία πόλωσης που έφτασαν στα όρια του εθνικού διχασμού.

Φαίνεται ότι η κοινωνική και η οικονομική κατάσταση στις ΗΠΑ αρχίζει να ξεπερνά τα όρια ανοχής ενός ανεπτυγμένου κράτους εμφανίζοντας τριτοκοσμικά στοιχεία (έντονες ανισότητες, ανέχεια και περιθωριοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού κλπ) και τάσεις ταξικής αντιπαράθεσης. Οι πολίτες στις ΗΠΑ μάλλον νοιώθουν ότι το Αμερικάνικο όνειρο (του εύκολου και γρήγορου πλουτισμού του κάθε ενός) έχει ξεθωριάσει ανεπιστρεπτί και ότι η πρώην «κοσμοκράτειρα» μεταλλάσσεται σταδιακά σε ένα ολιγαρχικό καθεστώς χωρίς καμία ισονομία και ίσες ευκαιρίες για όλους. Ο Τράμπ, παρότι ολιγάρχης και ο ίδιος, έχτισε σε αυτή την ρητορική και κέρδισε. 

Τα σημάδια δεν είναι καλά, ούτε για το «σύστημα» ούτε για τους λαούς. Το «σύστημα» φαίνεται ότι αρχίζει να χάνει τον έλεγχο, όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και σε όλον τον ανεπτυγμένο κόσμο, καθώς η απληστία του μάλλον έχει αγγίξει τα όρια της αποδοχής του από τους λαούς. Η μετάβαση της ισχύος του πλανήτη από διπολική (ΗΠΑ. Σοβιετική Ένωση) σε μονοπολική (ΗΠΑ) και στην συνέχεια σε πολύ-πολική (ΗΠΑ, Ρωσία, ΕΕ, Κίνα, Ινδία κλπ) φαίνεται ότι θα είναι δύσκολη καθώς επιχειρείται να συνδυαστεί με την επικράτηση της παγκοσμιοποιημένης νέας τάξης που μάλλον  βρίσκει αντίθετους τους λαούς. 

Οι πολίτες στις ΗΠΑ, όπως και οι αντίστοιχοι στην Ευρώπη, με την ψήφο τους στα αντισυστημικά κόμματα, βγάζουν στην ουσία κραυγή αγωνίας για την ζωή και το μέλλον τους, αντιδρώντας στο «σύστημα» που τους έχει καταδικάσει στην δυστυχία. Το αδύνατο σημείο των λαών είναι ότι ψάχνουν την λύση σε αναχρονιστικές, αντιδημοκρατικές και ρατσιστικές επιλογές και όχι σε προοδευτικές και φιλολαϊκές. Η στροφή προς τα δεξιά σε Ευρώπη και ΗΠΑ, δυστυχώς επιβεβαιώνει την κρίση αξιών και την ασθενική μνήμη των λαών, που τους οδηγούν στην αγκαλιά του λαϊκισμού και σε επικίνδυνα μονοπάτια που έχουμε ξαναζήσει. Στην αρχή αυτή της προεκλογικής εκστρατείας έκανε την εμφάνιση του το «κίνημα» του Σάντερς (συνυποψήφιου της Χίλαρυ για το χρίσμα του Δημοκρατικού κόμματος) που υποστηρίχθηκε κυρίως από τους νέους και πολίτες με υψηλή μόρφωση. Δυστυχώς, η ήπια ρητορική του, η έλλειψη λαϊκισμού και οι προτάσεις περί δικαιότερης κατανομής του πλούτου, το συνέτριψαν πριν ξεκινήσει την πορεία του, βάζοντας στους Αμερικανούς ψηφοφόρους το δίλημμα : την συστημική Χίλαρυ ή τον λαϊκιστή Τράμπ ? δηλαδή δύο επιλογές με εξίσου αρνητικές προοπτικές. Η επιλογή Χίλαρυ διασφάλιζε ότι τίποτα δεν θα αλλάξει ενώ η επιλογή Τράμπ  υπόσχεται ότι όλα θα αλλάξουν, αλλά όχι προς το συμφέρον των πολλών.

Για άλλη μια φορά στην ιστορία, αποδεικνύεται ότι οι λαοί έχουν δυσκολία να αναγνωρίσουν το συμφέρον τους και είναι επιρρεπείς στην χειραγώγηση και τον λαϊκισμό. Όταν δε, η δυσκολία αυτή συνδυασθεί με έλλειψη κρίσης και μνήμης το αποτέλεσμα μπορεί να είναι καταστροφικό, κυρίως για τους ίδιους τους λαούς.  

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

απασχόληση : η αχχίλειος πτέρνα της Ελληνικής οικονομίας


Σε πρόσφατη ομιλία της σε συνέδριο, η Διοικητής του ΟΑΕΔ κ.Καραμεσίνη ανέφερε ότι η χώρα μας κατέγραψε την οκταετία 2008-2016, μείωση των κατώτατων μισθών κατά 19,5% ενώ αντίστοιχα, άλλα κράτη της ΕΕ τα οποία είχαν την ίδια πορεία με την Ελλάδα (μνημόνιο, λιτότητα κλπ) έχουν αρχίσει τις αυξήσεις (Ισπανία : 1,3%, Ιρλανδία : 5,2% και Πορτογαλία : 14,9%). Την ίδια περίοδο, ο μέσος μισθός στην χώρα μας μειώθηκε κατά 28%  οδηγώντας τα μεσαία στρώματα στα όρια της επιβίωσης, χωρίς όμως να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, η οποία υποβαθμίσθηκε και άλλο (86η θέση από 81η πέρυσι) ούτε να μειώσει την ανεργία, η οποία έχει κολλήσει στο 25%.

Είναι προφανές ότι η ελληνική οικονομία αδυνατεί να ανακάμψει παρ’ όλες τις εξαγγελίες και τις προσπάθειες όλων των κυβερνήσεων της περιόδου της κρίσης. Είναι επίσης προφανές, ότι η οικονομία δεν θα ανακάμψει μειώνοντας τις αμοιβές των εργαζομένων, αντίθετα θα συνεχίσει να στροβιλίζεται στον λαβύρινθο της ύφεσης. Η μείωση των αμοιβών των εργαζομένων οδηγεί σε μείωση της κατανάλωσης και αδυναμία πληρωμής υποχρεώσεων (εφορεία, ΔΕΗ κλπ), που ανακυκλώνει το πρόβλημα, ενώ ταυτόχρονα η ανταγωνιστικότητα δεν βελτιώνεται καθώς η συμμετοχή της εργασίας στο κόστος παραγωγής των κλάδων στόχου της ελληνικής οικονομίας δεν είναι υψηλή. Το παράδειγμα των υψηλών μισθών όλων των ανεπτυγμένων κρατών το επιβεβαιώνει.

Αντίστοιχα, δεν θα οδηγήσει στην ανάπτυξη ούτε η μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων σε επίπεδα Βουλγαρίας (10%), καθώς οι επιχειρήσεις που θα φέρουν την ανάπτυξη (μεσαίου και μεγάλου μεγέθους, στηριζόμενες στην καινοτομία και την εξωστρέφεια) δεν στηρίζονται στην μικρή φορολογία αλλά στην ανταγωνιστικότητα. Απόδειξη για αυτό, οι ισχυρές οικονομίες όπως η Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία κλπ όπου η φορολογία είναι ακόμα υψηλότερη από την Ελλάδα. Το μόνο που θα επιτύχει η μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων στην Ελλάδα είναι η μικρή παράταση ζωής των προβληματικών επιχειρήσεων (συνήθως πολύ μικρών) που ούτε μέλλον έχουν, ούτε προσφέρουν ή προσέφεραν ποτέ στην εθνική οικονομία καθώς οι περισσότερες από αυτές επιβίωναν χάρη στην φοροδιαφυγή και την μαύρη εργασία.

Δυστυχώς, τις τελευταίες δεκαετίες, η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα προσανατολίσθηκε στην δημιουργία πολύ μικρών επιχειρήσεων, κυρίως ατομικών στον τομέα των υπηρεσιών (εστίαση, εμπόριο ρούχων κλπ) που δεν προώθησαν ούτε την καινοτομία, ούτε την ανταγωνιστικότητα και την εξωστρέφεια αλλά στηρίζονταν στην «ευελιξία» και την υπερεργασία του επιχειρηματία-αυτοαπασχολούμενου. Με άλλα λόγια, η επιχειρηματικότητα στην χώρα μας αναπτύχθηκε ως επιχειρηματικότητα ανάγκης και όχι ευκαιρίας, καθώς o επίδοξος επιχειρηματίες στην ουσία δημιουργούσε μια θέση εργασίας (την δικιά του), την οποίαν προσπαθούσε να διατηρήσει πάση θυσία. Ο στόχος ήταν ένας : η απασχόληση και στο όνομά της, η Πολιτεία έκανε τα στραβά μάτια σε παρατυπίες και παρανομίες. Αυτή η επίπλαστη επιχειρηματικότητα, που ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία του Έλληνα (κανέναν πάνω από το κεφάλι μου) ενισχύθηκε από την εισροή του δανεικού χρήματος (φθηνού μετά την θέσπιση του ευρώ) αλλά και του «μαύρου» χρήματος, το οποίο πολλαπλασιαζόταν όσο αυξανόταν αυτή η κατηγορία «επιχειρηματιών». Το αποτέλεσμα ήταν ένας μετασχηματισμός στην δομή της ελληνικής οικονομίας η οποία μετατράπηκε σε οικονομία κατανάλωσης και ανακύκλωσης του χρήματος εντός της χώρας. Ο μεταπρατισμός προήχθη σε ιδεολογία και στάση ζωής και η ανηθικότητα απενοχοποιήθηκε στον βωμό του κέρδους ή της επιβίωσης. Η πολιτική εξουσία, από την φύση της μεταπρατική, ενορχήστρωνε την παράσταση χωρίς να προβληματίζεται για τις μελλοντικές επιπτώσεις ενώ η επιχειρηματική κοινότητα προσαρμόστηκε στο νέο μοντέλο, απολαμβάνοντας τα κέρδη της.

Την ίδια περίοδο, η πλασματική οικονομική ευρωστία έδωσε το άλλοθι στην πολιτική τάξη να ενισχύσει υπέρμετρα τον δημόσιο τομέα διαμορφώνοντας ένα πλέγμα πελατειακών σχέσεων με τους πολίτες με μοναδικό σκοπό την διατήρηση της εξουσίας. Ο διορισμός στο δημόσιο έγινε επαγγελματική διέξοδος και στόχος ζωής των Ελλήνων, όσων δεν ονειρευόταν το δικό τους μαγαζάκι. Έμποροι, εισαγωγείς, αυτοαπασχολούμενοι επιστήμονες, εστιάτορες, μεσίτες κλπ κλάδοι παροχής υπηρεσιών σε συνδυασμό με το υπέρογκο δημόσιο, αύξησαν τις τελευταίες δεκαετίες την συμμετοχή του τριτογενή τομέα στο 85% του ΑΕΠ της χώρας μας, σημαντικά υψηλότερο των αντίστοιχων χωρών. Η εργασιακή διάρθρωση της Ελλάδας άρχισε να προσομοιάζει με χώρες υψηλού πρωτογενούς πλούτου όπως το Ντουμπάϊ, με την διαφορά ότι από εμάς έλειπε το πετρέλαιο.

Ο παραπάνω μετασχηματισμός είχε εγκληματικές επιπτώσεις στην πραγματική παραγωγική οικονομία ή οποία σταδιακά υποβαθμίσθηκε και εγκαταλείφθηκε. Οι παραγωγικές επιχειρήσεις μέσα στο πνεύμα της εποχής μετατράπηκαν σε αντιπροσώπους ξένων οίκων που τους διασφάλιζαν υψηλά περιθώρια κέρδους, εγκαταλείποντας κάθε προσπάθεια καινοτομίας και εκσυγχρονισμού. Οι αγρότες στράφηκαν στις «εύκολες» καλλιέργειες οι οποίες έδιναν υψηλές επιδοτήσεις, που όμως διοχετεύθηκαν στην κατανάλωση και όχι στην βελτίωση των υποδομών τους. Έτσι, από το 1981 (είσοδος στην ΕΟΚ) έως το 2011 είδαμε στην Ελλάδα να τριπλασιάζονται οι μικροεπιχειρήσεις και οι αυτοαπασχολούμενοι και να διπλασιάζονται οι δημόσιοι υπάλληλοι. Ταυτόχρονα, μειώθηκαν στο μισό οι αγρότες και οι εργαζόμενοι στην βιοτεχνία/βιομηχανία. Η χώρα αποβιομηχανοποιήθηκε από άκρη σε άκρη χωρίς καμία προσπάθεια βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειας. Ο γιός του αγρότη έγινε δικηγόρος και η γη έμεινε ακαλλιέργητη ενώ η κόρη του βιοτέχνη άνοιξε τυροπιτάδικο απέναντι από το υπουργείο Βιομηχανίας. Φυσικά, δεν κατακρίνω τα συγκεκριμένα παιδιά απλά στηλιτεύω την στροφή της ελληνικής κοινωνίας. 

Η σύγχρονη Ελλάδα, από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους έως σήμερα διαμόρφωσε μία οικονομία που στηριζόταν στον μεταπρατισμό και τον καιροσκοπισμό. Κανένα όραμα ή σχεδιασμός για το μέλλον και φυσικά καμία οργάνωση της λειτουργίας της αγοράς. Η οικονομία διατηρήθηκε «κλειστή» ώστε να ευνοούνται οι κρατικοδίαιτοι, οι οποίοι λειτουργούσαν συγκυριακά (όσο οι φίλοι ήταν στα πράγματα) και δεν δημιούργησαν ποτέ εθνική αστική τάξη ούτε ανέπτυξαν πραγματικές παραγωγικές δομές. Αντίθετα, η πολιτική ελίτ της χώρας ανέπτυξε μία αξιοσημείωτη ικανότητα δανεισμού από το εξωτερικού υποθηκεύοντας την γεωστρατηγική θέση και τις συμμαχίες της χώρας που καθοριζόταν συνήθως από τούς δανειστές μας. Όταν οι συνθήκες δυσκόλευαν, ο λαός αναλάμβανε την αποπληρωμή (ηθική και υλική) και ένα τμήμα του μετανάστευε για να διασφαλίσει την επιβίωση του και να στηρίξει και αυτούς που έμεναν πίσω. Αυτοί πού έμεναν στην χώρα αναγκαστικά οδηγούταν στην εξεύρεση ατομικών λύσεων για να επιβιώσουν, καθώς η έλλειψη πραγματικής παραγωγικής βάσης της ελληνικής οικονομίας δεν διασφάλιζε σταθερή εργασία στους πολίτες. Κάπως έτσι διαμορφώθηκε η νοοτροπία του διορισμού στο δημόσιο και της εμμονής στις σπουδές που θα σε οδηγούσαν είτε στο δημόσιο είτε σε ένα ασφαλές ιδιωτικό επάγγελμα (ιατρός, μηχανικός κλπ).

Όλα λοιπόν για την απασχόληση, η οποία αναδεικνύεται διαχρονικά το βασικό πρόβλημα της Ελληνικής οικονομίας (και κοινωνίας) και έπρεπε να λυθεί με οποιαδήποτε κόστος. Στο όνομά της, η κάθε επαγγελματική ομάδα που μπορούσε, δημιουργούσε προνόμια για τον εαυτό της αδιαφορώντας για την επίπτωση τους στους υπολοίπους (αύξηση τιμών, κόστους υπηρεσιών κλπ) αφήνοντας ταυτόχρονα χώρο στην κερδοσκοπία και την διαφθορά. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, τις τελευταίες δεκαετίες να αναπτυχθούν υπέρμετρα και αντιπαραγωγικά κάποιοι κλάδοι ωφελούμενοι κυρίως από το δανεικό και το «μαύρο» χρήμα. Η ευμάρεια τους είχε σαν συνέπεια την επαγγελματική στροφή πολλών πολιτών προς τους κλάδους αυτούς, αυξάνοντας περαιτέρω την επιρροή και τον θεσμικό ρόλο των κλάδων αυτών στην οικονομία. Η διακοπή της ροής του δανεικού χρήματος ανέδειξε το πρόβλημα που δεν είναι άλλο από τον προστατευτισμό κάποιων επαγγελματικών ομάδων και την αδυναμία της οικονομίας να συντηρήσει τόσο μεγάλο τριτογενή τομέα χωρίς την ανάλογη παραγωγή. Η χώρα χρειάζεται επειγόντως μια μεταστροφή πρός την παραγωγή. Με πιο απλά λόγια, η ελληνική οικονομία δεν μπορεί πλέον να συντηρήσει τόσους πολλούς έμπορους, αυτοαπασχολούμενους και δημοσίους υπαλλήλους ούτε να απορροφήσει τους πλεονάζοντες νέους που σπουδάζουν. Αντίθετα, χρειάζεται δυνάμεις στον τουρισμό και την αγροτική παραγωγή/μεταποίηση που μπορούν να δημιουργήσουν εισόδημα και να αναπτυχθούν.

Τα παραπάνω καταδεικνύουν ότι το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας ήταν και είναι διαρθρωτικό και δεν θα λυθεί αν δεν πραγματοποιηθούν μεταρρυθμίσεις στην λειτουργία των θεσμών.  Δεν είναι τυχαίο, ότι οι περισσότεροι οικονομικοί αναλυτές (Έλληνες και ξένοι) θεωρούν ότι τα σημαντικότερα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας είναι :
1.  Ασταθές και ασαφές φορολογικό περιβάλλον αντιπροτείνοντας την υιοθέτηση σταθερού (ορίζοντα 20-ετίας) φορολογικού συστήματος με απλές/σαφείς διατάξεις και ανταγωνιστικούς φορολογικούς συντελεστές (όχι κατ’ ανάγκη ιδιαίτερα χαμηλούς).
2.    Πολυνομία και καθυστέρηση της απόδοσης δικαιοσύνης προτείνοντας και στον τομέα αυτό ένα απλό, σαφές και σταθερό περιβάλλον χωρίς πολυνομία και αρνησιδικία που στην ουσία καταλήγουν στην ανομία.
3.      Υψηλή γραφειοκρατία ή οποία ευνοείται από την πολυνομία και την ασάφεια των νόμων και κανονισμών καθιστώντας πολλές φορές τον επίδοξο επιχειρηματία όμηρο των κρατικών και πολιτικών μηχανισμών.  
4.      Αναποτελεσματική λειτουργία της δημόσιας διοίκησης ευνοώντας τον αθέμιτο ανταγωνισμό, την κρατικοδίαιατη επιχειρηματικότητα και την στρεβλή λειτουργία της αγοράς.
   
Εκτός από τα αυτά, την τελευταία οκταετία έχει αναδειχθεί και ένα επιπλέον πρόβλημα : η αδυναμία λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος το οποίο δεν μπορεί να επιτελέσει τον θεσμικό του ρόλο στην ανάπτυξη της οικονομίας λόγω ελλείψεως ρευστού. Αντίθετα, χρειάζεται το ίδιο στήριξη, η οποία δίνεται κατά περιόδους από τις σάρκες του δημόσιου χρέους.

Κατά την γνώμη μου, τα παραπάνω προβλήματα της ελληνικής οικονομίας αναδεικνύουν, εκτός των άλλων και ένα σημαντικό ερωτηματικό στην λειτουργία της ίδιας της δημοκρατίας καθώς αντιστρατεύονται την ισονομία και τις ίδιες ευκαιρίες που πρέπει να δίνει ένα δημοκρατικό κράτος στους πολίτες του, ενώ αντίθετα ενισχύουν την διαπλοκή, την διαφθορά και τελικά την ευνοιοκρατία. Η επίλυση τους φαίνεται ότι είναι τρομακτικά δύσκολη διότι πίσω από κάθε πρόταση λύσης κρύβονται συμφέροντα ατόμων, κοινωνικών ομάδων και επαγγελματικών κλάδων που ξαφνικά θα χάσουν προνόμια και δικαιώματα καταλήγοντας πάλι στο πρόβλημα της απασχόλησης.

Προλαβαίνοντας την σκέψη κάποιων θα συμφωνήσω ότι την βασική ευθύνη έχουν η πολιτική και επιχειρηματική τάξη της χώρας, όμως αυτή την περίοδο έχουμε μια διαμορφωμένη κατάσταση την οποίαν πρέπει να επιλύσουμε και μάλιστα με τέτοιο τρόπο ώστε να διασφαλίσουμε ότι δεν θα επαναληφθεί. Το δανεικό και το «μαύρο» χρήμα κάποτε τελειώνουν και έρχεται η ώρα της πληρωμής η οποία είναι πάντα επώδυνη. Ο Ιούλιος Καίσαρας είπε κάποτε ότι «αν θέλεις να κατακτήσεις έναν ανυπότακτο λαό, δάνεισε του χρήματα» αναφερόμενος στην πολιτική που εφάρμοσε για την προσάρτηση της Αιγύπτου και του ΠοντοΑρμενικού κράτους του Μιθριδάτη, μέσω του δανεισμού χρημάτων που δεν χρειαζόταν και μετατράπηκαν σε παλάτια και στάδια. Υπερθεματίζοντας, θα αναφέρω ότι «αν θες να ελέγξεις έναν λαό, δάνεισε του χρήματα». Η ιστορία διδάσκει, αλλά πρέπει να την γνωρίζουμε.

Σήμερα, η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας φαντάζει αδιέξοδη και δεν πρόκειται να επιλυθεί αν δεν πραγματοποιηθούν σημαντικές μεταρρυθμίσεις που αφορούν πρωτίστως στην λειτουργία της δημοκρατίας. Δυστυχώς, στην χώρα μας δεν έχουμε ακόμα διασφαλίσει το αυτονόητο και αναλωνόμαστε στο κατ’ επίφαση πρόσημο (αριστερό, δεξιό, κεντρώο κλπ) των πολιτικών της κάθε κυβέρνησης με μοναδικό στόχο την νομή της εξουσίας. Και όταν αναφέρομαι στο αυτονόητο, εννοώ την σωστή λειτουργία των θεσμών του κράτους και της δικαιοσύνης, δηλαδή την ισοπολιτεία. Οι Έλληνες είναι ένας έξυπνος και ικανός λαός που μπορεί να διαπρέψει όταν νοιώσει ασφάλεια σε ένα περιβάλλον που λειτουργούν οι κανόνες. Για αυτό διαπρέπει στο εξωτερικό. Ενώ στο εσωτερικό διοχετεύει όλη την εξυπνάδα του για την υπέρβαση των στρεβλών κανόνων που έχει θεσπίσει και εφαρμόζει διαχρονικά αυτό το κράτος. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που ζούμε τα τελευταία χρόνια, όπου κάποιοι συνεχίζουν να πλουτίζουν και κάποιες μικροομάδες συνεχίζουν να επιβιώνουν λάθρα εις βάρος των υπολοίπων.

Η απασχόληση είναι η σημαντικότερη παράμετρος σε κάθε κοινωνία και η αχίλλειος πτέρνα της ελληνικής οικονομίας καθώς η κάθε προσπάθεια ανασυγκρότησης της θα προσκρούσει στην ανάγκη αναδιάρθρωσης της απασχόλησης. Όμως η  οικονομία πρέπει να αναδιαρθρωθεί διότι η εμμονή στην διατήρηση της σημερινής κατάστασης θα ανακυκλώνει το πρόβλημα και θα ενισχύει την μιζέρια. Τώρα, ο γιός του δικηγόρου πρέπει να ξαναγίνει αγρότης, όχι  φυσικά σαν τον παππού του, αλλά καινοτόμος και με επιχειρηματική νοοτροπία. Όμως, για να πετύχει το εγχείρημα πρέπει η Πολιτεία να διασφαλίσει στον άνθρωπο αυτόν την ισοπολιτεία που δικαιούται.

πρώτη δημοσίευση σε ιστότοπο PinNews στις 15/10/16

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

γιατί ανεβαίνει η ακροδεξιά στην Ευρώπη ?

Τι συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στους λαούς της Ευρώπης? Γιατί υιοθετούν εθνικιστικές και ξενοφοβικές αντιλήψεις? Γιατί η Ευρώπη δείχνει να διολισθαίνει προς το κακό παρελθόν της? Η ακροδεξιά ανεβαίνει σε όλα τα κράτη, περιχαρακώνοντας την Ευρώπη στην εσωστρέφεια. Ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός εμφανίζονται ξανά και οι μετανάστες γίνονται ανεπιθύμητοι. Ο εθνικισμός και η θρησκοληψία ισχυροποιούνται. Ο ευρωπαϊκός ανθρωποκεντρισμός εγκαταλείπεται και η μισαλλοδοξία επιστρέφει. Η βία επιχειρεί να αντικαταστήσει την διαλεκτική και ο ανταγωνισμός την αλληλεγγύη. Ταυτόχρονα, ο συντηρητισμός επεκτείνεται και στον ιστό της ίδιας της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Κατακτήσεις δεκαετιών υποχωρούν στο όνομα ενός κακέκτυπου οικονομικής ανάπτυξης. Το κοινωνικό κράτος εγκαταλείπεται και οι ισχυροί κυριαρχούν ανεξέλεγκτα. 

Η Ευρώπη μεταλλάσσεται σε μια κακή εκδοχή της και ο κίνδυνος του φασισμού γίνεται ξανά υπαρκτός. Φυσικά, πολλοί θα συλλογισθούν ότι η σχέση της Ευρώπης με τον φασισμό δεν είναι καινούργια, καθώς η Ευρώπη γέννησε τον εθνικισμό (όπως και τα εθνικά κράτη), και τον φασισμό (Ιταλία) αλλά και τις διάφορες παραλλαγές του με αποκορύφωμα τον ναζισμό (Γερμανία) που οδήγησε στο αιματοκύλισμα του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε ότι η σύγχρονη αποικιοκρατία γεννήθηκε επίσης στην Ευρώπη (Ισπανία, Αγγλία, Γαλλία κλπ) ενώ με την σειρά της, η αποικιοκρατία γέννησε τις θεωρίες περί κατώτερων φυλών, τον ρατσισμό και την βία απέναντι στους υποδεέστερους λαούς. Δυστυχώς, η ίδια Ευρώπη που γέννησε τον ανθρωποκεντρισμό, τον διαφωτισμό και το κράτος δικαίου, γέννησε και τις πιο αντί-ανθρώπινες ιδέες και δράσεις.

Γυρνώντας λίγες δεκαετίες πίσω, βλέπουμε ότι ο φασισμός, με την αποκρουστικότερη μορφή του, τον ναζισμό, αναπτύχθηκε στην μεσοπολεμική Γερμανία και γρήγορα υιοθετήθηκε από τα περισσότερα τα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης που γεωστρατηγικά λειτουργούσαν ως δορυφόροι της Γερμανίας. Αυτά ακριβώς είναι και τα κράτη στα οποία σήμερα αυξάνεται η ακροδεξιά με μεγαλύτερους ρυθμούς. Η Αυστρία ήταν από τους στυλοβάτες του ναζιστικού καθεστώτος προσαρτώμενη  το 1938 στο Γερμανικό κράτος (Ανσλους : ένωση με την Γερμανία) ενώ σε όλη την διάρκεια της ιστορίας της ήταν αναπόσπαστο κομμάτι του γερμανικού έθνους και τμήμα της Αγίας Γερμανικής Αυτοκρατορίας έως το 1806. Η Αυστροουγγρική αυτοκρατορία που ακολούθησε διαμόρφωσε ένα στυγνό στρατοκρατικό καθεστώς για τους λαούς που εξουσίαζε, προάγοντας ρατσιστικές και αντισημιτικές πρακτικές. Ο άλλος «συνέταιρος» της αυτοκρατορίας, η Ουγγαρία ήταν η πρώτη χώρα (μετά την Ιταλία) που υιοθέτησε φασιστικό καθεστώς (1927, ναύαρχος Μικλός Χόρτι) και υποχρέωσε τους Εβραίους να φοράνε στα ρούχα τους το κίτρινο άστρο του Δαυίδ. Το 1940, η Ουγγαρία εντάχθηκε στον Άξονα και ο ουγγρικός στρατός συμμετείχε στην εισβολή στην Σοβιετική Ένωση ενώ οι ναζιστές Nyilas έστειλαν 500.000 Ούγγρους Εβραίους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στις υπόλοιπες επαρχίες της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, παρόλη την καταπίεση, ο φασισμός αναπτύχθηκε αντάξια του κατακτητή. Στην Σλοβακία, που έγινε αυτόνομο κράτος το 1938 (συνθήκη του Μονάχου) αλλά ελεγχόμενο από τους ναζί, η φρουρά Χλίνκα, με επικεφαλής τον καθολικό ιερέα Γιόζεφ Τίσο, έστειλε από το 1939 έως το 1945 χιλιάδες Εβραίους της Σλοβακίας στα κρεματόρια. Αντίστοιχα, στην Κροατία, επίσης τμήμα της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, οι ναζιστές Ουστάζι δημιούργησαν το 1941 το Ανεξάρτητο κράτος της Κροατίας και έκτισαν τα δικά τους στρατόπεδα συγκέντρωσης, στα οποία σκότωσαν τα 2/3 των εβραίων της Κροατίας και πάνω από 350.000 σέρβους σε μια προσπάθεια εθνοκάθαρσης.

Όσον αφορά την στάση των υπόλοιπων κρατών της Βόρειας Ευρώπης απέναντι στο ναζισμό, είναι γνωστή σε όλους μας.  Στην Νορβηγία, παρά την αντίσταση κάποιων μικροομάδων,   κυριάρχησαν τελικά οι γερμανόφιλοι του Κουίσλιγκ, ενώ οι γείτονές τους Φιλανδοί συμμάχησαν με τους ναζί στην προσπάθεια τους να επεκτείνουν τα σύνορά τους εις βάρος της Σοβιετικής Ένωσης. Η Δανία κράτησε ουδέτερη στάση χωρίς να αποφύγει την αναίμακτη προσάρτηση της από την Γερμανία, ενώ η Σουηδία ήταν η μόνη από τις σκανδιναβικές χώρες που έμεινε πραγματικά ουδέτερη. Οι Ολλανδοί και οι Βέλγοι, έριξαν λίγες πιστολιές για την τιμή των όπλων ενώ στην συνέχεια πάνω από 50 χιλ Ολλανδοί κατετάγησαν εθελοντικά στα SS.

Στα Βαλκάνια, η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη καθώς η Βουλγαρία και η Ρουμανία έγιναν μέλη του Άξονα στέλνοντας στρατό στο Ανατολικό μέτωπο, ενώ ταυτόχρονα η Βουλγαρία συμμετείχε στην κατάκτηση της Ελλάδος με ιδιαίτερα βάναυσο και ρεβανσιστικό τρόπο.

Στην Νότια Ευρώπη, η ακροδεξιά ήταν επίσης παρούσα την περίοδο του μεσοπολέμου, αλλά με ηπιότερες πρακτικές και διαφορετικούς γεωστρατηγικούς προσανατολισμούς. Ο ευρωπαϊκός νότος διοικούταν από δικτατορίες (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Ελλάδα) από τις οποίες η Ιταλική ήταν μέλος του Άξονα και ο γεννήτορας του Φασισμού. Όμως, παρά την ιδεολογική συγγένεια, τα κράτη αυτά είτε κράτησαν ουδέτερη στάση (Ισπανία, Πορτογαλία) είτε πολέμησαν εναντίον του Άξονα (Ελλάδα) πιεζόμενα κυρίως από το φρόνημα των λαών τους. Ακόμα και στην φασιστική Ιταλία υπήρχε ισχυρή αντίδραση από τον λαό που με την πρώτη ευκαιρία (1943) ανέτρεψε το καθεστώς και άλλαξε στρατόπεδο εντασσόμενη στου Συμμάχους.

Ακόμα και στους δύο βασικούς πυλώνες του αντιναζιστικού στρατοπέδου, την Αγγλία και την Γαλλία, υπήρχαν φασιστικοί πυρήνες, οι οποίοι δεν μπόρεσαν να αναπτυχθούν, κυρίως λόγω του γεωστρατηγικού ανταγωνισμού των κρατών αυτών με την Γερμανία.

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι στον μεσοπόλεμο ο φασισμός κυριάρχησε ως ιδεολογία στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, με σκληρότερες ή ηπιότερες παραλλαγές ανάλογα με την ταυτότητα του κάθε λαού. Τότε, η Ευρώπη προσπαθούσε να συνέλθει από τον α’ παγκόσμιο πόλεμο, ο οποίος κατέλυσε τις έως τότε κραταιές αυτοκρατορίες (Γερμανική, Αυστροουγγρική, Οθωμανική, Ρωσική) και διαμόρφωσε νέα κράτη με νέες κοινωνικές συνθήκες και νέες προσδοκίες. Η μετεξέλιξη αυτή δημιούργησε αναπόφευκτα και μια κρίση αξιών στους πληθυσμούς της Ευρώπης που από απρόσωποι υπήκοοι αυτοκρατοριών με φεουδαρχική αντίληψη κλήθηκαν να μετατραπούν σε πολίτες εθνικών κρατών με δημοκρατικά πολιτεύματα και εθνική ταυτότητα. Επιπλέον αυτών, οι πολίτες των νέων κρατών έπρεπε να αντιμετωπίσουν και την αλλαγή των παραγωγικών μοντέλων της περιόδου (εκβιομηχάνιση) αλλά και την οικονομική κρίση του 1930 που επιδείνωσε την οικονομική τους κατάσταση και οδήγησε πολλούς από αυτούς στην εξαθλίωση και την απελπισία. Φυσικά, σημαντικό ρόλο έπαιξε και η εμφάνιση της σοσιαλιστικής ιδεολογίας που διαδιδόταν ραγδαία την περίοδο εκείνη, με επιστέγασμα την Οκτωβριανή επανάσταση που εφάρμοζε στην σοβιετική Ρωσσία νέες παραγωγικές πρακτικές χωρίς την συμμετοχή κεφαλαιούχων. Όπως ήταν φυσικό, η αντίδραση της ευρωπαϊκής οικονομικής ελίτ ήταν να αγκαλιάσει και να προωθήσει την φασιστική ιδεολογία στην προσπάθεια της να εμποδίσει την διάδοση της «σοσιαλιστικής λαίλαπας». Ο λαός υπέκυψε στον λαϊκισμό και ακολούθησε. Άλλωστε, η εξέλιξη από τις φεουδαρχικές αυτοκρατορίες στην αστική/βιομηχανική δημοκρατία και στην συνέχεια στον σοσιαλισμό ήταν πολύ γρήγορη για να εμπεδωθεί από μία γενιά.

Έτσι λοιπόν, η φτώχεια και η κρίση αξιών του μεσοπολέμου διαμόρφωσαν το υπόβαθρο για την ανάπτυξη του φασισμού. Ο μεγαλοϊδεατισμός που προέβαλε ο φασισμός ήρθε να καλύψει το κενό και να δώσει ελπίδα στους κατατρεγμένους, ενώ η τάξη που υποσχόταν, φαινόταν ελκυστική απέναντι στην αταξία των κατεστραμμένων κοινωνικών. Σε κάθε περίπτωση, η απομάκρυνση των πολιτικών από την εξουσία φάνταζε ελκυστική καθώς αυτοί ήταν οι κύριοι υπεύθυνοι για την κατάσταση τους. Η συνέχεια της κρίσης του μεσοπολέμου είναι γνωστή σε όλους μας. Ένας ακόμα πόλεμος που δεν έλυσε τίποτα αλλά δημιούργησε επιπλέον καταστροφή. Στα αποκαΐδια του πολέμου αυτού γεννήθηκε η σύγχρονη Ευρώπη, η οποία ξέθαψε τον διαφωτισμό και ξαναθυμήθηκε την δημοκρατία. Μια νέα Ευρώπη που έστω και διαιρεμένη σε Ανατολική και Δυτική, δημιούργησε το κράτος δικαίου, το κράτος πρόνοιας και το ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Από τότε πέρασαν πάνω από 70 χρόνια και οι περισσότεροι θεωρούσαμε ότι το κεφάλαιο φασισμός είχε κλείσει οριστικά καθώς βιώναμε τα σημαντικά βήματα δημοκρατίας και σεβασμού του ανθρώπου πού έκανε η Ευρώπη από τότε, που σε συνδυασμό με την οικονομική ευρωστία την έκαναν για άλλη μια φορά πρότυπο ευημερίας στον πλανήτη.

Όμως, σήμερα, πολλοί Ευρωπαίοι αναρωτιούνται τι ήταν αυτό που άλλαξε στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια, στρέφοντάς την στο κακό παρελθόν της ακόμα και σε χώρες, όπου ο φασισμός ήταν ανύπαρκτος την περίοδο της ακμής του (μεσοπόλεμος), όπως η Γαλλία, η Αγγλία και η Δανία. Τι επηρέασε τους σοσιαλδημοκράτες Σκανδιναβούς που για δεκαετίες είχαν επιτύχει την υψηλότερη ευημερία που έχει γνωρίσει ποτέ η ανθρωπότητα ? Τους Σουηδούς και τους Δανούς, που ήταν υπέρμαχοι των «Αδεσμεύτων» και των δικαιωμάτων του Τρίτου κόσμου ? Τι οδήγησε τους Γερμανούς και Αυστριακούς να ξεπεράσουν τις ενοχές τους για τον τελευταίο πόλεμο και να ξανασυνταχθούν με τις ιδέες που τον προκάλεσαν? Τι συνέβη στους δημοκρατικούς Άγγλους και Γάλλους που με τόσο κόπο προσπάθησαν να αυτοκαθαρθούν από το αποικιοκρατικό τους παρελθόν, να επιστρέφουν σε αυτό? Τι ήταν αυτό που μετέστρεψε την μεγάλη μεταπολεμική αριστερή παράδοση των Ιταλών και των Γάλλων ? Τέλος, τι συνέβη σε χώρες όπως οι Ελλάδα και η Κύπρος  που ο φασισμός δεν ευδοκίμησε ποτέ αλλά αντίθετα προκάλεσε πολλά δεινά?

Η απάντηση πιστεύω ότι είναι απλή και κατανοητή και οι αιτίες ακριβώς οι ίδιες που οδήγησαν στην άνοδο του φασισμού στον μεσοπόλεμο : Φτώχεια και κρίση αξιών.

Η οικονομική κατάσταση των ευρωπαϊκών κρατών έχει επιδεινωθεί τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της παγκοσμιοποίησης και του ανταγωνισμού με τις αναδυόμενες οικονομίες. Η θέσπιση του ευρώ λειτούργησε μάλλον αρνητικά στα περισσότερα κράτη, γιγαντώνοντας την Γερμανία, ενώ η οικονομική κρίση του 2008 αποδυνάμωσε και άλλο τα περιφερειακά κράτη της Ευρώπης. Οι συνειρμοί αναπόφευκτοι, όπως και η λιτότητα και οι περικοπές στο κοινωνικό κράτος. Η κρίση των αξιών πλησιάζει υποβοηθούμενη από την παγκοσμιοποιημένη κοινωνία που προωθεί τον ανταγωνισμό και την ατομικότητα. Η διαφορετικότητα δεν συγχωρείται σε κανένα επίπεδο. Η πολιτική υποχωρεί και ο λαϊκισμός κυριαρχεί. Η ρητορική υπέρ των ικανών και της εφαρμογής αδιάσειστων κανόνων φαντάζει ως νομοτέλεια. Το περιβάλλον είναι έτοιμο για την επόμενη φάση. Όπως και στον μεσοπόλεμο. Όλα δείχνουν ότι ο φασισμός υποβόσκει στην Ευρωπαϊκή ήπειρο, περιμένοντας να ξαναγεννηθεί όταν οι συνθήκες το ευνοήσουν.

Φυσικά, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας και την διαφορετική εξέλιξη, από τον μεσοπόλεμο έως τώρα μεταξύ της Δυτικής και Ανατολικής Ευρώπης. Στην Δυτική Ευρώπη, το κράτος πρόνοιας που δημιουργήθηκε μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο αλλά και η ισχυρή παρουσία της αριστεράς  (Γαλλία, Ιταλία κλπ) δεν έδιναν χώρο στην ανάπτυξη της ακροδεξιάς. Η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και η εξάλειψη του «κουμουνιστικού κινδύνου», οδήγησαν στην νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη της τελευταίας 20-ετίας που δημιούργησε λιτότητα και περιορισμό των κοινωνικών παροχών, οδηγώντας τα λαϊκά στρώματα στην περιχαράκωση και τον συντηρητισμό. Αντίθετα, στην Ανατολική Ευρώπη ο όψιμος καπιταλισμός οδήγησε στην ανάπτυξη ολιγαρχικών καθεστώτων τα οποία, χωρίς το ευρωπαϊκό κεκτημένο και το κράτος πρόνοιας της Δυτικής Ευρώπης, δημιούργησαν στις κοινωνίες τάσεις επιστροφής στην περίοδο του μεσοπολέμου. Η μανία κάλυψης του χαμένου χρόνου διεύρυνε τις κοινωνικές αντιθέσεις οδηγώντας στις κλασικές αιτίες του κακού (Εβραίοι, τσιγγάνοι, ξένοι κλπ) συνεπικουρούμενη από την υπεροψία του όψιμου Ευρωπαίου.

Για άλλη μια φορά, φαίνεται ότι οι Ευρωπαίοι, παρά τις επιμέρους διαφορές, δεν μαθαίνουν από τα λάθη τους και ούτε διδάσκονται από το πλούσιο παρελθόν τους. Όμως, δυστυχώς για αυτούς, η ιστορία έχει αποδείξει ότι «εκδικείται» τους λαούς που εμφανίζουν υπεροψία και ύβρη ενώ αντίθετα επιβραβεύει αυτούς που εξελίσσονται διδασκόμενοι από το παρελθόν.

Όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι η ευμάρεια ευνοεί την δημοκρατία ενώ αντίθετα η φτώχεια δημιουργεί το υπόβαθρο για την ανάπτυξη του λαϊκισμού. Όταν δε, η φτώχεια συνδυασθεί με αίσθημα ταπείνωσης και απελπισίας (προσωπικό ή εθνικό) το περιβάλλον είναι έτοιμο για την επέλαση του λαϊκισμού. Για να ολοκληρωθεί η συνταγή απαιτείται μια συγκολλητική ουσία, που δεν είναι άλλη από την έλλειψη κρίσης (και μνήμης) που φαίνεται ότι ενδημεί στην Ευρώπη ή μάλλον ευνοείται από τον εφησυχασμό της ευμάρειας. Διότι, η ευμάρεια, εκτός από την δημοκρατία ευνοεί και τον εφησυχασμό, ο οποίος αδυνατίζει την κρίση και την μνήμη των ανθρώπων οδηγώντας τους στην μυθοποίηση του ατομικού ευδαιμονισμού.

Σήμερα, οι Ευρωπαίοι δεν δικαιολογούνται να κάνουν το ίδιο λάθος και να επαναλάβουν ένα ακόμα κύκλο δυστυχίας και καταστροφών. Δεν δικαιολογούνται να αφήσουν την ευμάρεια να καταστρέψει για άλλη μια φορά την κρίση (και την μνήμη) τους. Ούτε δικαιολογούνται να υποκύπτουν τόσο εύκολα στον λαϊκισμό και να υιοθετούν απλοϊκές αιτιάσεις των προβλημάτων τους. Οι Ευρωπαίοι, έχουν μια πολύχρονη ιστορία και παράδοση στην επινόηση νέων προοδευτικών ιδεών και συστημάτων. Από την άμεση δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας, στον διαφωτισμό και στην ένδοξη επανάσταση στην Αγγλία έως την Γαλλική επανάσταση και την σοσιαλιστική ιδεολογία. Οι Ευρωπαίοι έχουν την γνώση και την κρίση να «γεννήσουν» ένα νέο σύστημα που θα τους λύσει τα προβλήματα και όχι να επιστρέψουν σε παλιές πρακτικές που θα τους δημιουργήσουν και άλλα.

Η Ευρώπη βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή και πρέπει να επιλέξει αν θα προχωρήσει εμπρός επιβεβαιώνοντας τον ιστορικό της ρόλο ή θα βουλιάξει στην παρακμή ενός νέου μεσαίωνα.