Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

γιατί ανεβαίνει η ακροδεξιά στην Ευρώπη ?

Τι συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στους λαούς της Ευρώπης? Γιατί υιοθετούν εθνικιστικές και ξενοφοβικές αντιλήψεις? Γιατί η Ευρώπη δείχνει να διολισθαίνει προς το κακό παρελθόν της? Η ακροδεξιά ανεβαίνει σε όλα τα κράτη, περιχαρακώνοντας την Ευρώπη στην εσωστρέφεια. Ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός εμφανίζονται ξανά και οι μετανάστες γίνονται ανεπιθύμητοι. Ο εθνικισμός και η θρησκοληψία ισχυροποιούνται. Ο ευρωπαϊκός ανθρωποκεντρισμός εγκαταλείπεται και η μισαλλοδοξία επιστρέφει. Η βία επιχειρεί να αντικαταστήσει την διαλεκτική και ο ανταγωνισμός την αλληλεγγύη. Ταυτόχρονα, ο συντηρητισμός επεκτείνεται και στον ιστό της ίδιας της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Κατακτήσεις δεκαετιών υποχωρούν στο όνομα ενός κακέκτυπου οικονομικής ανάπτυξης. Το κοινωνικό κράτος εγκαταλείπεται και οι ισχυροί κυριαρχούν ανεξέλεγκτα. 

Η Ευρώπη μεταλλάσσεται σε μια κακή εκδοχή της και ο κίνδυνος του φασισμού γίνεται ξανά υπαρκτός. Φυσικά, πολλοί θα συλλογισθούν ότι η σχέση της Ευρώπης με τον φασισμό δεν είναι καινούργια, καθώς η Ευρώπη γέννησε τον εθνικισμό (όπως και τα εθνικά κράτη), και τον φασισμό (Ιταλία) αλλά και τις διάφορες παραλλαγές του με αποκορύφωμα τον ναζισμό (Γερμανία) που οδήγησε στο αιματοκύλισμα του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε ότι η σύγχρονη αποικιοκρατία γεννήθηκε επίσης στην Ευρώπη (Ισπανία, Αγγλία, Γαλλία κλπ) ενώ με την σειρά της, η αποικιοκρατία γέννησε τις θεωρίες περί κατώτερων φυλών, τον ρατσισμό και την βία απέναντι στους υποδεέστερους λαούς. Δυστυχώς, η ίδια Ευρώπη που γέννησε τον ανθρωποκεντρισμό, τον διαφωτισμό και το κράτος δικαίου, γέννησε και τις πιο αντί-ανθρώπινες ιδέες και δράσεις.

Γυρνώντας λίγες δεκαετίες πίσω, βλέπουμε ότι ο φασισμός, με την αποκρουστικότερη μορφή του, τον ναζισμό, αναπτύχθηκε στην μεσοπολεμική Γερμανία και γρήγορα υιοθετήθηκε από τα περισσότερα τα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης που γεωστρατηγικά λειτουργούσαν ως δορυφόροι της Γερμανίας. Αυτά ακριβώς είναι και τα κράτη στα οποία σήμερα αυξάνεται η ακροδεξιά με μεγαλύτερους ρυθμούς. Η Αυστρία ήταν από τους στυλοβάτες του ναζιστικού καθεστώτος προσαρτώμενη  το 1938 στο Γερμανικό κράτος (Ανσλους : ένωση με την Γερμανία) ενώ σε όλη την διάρκεια της ιστορίας της ήταν αναπόσπαστο κομμάτι του γερμανικού έθνους και τμήμα της Αγίας Γερμανικής Αυτοκρατορίας έως το 1806. Η Αυστροουγγρική αυτοκρατορία που ακολούθησε διαμόρφωσε ένα στυγνό στρατοκρατικό καθεστώς για τους λαούς που εξουσίαζε, προάγοντας ρατσιστικές και αντισημιτικές πρακτικές. Ο άλλος «συνέταιρος» της αυτοκρατορίας, η Ουγγαρία ήταν η πρώτη χώρα (μετά την Ιταλία) που υιοθέτησε φασιστικό καθεστώς (1927, ναύαρχος Μικλός Χόρτι) και υποχρέωσε τους Εβραίους να φοράνε στα ρούχα τους το κίτρινο άστρο του Δαυίδ. Το 1940, η Ουγγαρία εντάχθηκε στον Άξονα και ο ουγγρικός στρατός συμμετείχε στην εισβολή στην Σοβιετική Ένωση ενώ οι ναζιστές Nyilas έστειλαν 500.000 Ούγγρους Εβραίους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στις υπόλοιπες επαρχίες της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, παρόλη την καταπίεση, ο φασισμός αναπτύχθηκε αντάξια του κατακτητή. Στην Σλοβακία, που έγινε αυτόνομο κράτος το 1938 (συνθήκη του Μονάχου) αλλά ελεγχόμενο από τους ναζί, η φρουρά Χλίνκα, με επικεφαλής τον καθολικό ιερέα Γιόζεφ Τίσο, έστειλε από το 1939 έως το 1945 χιλιάδες Εβραίους της Σλοβακίας στα κρεματόρια. Αντίστοιχα, στην Κροατία, επίσης τμήμα της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, οι ναζιστές Ουστάζι δημιούργησαν το 1941 το Ανεξάρτητο κράτος της Κροατίας και έκτισαν τα δικά τους στρατόπεδα συγκέντρωσης, στα οποία σκότωσαν τα 2/3 των εβραίων της Κροατίας και πάνω από 350.000 σέρβους σε μια προσπάθεια εθνοκάθαρσης.

Όσον αφορά την στάση των υπόλοιπων κρατών της Βόρειας Ευρώπης απέναντι στο ναζισμό, είναι γνωστή σε όλους μας.  Στην Νορβηγία, παρά την αντίσταση κάποιων μικροομάδων,   κυριάρχησαν τελικά οι γερμανόφιλοι του Κουίσλιγκ, ενώ οι γείτονές τους Φιλανδοί συμμάχησαν με τους ναζί στην προσπάθεια τους να επεκτείνουν τα σύνορά τους εις βάρος της Σοβιετικής Ένωσης. Η Δανία κράτησε ουδέτερη στάση χωρίς να αποφύγει την αναίμακτη προσάρτηση της από την Γερμανία, ενώ η Σουηδία ήταν η μόνη από τις σκανδιναβικές χώρες που έμεινε πραγματικά ουδέτερη. Οι Ολλανδοί και οι Βέλγοι, έριξαν λίγες πιστολιές για την τιμή των όπλων ενώ στην συνέχεια πάνω από 50 χιλ Ολλανδοί κατετάγησαν εθελοντικά στα SS.

Στα Βαλκάνια, η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη καθώς η Βουλγαρία και η Ρουμανία έγιναν μέλη του Άξονα στέλνοντας στρατό στο Ανατολικό μέτωπο, ενώ ταυτόχρονα η Βουλγαρία συμμετείχε στην κατάκτηση της Ελλάδος με ιδιαίτερα βάναυσο και ρεβανσιστικό τρόπο.

Στην Νότια Ευρώπη, η ακροδεξιά ήταν επίσης παρούσα την περίοδο του μεσοπολέμου, αλλά με ηπιότερες πρακτικές και διαφορετικούς γεωστρατηγικούς προσανατολισμούς. Ο ευρωπαϊκός νότος διοικούταν από δικτατορίες (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Ελλάδα) από τις οποίες η Ιταλική ήταν μέλος του Άξονα και ο γεννήτορας του Φασισμού. Όμως, παρά την ιδεολογική συγγένεια, τα κράτη αυτά είτε κράτησαν ουδέτερη στάση (Ισπανία, Πορτογαλία) είτε πολέμησαν εναντίον του Άξονα (Ελλάδα) πιεζόμενα κυρίως από το φρόνημα των λαών τους. Ακόμα και στην φασιστική Ιταλία υπήρχε ισχυρή αντίδραση από τον λαό που με την πρώτη ευκαιρία (1943) ανέτρεψε το καθεστώς και άλλαξε στρατόπεδο εντασσόμενη στου Συμμάχους.

Ακόμα και στους δύο βασικούς πυλώνες του αντιναζιστικού στρατοπέδου, την Αγγλία και την Γαλλία, υπήρχαν φασιστικοί πυρήνες, οι οποίοι δεν μπόρεσαν να αναπτυχθούν, κυρίως λόγω του γεωστρατηγικού ανταγωνισμού των κρατών αυτών με την Γερμανία.

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι στον μεσοπόλεμο ο φασισμός κυριάρχησε ως ιδεολογία στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, με σκληρότερες ή ηπιότερες παραλλαγές ανάλογα με την ταυτότητα του κάθε λαού. Τότε, η Ευρώπη προσπαθούσε να συνέλθει από τον α’ παγκόσμιο πόλεμο, ο οποίος κατέλυσε τις έως τότε κραταιές αυτοκρατορίες (Γερμανική, Αυστροουγγρική, Οθωμανική, Ρωσική) και διαμόρφωσε νέα κράτη με νέες κοινωνικές συνθήκες και νέες προσδοκίες. Η μετεξέλιξη αυτή δημιούργησε αναπόφευκτα και μια κρίση αξιών στους πληθυσμούς της Ευρώπης που από απρόσωποι υπήκοοι αυτοκρατοριών με φεουδαρχική αντίληψη κλήθηκαν να μετατραπούν σε πολίτες εθνικών κρατών με δημοκρατικά πολιτεύματα και εθνική ταυτότητα. Επιπλέον αυτών, οι πολίτες των νέων κρατών έπρεπε να αντιμετωπίσουν και την αλλαγή των παραγωγικών μοντέλων της περιόδου (εκβιομηχάνιση) αλλά και την οικονομική κρίση του 1930 που επιδείνωσε την οικονομική τους κατάσταση και οδήγησε πολλούς από αυτούς στην εξαθλίωση και την απελπισία. Φυσικά, σημαντικό ρόλο έπαιξε και η εμφάνιση της σοσιαλιστικής ιδεολογίας που διαδιδόταν ραγδαία την περίοδο εκείνη, με επιστέγασμα την Οκτωβριανή επανάσταση που εφάρμοζε στην σοβιετική Ρωσσία νέες παραγωγικές πρακτικές χωρίς την συμμετοχή κεφαλαιούχων. Όπως ήταν φυσικό, η αντίδραση της ευρωπαϊκής οικονομικής ελίτ ήταν να αγκαλιάσει και να προωθήσει την φασιστική ιδεολογία στην προσπάθεια της να εμποδίσει την διάδοση της «σοσιαλιστικής λαίλαπας». Ο λαός υπέκυψε στον λαϊκισμό και ακολούθησε. Άλλωστε, η εξέλιξη από τις φεουδαρχικές αυτοκρατορίες στην αστική/βιομηχανική δημοκρατία και στην συνέχεια στον σοσιαλισμό ήταν πολύ γρήγορη για να εμπεδωθεί από μία γενιά.

Έτσι λοιπόν, η φτώχεια και η κρίση αξιών του μεσοπολέμου διαμόρφωσαν το υπόβαθρο για την ανάπτυξη του φασισμού. Ο μεγαλοϊδεατισμός που προέβαλε ο φασισμός ήρθε να καλύψει το κενό και να δώσει ελπίδα στους κατατρεγμένους, ενώ η τάξη που υποσχόταν, φαινόταν ελκυστική απέναντι στην αταξία των κατεστραμμένων κοινωνικών. Σε κάθε περίπτωση, η απομάκρυνση των πολιτικών από την εξουσία φάνταζε ελκυστική καθώς αυτοί ήταν οι κύριοι υπεύθυνοι για την κατάσταση τους. Η συνέχεια της κρίσης του μεσοπολέμου είναι γνωστή σε όλους μας. Ένας ακόμα πόλεμος που δεν έλυσε τίποτα αλλά δημιούργησε επιπλέον καταστροφή. Στα αποκαΐδια του πολέμου αυτού γεννήθηκε η σύγχρονη Ευρώπη, η οποία ξέθαψε τον διαφωτισμό και ξαναθυμήθηκε την δημοκρατία. Μια νέα Ευρώπη που έστω και διαιρεμένη σε Ανατολική και Δυτική, δημιούργησε το κράτος δικαίου, το κράτος πρόνοιας και το ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Από τότε πέρασαν πάνω από 70 χρόνια και οι περισσότεροι θεωρούσαμε ότι το κεφάλαιο φασισμός είχε κλείσει οριστικά καθώς βιώναμε τα σημαντικά βήματα δημοκρατίας και σεβασμού του ανθρώπου πού έκανε η Ευρώπη από τότε, που σε συνδυασμό με την οικονομική ευρωστία την έκαναν για άλλη μια φορά πρότυπο ευημερίας στον πλανήτη.

Όμως, σήμερα, πολλοί Ευρωπαίοι αναρωτιούνται τι ήταν αυτό που άλλαξε στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια, στρέφοντάς την στο κακό παρελθόν της ακόμα και σε χώρες, όπου ο φασισμός ήταν ανύπαρκτος την περίοδο της ακμής του (μεσοπόλεμος), όπως η Γαλλία, η Αγγλία και η Δανία. Τι επηρέασε τους σοσιαλδημοκράτες Σκανδιναβούς που για δεκαετίες είχαν επιτύχει την υψηλότερη ευημερία που έχει γνωρίσει ποτέ η ανθρωπότητα ? Τους Σουηδούς και τους Δανούς, που ήταν υπέρμαχοι των «Αδεσμεύτων» και των δικαιωμάτων του Τρίτου κόσμου ? Τι οδήγησε τους Γερμανούς και Αυστριακούς να ξεπεράσουν τις ενοχές τους για τον τελευταίο πόλεμο και να ξανασυνταχθούν με τις ιδέες που τον προκάλεσαν? Τι συνέβη στους δημοκρατικούς Άγγλους και Γάλλους που με τόσο κόπο προσπάθησαν να αυτοκαθαρθούν από το αποικιοκρατικό τους παρελθόν, να επιστρέφουν σε αυτό? Τι ήταν αυτό που μετέστρεψε την μεγάλη μεταπολεμική αριστερή παράδοση των Ιταλών και των Γάλλων ? Τέλος, τι συνέβη σε χώρες όπως οι Ελλάδα και η Κύπρος  που ο φασισμός δεν ευδοκίμησε ποτέ αλλά αντίθετα προκάλεσε πολλά δεινά?

Η απάντηση πιστεύω ότι είναι απλή και κατανοητή και οι αιτίες ακριβώς οι ίδιες που οδήγησαν στην άνοδο του φασισμού στον μεσοπόλεμο : Φτώχεια και κρίση αξιών.

Η οικονομική κατάσταση των ευρωπαϊκών κρατών έχει επιδεινωθεί τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της παγκοσμιοποίησης και του ανταγωνισμού με τις αναδυόμενες οικονομίες. Η θέσπιση του ευρώ λειτούργησε μάλλον αρνητικά στα περισσότερα κράτη, γιγαντώνοντας την Γερμανία, ενώ η οικονομική κρίση του 2008 αποδυνάμωσε και άλλο τα περιφερειακά κράτη της Ευρώπης. Οι συνειρμοί αναπόφευκτοι, όπως και η λιτότητα και οι περικοπές στο κοινωνικό κράτος. Η κρίση των αξιών πλησιάζει υποβοηθούμενη από την παγκοσμιοποιημένη κοινωνία που προωθεί τον ανταγωνισμό και την ατομικότητα. Η διαφορετικότητα δεν συγχωρείται σε κανένα επίπεδο. Η πολιτική υποχωρεί και ο λαϊκισμός κυριαρχεί. Η ρητορική υπέρ των ικανών και της εφαρμογής αδιάσειστων κανόνων φαντάζει ως νομοτέλεια. Το περιβάλλον είναι έτοιμο για την επόμενη φάση. Όπως και στον μεσοπόλεμο. Όλα δείχνουν ότι ο φασισμός υποβόσκει στην Ευρωπαϊκή ήπειρο, περιμένοντας να ξαναγεννηθεί όταν οι συνθήκες το ευνοήσουν.

Φυσικά, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας και την διαφορετική εξέλιξη, από τον μεσοπόλεμο έως τώρα μεταξύ της Δυτικής και Ανατολικής Ευρώπης. Στην Δυτική Ευρώπη, το κράτος πρόνοιας που δημιουργήθηκε μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο αλλά και η ισχυρή παρουσία της αριστεράς  (Γαλλία, Ιταλία κλπ) δεν έδιναν χώρο στην ανάπτυξη της ακροδεξιάς. Η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και η εξάλειψη του «κουμουνιστικού κινδύνου», οδήγησαν στην νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη της τελευταίας 20-ετίας που δημιούργησε λιτότητα και περιορισμό των κοινωνικών παροχών, οδηγώντας τα λαϊκά στρώματα στην περιχαράκωση και τον συντηρητισμό. Αντίθετα, στην Ανατολική Ευρώπη ο όψιμος καπιταλισμός οδήγησε στην ανάπτυξη ολιγαρχικών καθεστώτων τα οποία, χωρίς το ευρωπαϊκό κεκτημένο και το κράτος πρόνοιας της Δυτικής Ευρώπης, δημιούργησαν στις κοινωνίες τάσεις επιστροφής στην περίοδο του μεσοπολέμου. Η μανία κάλυψης του χαμένου χρόνου διεύρυνε τις κοινωνικές αντιθέσεις οδηγώντας στις κλασικές αιτίες του κακού (Εβραίοι, τσιγγάνοι, ξένοι κλπ) συνεπικουρούμενη από την υπεροψία του όψιμου Ευρωπαίου.

Για άλλη μια φορά, φαίνεται ότι οι Ευρωπαίοι, παρά τις επιμέρους διαφορές, δεν μαθαίνουν από τα λάθη τους και ούτε διδάσκονται από το πλούσιο παρελθόν τους. Όμως, δυστυχώς για αυτούς, η ιστορία έχει αποδείξει ότι «εκδικείται» τους λαούς που εμφανίζουν υπεροψία και ύβρη ενώ αντίθετα επιβραβεύει αυτούς που εξελίσσονται διδασκόμενοι από το παρελθόν.

Όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι η ευμάρεια ευνοεί την δημοκρατία ενώ αντίθετα η φτώχεια δημιουργεί το υπόβαθρο για την ανάπτυξη του λαϊκισμού. Όταν δε, η φτώχεια συνδυασθεί με αίσθημα ταπείνωσης και απελπισίας (προσωπικό ή εθνικό) το περιβάλλον είναι έτοιμο για την επέλαση του λαϊκισμού. Για να ολοκληρωθεί η συνταγή απαιτείται μια συγκολλητική ουσία, που δεν είναι άλλη από την έλλειψη κρίσης (και μνήμης) που φαίνεται ότι ενδημεί στην Ευρώπη ή μάλλον ευνοείται από τον εφησυχασμό της ευμάρειας. Διότι, η ευμάρεια, εκτός από την δημοκρατία ευνοεί και τον εφησυχασμό, ο οποίος αδυνατίζει την κρίση και την μνήμη των ανθρώπων οδηγώντας τους στην μυθοποίηση του ατομικού ευδαιμονισμού.

Σήμερα, οι Ευρωπαίοι δεν δικαιολογούνται να κάνουν το ίδιο λάθος και να επαναλάβουν ένα ακόμα κύκλο δυστυχίας και καταστροφών. Δεν δικαιολογούνται να αφήσουν την ευμάρεια να καταστρέψει για άλλη μια φορά την κρίση (και την μνήμη) τους. Ούτε δικαιολογούνται να υποκύπτουν τόσο εύκολα στον λαϊκισμό και να υιοθετούν απλοϊκές αιτιάσεις των προβλημάτων τους. Οι Ευρωπαίοι, έχουν μια πολύχρονη ιστορία και παράδοση στην επινόηση νέων προοδευτικών ιδεών και συστημάτων. Από την άμεση δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας, στον διαφωτισμό και στην ένδοξη επανάσταση στην Αγγλία έως την Γαλλική επανάσταση και την σοσιαλιστική ιδεολογία. Οι Ευρωπαίοι έχουν την γνώση και την κρίση να «γεννήσουν» ένα νέο σύστημα που θα τους λύσει τα προβλήματα και όχι να επιστρέψουν σε παλιές πρακτικές που θα τους δημιουργήσουν και άλλα.

Η Ευρώπη βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή και πρέπει να επιλέξει αν θα προχωρήσει εμπρός επιβεβαιώνοντας τον ιστορικό της ρόλο ή θα βουλιάξει στην παρακμή ενός νέου μεσαίωνα.  

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016

real politik ?

Με τον μανδύα του ρεαλιστή πολιτικού, εμφανίσθηκε ο πρωθυπουργός στην φετινή ΔΕΘ. Δεν έδωσε καμία υπόσχεση και υπεραμύνθηκε των επιλογών του, ως αναγκαστικές υποχωρήσεις για την διάσωση της χώρας. Υπήρξαν αρκετές στιγμές, που τα επιχειρήματά του μου θύμισαν τους προκατόχους του, ιδίως όταν αναφερόταν στο μνημόνιο που υπέγραψε, την διαπραγμάτευση αλλά και την προοπτική εξόδου από τα μνημόνια.

Ο Συριζα, μετά την κωλοτούμπα του περυσινού Ιουνίου έχει υιοθετήσει σχεδόν πλήρως τις επιταγές της τρόικας, τις οποίες προσπαθεί με περισσή επιμέλεια να εφαρμόσει στο ακέραιο. Το ιδεολογικό του στίγμα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί στην καλύτερη περίπτωση σοσιαλδημοκρατικό με αρκετή δόση φιλελευθερισμού και οι βασικές πολιτικές του επιλογές είναι συνέχεια των πολιτικών των προκατόχων του, επιβεβαιώνοντας ότι η πολιτική της χώρας δυστυχώς καθορίζεται στις Βρυξέλλες (αν όχι στο Βερολίνο). 

Προσωπικά, είμαι από αυτούς που δεν πίστεψαν στο «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» καθώς είχα την βεβαιότητα ότι ήταν αδύνατον να εφαρμοσθεί. Όμως, οι τότε (το 2014) εξαγγελίες του Τσίπρα, ήταν αυτές που αργότερα δημιούργησαν το σημαντικότερο έλλειμμα αξιοπιστίας της σημερινής κυβέρνησης, καθώς αρκετοί συμπολίτες μας επένδυσαν την απελπισία τους σε αυτές. Έτσι, για άλλη μια φορά τα τελευταία χρόνια, η ελπίδα μετατράπηκε σε αίσθημα εξαπάτησης συμβάλλοντας στην περαιτέρω απαξίωση του πολιτικού συστήματος της χώρας. Ο λαϊκισμός του Τσίπρα δεν ήταν περισσότερος από τον λαϊκισμό των άλλων κομμάτων, απλά ήταν πιο αποτελεσματικός καθώς περιβαλλόταν από το ηθικό πλεονέκτημα αυτού που δεν είχε ακόμα δοκιμασθεί.

Σήμερα, που ο Τσίπρας έχει δοκιμασθεί, πιθανότατα συγκαταλέγεται μεταξύ των «Μαυρογυαλούρων» που κυβέρνησαν τις προηγούμενες δεκαετίες και μόνιμα υποσχόταν αυτά που ήθελε να ακούσει ο (ανώριμος) λαός μας και όχι αυτά που μπορούσαν να υλοποιήσουν. Παρόλα αυτά, ο Τσίπρας διατηρεί ακόμα (για πόσο άραγε?) το ηθικό πλεονέκτημα της μη εμπλοκής του στην διαφθορά που είναι και το τελευταίο του όπλο απέναντι στους πολιτικούς του αντιπάλους. Χρησιμοποιώ την έκφραση «το τελευταίο του όπλο» γιατί και αυτός, όπως και οι προκάτοχοι του, δεν αξιοποίησε αυτό που εγώ προσωπικά θεωρούσα το «βασικό του όπλο» δηλαδή τον εξορθολογισμό του κράτους (πάταξη της διαφθοράς, φοροδιαφυγής-ενίσχυση του κράτους δικαίου κλπ) που στην Ελλάδα υπολείπεται των λοιπών ευρωπαϊκών κρατών. 

Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε ότι ο Συριζα κέρδισε τις τελευταίες εκλογές (Σεπτέμβριος 2015) παρά την κωλοτούμπα και την υπογραφή του 3ου μνημονίου, διότι πολλοί από τους συμπολίτες μας απλά δεν ήθελαν να ξαναδούν στα κυβερνητικά έδρανα, την ΝΔ και το ΠαΣοΚ που θεωρούν υπεύθυνους για την κατάσταση της χώρας. Ο Συριζα ευθύνεται ελάχιστα για το πώς φτάσαμε έως εδώ, όμως ευθύνεται για την διατήρηση της ίδιας κατάστασης, όχι σε επίπεδο μέτρων, αλλά σε επίπεδο προοπτικής ανάκαμψης. 

Αντίθετα, δεν κατανοώ τι διαφορετικό θα κάνει μία επόμενη κυβέρνηση ΝΔ-ΠαΣοΚ (ή όποια άλλη) από αυτό που δεν μπόρεσε (ή δεν ήθελε) να κάνει η κυβέρνηση Σαμαρά ή η κυβέρνηση Τσίπρα. Δυστυχώς, στην χώρα μας «ο μεγάλος ασθενής» είναι η ίδια η Πολιτεία και ο τρόπος που ανέχεται (ή συντηρεί) προβληματικές νοοτροπίες πολλών συμπολιτών μας που τελικά διαμορφώνουν τον τρόπο λειτουργίας της κοινωνίας και της οικονομίας μας.

Η χώρα χρειάζεται τομές (μερικές αρκετά σκληρές) και αλήθειες (μερικές πολύ σκληρές) καθώς το πρόβλημα της είναι κυρίως διαρθρωτικό (όχι οικονομικό) και κατά συνέπεια πολιτικό με σημαντικές κοινωνικές προεκτάσεις. Προσωπικά πιστεύω ότι η κάθε κυβέρνηση, πριν φτάσει στο σημείο να επιλέξει το αριστερό ή δεξιό στίγμα της πολιτικής της, πρέπει να διασφαλίσει τις αυτονόητες λειτουργίες ενός κράτους και της οικονομίας του, που πρωτίστως στηρίζονται στην κοινή λογική. Στην χώρα μας αυτό είναι ακόμα ζητούμενο και ούτε καν στόχος των μέχρι τώρα κυβερνήσεων.

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016

μήπως θα αναπολήσουμε την Μέρκελ ?

Οι προχθεσινές εκλογές στο κρατίδιο του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας, ξύπνησαν τα αντανακλαστικά πολλών δημοκρατικών πολιτών της Ευρώπης. Το ξενοφοβικό – και κατά πολλούς Γερμανούς ακροδεξιό - κόμμα «Εναλλακτική για την Γερμανία» (AfD) ήρθε δεύτερο με 21% των ψήφων, ξεπερνώντας το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα της Μέρκελ και μάλιστα στην εκλογική της περιφέρεια. 

Η ρητορική του AfD δεν αφήνει πολλά περιθώρια ελπίδας καθώς είναι ακραία ξενοφοβική με αρκετά στοιχεία ρατσισμού και αντι-ισλαμισμού. Όσον αφορά την ΕΕ, το AfD έχει σαφή προσανατολισμό εναντίον του ευρώ και έντονα ευρωσκεπτικιστικά στοιχεία. Η άνοδός του στηρίχθηκε κυρίως στην δημαγωγία εναντίον των προσφύγων, στηλιτεύοντας την μεταναστευτική πολιτική της Μέρκελ – πολιτική με στοιχεία αλληλεγγύης που θεωρείται θετική για τις χώρες του Νότου. Το AfD προβάλλεται ως αντισυστημικό κόμμα απέναντι στο «παλαιό πολιτικό σύστημα» των Χριστιανοδημοκρατών-Σοσιαλδημοκρατών και υπόσχεται την ισχυροποίηση της Γερμανίας μέσα από ακραία νεοφιλελεύθερες λύσεις.

Το AfD ιδρύθηκε μόλις πριν από τρία χρόνια και στις τελευταίες περιφερειακές εκλογές (2015,2016) συγκέντρωσε πάνω από 20% σε Βάδη-Βυρτεμβέργη, Σαξωνία-Ανχαλτ και Βρανδεμβούργο, και πάνω από 10% σε Βρέμη, Ρηνανία-Παλατινάτο και Θουρινγκία κινδυνεύοντας να μετατραπεί σε ρυθμιστή των επόμενων ομοσπονδιακών εκλογών στην Γερμανία. Ολοι αντιλαμβανόμαστε ότι η επικράτηση πολιτικών ακραίου νεοφιλελευθερισμού και ξενοφοβίας στην Γερμανία θα σημάνουν την ταφόπλακα της ΕΕ οδηγώντας την ήπειρό μας σε νέες περιπέτειες.

Οι εκλογικές επιτυχίες κομμάτων σαν το AfD μας κάνουν να φοβόμαστε ότι υπάρχουν πολύ χειρότερες πολιτικές από αυτές της Μέρκελ και του Σοϊμπλε, οι οποίοι τουλάχιστον ακολουθούν τους κανόνες της πολιτικής σκέψης και της δημοκρατικής νομιμότητας, εφαρμόζοντας (έστω στοιχειωδώς) πολιτικές κράτους δικαίου, πρόνοιας και ευρωπαϊκού κεκτημένου.

Ελπίζω να μην τους αναπολήσουμε !

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

Το φάντασμα της ακροδεξιάς

Τα τελευταία χρόνια, παρατηρούμε μια σημαντική αύξηση των ακροδεξιών, εθνικιστικών και ξενοφοβικών αντιλήψεων στην Ευρώπη, που προβληματίζει ιδιαίτερα τους δημοκρατικά σκεπτόμενους πολίτες. Μετά από μία μεγάλη περίοδο πλήρους ελευθερίας και δημοκρατίας, η Ευρώπη αρχίζει να περιχαρακώνεται και να κλείνεται στον εαυτό της, ενώ οι αξίες του Ευρωπαϊκού κεκτημένου (ισότητα, αλληλεγγύη, σεβασμός των αδυνάτων και της διαφορετικότητας κλπ) αρχίζουν να ξεθωριάζουν. Αντίθετα, μετά από δεκαετίες ξανακούγονται απόψεις περί κατώτερων πολιτισμών και καθαρότητας φυλών, περί ανικανότητας και τεμπελιάς των φτωχών και ανάγκης περισσότερης πειθαρχίας. Οι απόψεις αυτές ενθαρρύνουν την εσωστρέφεια αλλά και αυταρχικές πρακτικές όπως το κλείσιμο των  συνόρων και την βίαιη επιβολή της τάξης ενώ ταυτόχρονα υποθάλπουν τον λαϊκισμό και. ευνοούν τις θεωρίες συνομωσίας.

Τον προηγούμενο Μάϊο, ο ακροδεξιός υποψήφιος Χόφερ έχασε στις προεδρικές εκλογές της Αυστρίας για μόλις 30.000 ψήφους (σε σύνολο 6 εκατ ψηφοφόρων), λαμβάνοντας το εντυπωσιακό ποσοστό του 49,8%. Ο αντίπαλος του και οριακός νικητής των εκλογών, Φαν ντερ Μπέλλεν συγκέντρωσε τις ψήφους όλων των κομμάτων του δημοκρατικού τόξου (Χριστιανοδημοκράτες, Σοσιαλδημοκράτες, Πράσινοι κλπ) ανακουφίζοντας την δημοκρατική Ευρώπη. Το ακροδεξιό κόμμα του Χόφερ, «Αυστριακό κόμμα της Ελευθερίας» είχε συγκεντρώσει στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές του 2015, το 20% των ψήφων και τώρα διεκδικεί επανάληψη των προεδρικών εκλογών επαναφέροντας τον κίνδυνο του πρώτου ακροδεξιού προέδρου στην Ευρώπη.

Τα αποτελέσματα αυτά, μας θυμίζουν τις τελευταίες προεδρικές εκλογές στην Γαλλία (2012), όπου το ακροδεξιό «Εθνικό Μέτωπο» της Μαριν Λε Πεν είχε συγκεντρώσει στον πρώτο γύρο ποσοστό 18% και για αρκετό διάστημα φάνταζε στις δημοσκοπήσεις ως διεκδικητής της προεδρίας. Το Εθνικό Μέτωπο είχε συγκεντρώσει το 25% των ψήφων στις ευρωεκλογές του 2014, ενώ σήμερα η ΛεΠέν έχει ενισχύσει την θέση της και προηγείται στις δημοσκοπήσεις για τις προεδρικές εκλογές του 2017.

Στην Ουγγαρία, η δεξιά κυβέρνηση Ουρμπάν ολισθαίνει συνεχώς, υπό την πίεση των εθνικιστών του Jobbik, σε ακροδεξιά ρητορική και αυταρχικές πρακτικές, απομονώνοντας την χώρα από τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ. Στις τελευταίες εκλογές (2014), το εθνικιστικό και φιλοναζιστικό κόμμα «Jobbik» συγκέντρωσε το 20% των ψήφων και αναδείχθηκε 2ο κόμμα στο κοινοβούλιο.

Στην Τσεχία ο «Εθνικός Συνασπισμός – Αυγή» με λαϊκιστική και ξενοφοβική ρητορεία συγκέντρωσε στις εκλογές του 2013 το 7% των ψήφων και 14 από τις 200 έδρες μειώνοντας όμως την δύναμη του στις ευρωεκλογές του 2014 (2%), πιθανότατα εξαιτίας της πρωτοφανούς αποχής (80%). Αντίστοιχα, την γειτονική Σλοβακία, το ακροδεξιό κόμμα «Λαϊκό Κόμμα-Η Σλοβακία μας»  κατάφερε να συγκεντρώσει στις εκλογές του 2015 ποσοστό 8% και να μπει στην Βουλή, διοργανώνοντας κινητοποιήσεις εναντίον των Τσιγγάνων και των μεταναστών. Ο αρχηγός του, Μαριάν Κοτλέμπα, πρώην ηγέτης του νεοναζιστικού κόμματος «Σλοβακική Αδελφότητα» (το οποίο απαγορεύθηκε το 2009), διοργάνωνε συγκεντρώσεις μνήμης για την φρουρά Χλίνκα της ναζιστικής περιόδου.

Βορειότερα, στην Πολωνία το κόμμα των ευρωσκεπτικιστών «Νόμος και Δικαιοσύνη» των αδελφών Κατσίνσκι κέρδισε αυτοδύναμα στις τελευταίες εκλογές (2015) με ρητορεία εθνικής καχυποψίας και ακραίων συντηρητικών απόψεων (επαναφορά θανατικής καταδίκης, τιμωρία ομοφυλόφιλων, ξενοφοβία κλπ). Το φιλοναζιστικό κόμμα «Νέο Δεξιό Κογκρέσο» που είχε συγκεντρώσει 6% στις τελευταίες ευρωεκλογές (2014) απορροφήθηκε εκλογικά από το κυβερνών κόμμα που προέβαλε προεκλογικά πολλές από τις θέσεις του.

Στην Γερμανία, παρά τις ενοχές για το ναζιστικό παρελθόν, το ξενοφοβικό κόμμα «εναλλακτική για την Γερμανία» αύξησε τις δυνάμεις του στις τελευταίες περιφερειακές εκλογές και σήμερα συγκεντρώνει στις δημοσκοπήσεις ποσοστά μεγαλύτερα του 10%. Το νεοναζιστικό κόμμα NPD με διακηρύξεις υπέρ του εθνικοσοσιαλισμού σόκαρε όλη την Ευρώπη όταν στις τελευταίες ευρωεκλογές πήρε 1% και εξέλεξε έναν ευρωβουλευτή. Εκτός από το NPD στην Γερμανία δραστηριοποιείται η αντιμουσουλμανική «Pegida», μια πλήρως ρατσιστική οργάνωση που οργανώνει βίαιες διαδηλώσεις και ξυλοδαρμούς μεταναστών.

Στην Ολλανδία το «κόμμα για την Ελευθερία» του Γκέερτ Βίλντερς συγκέντρωσε στις τελευταίες εκλογές (2012) το 10% των ψήφων χρησιμοποιώντας αντί-ισλαμική και αντί-μεταναστευτική ρητορεία. Στις ευρωεκλογές του 2014 αύξησε τις δυνάμεις του στο 12%  ενώ σήμερα είναι το 1ο κόμμα σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις. Δίπλα, στο Βέλγιο, το αυτονομιστικό «Φλαμανδικό συμφέρον» έχει τρείς έδρες στην Βουλή (4% των ψήφων) και είναι μετεξέλιξη του «Φλαμανδικού Μπλόκ» το οποίο καταδικάσθηκε το 2004 για ρατσισμό. Το κόμμα επικεντρώνεται στην απόσχιση της Φλάνδρας από το Βέλγιο και ζητάει την εκδίωξη των μεταναστών.  

Στις σκανδιναβικές χώρες, με το πρόσφατο φιλειρηνικό και δημοκρατικό παρελθόν, η κατάσταση δεν είναι καλύτερη. Στην Σουηδία, άλλοτε πρωτοπόρα του κινήματος των Αδεσμεύτων, το ξενοφοβικό κόμμα των «Σουηδών Δημοκρατών» πήρε στις τελευταίες εκλογές (2014) ποσοστό 13% και από τότε αυξάνονται συνεχώς τα δημοσκοπικά  ποσοστά του, ενώ στην γειτονική Νορβηγία το λαϊκιστικό και ακραία συντηρητικό  «κόμμα της Προόδου» συγκέντρωσε στις τελευταίες εκλογές (2013), το 16% των ψήφων. Στην Δανία, το ακροδεξιό «Δανικό Λαϊκό κόμμα» είναι το 2ο μεγαλύτερο κόμμα στο κοινοβούλιο με 37 έδρες (από συνολικά 179) και από το 2001 έως το 2011 στήριζε τις συντηρητικές κυβερνήσεις. Η πρώην επικεφαλής του Πία Κγιερσγκάαρντ ήταν υπέρμαχη του όχι στο ευρώ και γνωστή για τις ρατσιστικές και αντί-μουσουλμανικές της απόψεις. Στην γειτονική Φινλανδία, το ακροδεξιό κόμμα «αληθινοί Φιλανδοί» συμμετέχει στον κεντροδεξιό κυβερνητικό σχηματισμό και είναι το 2ο κόμμα στην Βουλή (38 έδρες στις 200) με 18% των ψήφων. Το κόμμα διατηρεί υπόγειες σχέσεις με το εξωκοινοβουλευτικό ναζιστικό Κίνημα Φιλανδικής Αντίστασης. 

Ακόμα και την φιλελεύθερη Μ.Βρετανία όπου ο φασισμός δεν είχε ποτέ σημαντική απήχηση, το ξενοφοβικό «κόμμα της Ανεξαρτησίας» του Νάϊτζελ Φάρατζ πήρε στις εκλογές του 2015 το 12,5% των ψήφων ενώ στις τελευταίες ευρωεκλογές (2014) είχε αναδειχθεί πρώτο κόμμα με 27,5 % ξεκινώντας την συζήτηση για την έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ την οποία επέτυχε με ποσοστό 52%. Στην «ουδέτερη» Ελβετία, το ξενοφοβικό «Ελβετικό Λαϊκό Κόμμα» είναι το ισχυρότερο κόμμα στην Βουλή (30% ψήφων) κατέχοντας το 1/3 των εδρών.

Στα Βαλκάνια, η κατάσταση ξυπνάει μνήμες του παρελθόντος καθώς στην Βουλγαρία τα δύο φασιστικά κόμματα έχουν μαζί 30 έδρες (από τις 240) στην Βουλή. Το κόμμα «Επίθεση» (Ataka) συγκέντρωσε στις εκλογές του 2014 το 4% ενώ το «Πατριωτικό Μέτωπο» το 7% των ψήφων. Η ρητορική τους επικεντρώνεται κυρίως εναντίον των Τσιγγάνων (10% πληθυσμού Βουλγαρίας) και της μουσουλμανικής μειονότητας της Βουλγαρίας. Στην χώρα υπάρχει επίσης το VMRO με αλυτρωτικές επιδιώξεις για την Μεγάλη Βουλγαρία, που όμως δεν έχει μεγάλη απήχηση. Αντίστοιχα, στην Ρουμανία το αντισημιτικό «κόμμα μεγάλης Ρουμανίας» είχε λάβει στις εκλογές του 2004 το 13,5% αλλά στις εκλογές του 2008 δεν κατάφερε να περάσει το 5% και να μπει στην Βουλή.

Στον νότο της Ευρώπης, η ακροδεξιά δεν αυξάνει θεαματικά την επιρροή της αλλά υποκρύπτεται μέσα σε άλλους πολιτικούς σχηματισμούς. Στην Ιταλία, η ξενοφοβική «Λέγκα του Βορρά» που προωθεί την απόσχιση της Παδανίας συμμετείχε στις τελευταίες εκλογές στον κεντροδεξιό συνασπισμό του Μπερλουσκόνι ενώ στις περιφερειακές εκλογές σημείωσε υψηλά ποσοστά σε αρκετές περιφέρειες της Βορείου Ιταλίας. Στις ευρωεκλογές του 2014, η Λέγκα πήρε το 6% των ψήφων ενώ σήμερα βρίσκεται δημοσκοπικά στο 13%, αυξάνοντας τα ποσοστά της κυρίως στον Βορρά. Στην Πορτογαλία και την Ισπανία, η ακροδεξιά δεν έχει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, όμως μεγάλο μέρος των Ισπανών νοσταλγών του Φράνκο, κρύβεται μέσα στο Λαϊκό Κόμμα. Πρόσφατα ιδρύθηκε στην Ισπανία παρακλάδι της δικής μας Χρυσής Αυγής, με το ίδιο όνομα.

Στην Ελλάδα, η γνωστή σε όλους μας «Χρυσή Αυγή» που βαρύνεται με βιαιοπραγίες, δολοφονίες και ρατσιστική ρητορεία είναι το τρίτο κόμμα στην Βουλή παίρνοντας 7% στις τελευταίες εκλογές (Σεπ 2015) ενώ στις πρόσφατες εκλογές στην Κύπρο, το ακροδεξιό κόμμα ΕΛΑΜ, αδελφό της Χρυσής Αυγής, πέρασε το φράγμα του 3% και μπήκε στην Βουλή.

Η Ευρώπη φαίνεται ότι φλερτάρει ξανά με μία από τις χειρότερες περιόδους της ιστορίας της, τότε που στους δρόμους κυκλοφορούσαν άνδρες με θυρεούς και στολές,  ξυλοφορτώνοντας και καταστρέφοντας την περιουσία όποιου θεωρούσαν απειλή ή διαφορετικό από αυτούς. Το φαινόμενο της ακροδεξιάς έξαρσης παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις καθώς κατακλύζει την Ευρώπη από άκρο σε άκρο, ανεξάρτητα από το παρελθόν ή τον πολιτισμό της κάθε χώρας.

Τα παραπάνω στοιχεία πρέπει να αναλυθούν σε βάθος από τις πολιτικές ηγεσίες της Ευρώπης (όσο ανίκανες και αν είναι) για να μην βρεθούμε ξαφνικά σε αδιέξοδες καταστάσεις που θα σηματοδοτήσουν αρνητικά το μέλλον της ηπείρου μας.  

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

η Τουρκία σε κρίση

Το πραξικόπημα στην Τουρκία απέτυχε, όμως η αντίδραση του Ερντογάν φαίνεται ότι βάζει την χώρα σε νέες και μεγάλες περιπέτειες. Την νύχτα του πραξικοπήματος, ο Ερντογάν  έριξε μία πολύ επικίνδυνη ζαριά, καθώς η έκκληση του στον λαό να βγει στους δρόμους  θα μπορούσε να είχε οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη αιματοχυσία, αν οι πραξικοπηματίες ήταν πιο αποφασισμένοι. Η ενέργεια αυτή επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά ότι οι λαϊκιστές ηγέτες είναι απρόβλεπτοι και συχνά ρισκάρουν τα πάντα όταν διακυβεύεται η εξουσία τους.

Εκτός από την κινητοποίηση του λαού, το πραξικόπημα υπονομεύθηκε από την κακή οργάνωση, τον ερασιτεχνικό συντονισμό και την περιορισμένη στήριξη του από την ηγεσία του στρατού. Παρ’ όλα αυτά, η βασική αιτία της αποτυχίας του αποδείχθηκε ότι ήταν η ενεργοποίηση  του λαού που για πρώτη φορά αμφισβήτησε την παντοδυναμία του στρατού και αντιμετώπισε τους πραξικοπηματίες. Ας μην ξεχνάμε, ότι η κεμαλική παράδοση στην Τουρκία, θέλει τον στρατό να παρεμβαίνει όταν απειλείται ο κοσμικός χαρακτήρας του τουρκικού κράτους, με τον λαό να υποστηρίζει πάντα τις επιλογές του. Δυστυχώς όμως αποδείχθηκε ότι  η διακοπή αυτής  της παράδοσης δεν ήταν αποτέλεσμα της δημοκρατικής ευαισθησίας του τουρκικού λαού, αλλά μάλλον περιφρούρηση του θεόσταλτου σουλτανικού καθεστώτος. 

Αυτό που ακολούθησε, άφησε άφωνο όλον τον πλανήτη! Οι πραξικοπηματίες διαπομπεύτηκαν, ξυλοκοπήθηκαν, βιάσθηκαν και μερικοί από αυτούς λυντσαρίστηκαν. Η δύναμη του (κατευθυνόμενου) όχλου κυριάρχησε για άλλη μια φορά στην γειτονική χώρα, προβληματίζοντας για το επίπεδο της δημοκρατίας στην Τουρκία. Οι κανόνες του κράτους δικαίου καταπατήθηκαν βάναυσα, τα ανθρώπινα δικαιώματα αγνοήθηκαν όπως και η αξιοπρέπεια των κατηγορουμένων. Από την ημέρα εκείνη, ο Ερντογάν επιχειρεί ως σύγχρονος Σουλτάνος, θολωμένος από εκδικητική μανία, να εκκαθαρίσει όλους τους πολιτικούς (και όχι μόνο) αντιπάλους του. Γκιουλενιστές, δυτικόφιλοι, αριστεροί, Κούρδοι και κάθε μορφής επικριτές του στοχοποιούνται και διώκονται, με πρόφαση την απόπειρα πραξικοπήματος. Έως τώρα, έχουν συλληφθεί ή έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα 60.000 Τούρκοι δημόσιοι υπάλληλοι (στρατιωτικοί, δικαστές, καθηγητές κλπ) και πάνω από 2.000 στελέχη τραπεζών και ιδιωτικών εταιρειών. Διώκονται ακόμα και στρατιώτες, οι οποίοι αμφιβάλλω αν γνώριζαν τι έκαναν εκείνο το βράδυ ακολουθώντας τις διαταγές των ανωτέρων τους που όλοι γνωρίζουμε τι σημαίνουν σε ένα στρατοκρατικό καθεστώς όπως η Τουρκία. Η ταχύτητα με την οποία έδρασε το καθεστώς Ερντογάν υποδηλώνει ότι οι «λίστες» των εκκαθαρίσεων ήταν ήδη έτοιμες και περίμεναν την ευκαιρία να αξιοποιηθούν. 

Η αντίδραση του Ερντογάν άφησε άφωνο και εμένα καθώς τον θεωρούσα δημοκρατικότερο αλλά κυρίως εξυπνότερο. Την ώρα που εξελισσόταν  το πραξικόπημα, πίστεψα ότι ο Ερντογάν θα  αξιοποιήσει την αποτυχημένη απόπειρα εκτροπής , προωθώντας μέτρα εκδημοκρατισμού της χώρας  και των ενόπλων δυνάμεων, ενισχύοντας την εικόνα του στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.  Αντί αυτού, είμαστε θεατές της προσπάθειας του να κυριαρχήσει απόλυτα στην χώρα του, με εντυπωσιακή σκληρότητα  και αυταρχικότητα που διαιρούν την κοινωνία και οδηγούν την χώρα δεκαετίες πίσω. Η δημόσια διοίκηση έχει παραλύσει και ο στρατός έχει αποδιοργανωθεί. Η χώρα μοιάζει να  περιχαρακώνεται από την διεθνή κοινότητα και να επιστρέφει στις παραδοσιακές αξίες της θρησκείας και της αυταρχικής πατριαρχικής οικογένειας. Οι ενέργειες αυτές δείχνουν ότι ο Ερντογάν αδιαφορεί για τις οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις και ενδιαφέρεται μόνο για την εγκαθίδρυση του δικού του καθεστώτος, εξανεμίζοντας τα θετικά επιτεύγματα δεκαετιών της χώρας του. Η ικανότητα του να χειραγωγεί τον μισό πληθυσμό της χώρας (κυρίως λαϊκά και αγροτικά στρώματα) έχει τον κίνδυνο να τον φέρει σύντομα σε αντίθεση με τον υπόλοιπο πληθυσμό (οικονομική ελίτ, αστοί  μεγάλων πόλεων, μειονότητες) και να αναζωπυρώσει μειονοτικές και αποσχιστικές τάσεις (Κούρδοι, Αλεβίτες κλπ). Ο Ερντογάν κάνει το ίδιο λάθος  με τους τελευταίους σουλτάνους που προτίμησαν να διαμελίσουν την Οθωμανική αυτοκρατορία παρά να την εκσυγχρονίσουν, για να μην χάσουν μέρος από την εξουσία τους.

Όσον αφορά την Ελλάδα, η κατάσταση στην Τουρκία μπορεί να γεννά ανησυχία αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί ευκαιρίες. Η πιθανότητα εξαγωγής της κρίσης είναι υπαρκτή αλλά θεωρώ περιορισμένης σοβαρότητας καθώς ο στρατός της Τουρκίας έχει αποδυναμωθεί και έχει χάσει το κύρος και το ηθικό του. Αντίθετα, πιστεύω ότι η σημερινή κατάσταση στην Τουρκία δεν της επιτρέπει καμία όξυνση με την Ελλάδα καθώς διακινδυνεύουν να βρεθούν ακόμα πιο απομονωμένοι διεθνώς. Όλοι αντιλαμβάνονται ότι η εικόνα της Τουρκίας στο εξωτερικό έχει δεχθεί ένα ισχυρό πλήγμα και οι διεθνείς της σχέσεις έχουν μπεί σε  μία περίοδο αβεβαιότητας. Οι ενέργειες του Ερντογάν κινδυνεύουν να μετασχηματίσουν την Τουρκία  σε μία μουσουλμανική ασιατική χώρα με ασαφή γεωπολιτικό προσανατολισμό. Οι βεβιασμένες ενέργειες του, να προσεγγίσει ξανά την Ρωσία ή το Ισραήλ επιδεινώνουν την κατάσταση διότι εκνευρίζουν τους παραδοσιακούς της συμμάχους (ΗΠΑ, ΕΕ) ενώ ταυτόχρονα δεν πείθουν τους νέους. 

Προσωπικά πιστεύω ότι η κατάσταση στην Τουρκία προσφέρει μια ευκαιρία στην Ελλάδα να αναβαθμίσει τον ρόλο της στην περιοχή και να προσπαθήσει να επιλύσει θετικά, κάποια από τα προβλήματα που έχουμε με την γειτονική χώρα (ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδα κλπ). Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που μπορεί να καλύψει το κενό ασφαλείας που δημιουργεί η αστάθεια της Τουρκίας καθώς παραμένει ο μόνος αξιόπιστος συνομιλητής στην ΝΑ Μεσόγειο και ουσιαστικά αποτελεί τα σύνορα του Δυτικού κόσμου στην περιοχή. Οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν μία σπάνια ευκαιρία για την χώρα μας να αποδείξει στην διεθνή κοινότητα τις δυνατότητες της στην σταθερότητα της περιοχής, αξιοποιώντας επιτέλους τα γεωστρατηγικά της πλεονεκτήματα που για δεκαετίες θεωρούταν δεδομένα για τους «συμμάχους» μας. Οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων (αραβική άνοιξη, συριακό, κουρδικό, τουρκία κλπ) δείχνουν ότι οι γεωπολιτική της ευρύτερης περιοχής μας βρίσκεται υπό αναθεώρηση, όπως άλλωστε και η ισχύς του πλανήτη, η οποία από μονοπολική (ΗΠΑ) μετατρέπεται σταδιακά σε πολυπολική (Ρωσία, Κίνα, ΕΕ κλπ). Όμως, ανεξάρτητα από την κατανομή της ισχύος, η ευρύτερη περιοχή μας (Μέση Ανατολή, Βόρεια Αφρική, Καύκασος) αναδεικνύεται ένα από τα σημαντικότερα κέντρα συμφερόντων αλλά και αστάθειας.

Στην φάση αυτή, η χώρα μας πρέπει και μπορεί να αναβαθμίσει τον ρόλο της στην περιοχή διεκδικώντας τα συμφέροντά της (ενέργεια, ναυσιπλοΐα, διεθνές εμπόριο κλπ) για να μην καταλήξει για άλλη μια φορά, ο «δεδομένος» φτωχός και υπάκουος μακρινός συγγενής.

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

γιατί πάλι στην Γαλλία ?

Το τελευταίο τρομοκρατικό χτύπημα στην Νίκαια αρχίζει να δημιουργεί ένα κρίσιμο ερώτημα. Γιατί οι τζιχαντιστές επιλέγουν συνεχώς την Γαλλία για τις τρομοκρατικές επιθέσεις τους?  Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, έχουν πραγματοποιηθεί στην Γαλλία τρία σημαντικά τρομοκρατικά χτυπήματα με πάνω από 200 νεκρούς, ενώ ταυτόχρονα έχουν καταγραφεί και πολλές τρομοκρατικές ενέργειες μικρότερης εμβέλειας με μικρές ή χωρίς ανθρώπινες απώλειες. Οι δράστες έχουν στην πλειοψηφία τους τα ίδια χαρακτηριστικά : μουσουλμάνοι Γάλλοι πολίτες, μετανάστες 2ης γενιάς με καταγωγή από την Βόρειο Αφρική, άνεργοι ή χαμηλά αμειβόμενοι, με παρελθόν μικροεγκλημάτων  και χωρίς προφίλ θρησκευόμενων. Μέλη του Ισλαμικού κράτους, ή «μοναχικοί λύκοι», ελάχιστη σημασία έχει. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, ξαφνικά ριζοσπαστικοποιούνται θρησκευτικά και σκορπούν τον θάνατο με τυφλά χτυπήματα στα οποία κάποια από τα θύματα πιθανώς να είναι επίσης μουσουλμάνοι.

Γιατί όμως συνεχώς στην Γαλλία ? για ποιούς λόγους, η χώρα αυτή συγκεντρώνει τόσο μίσος από τους φανατικούς ισλαμιστές?

Ναι, η Γαλλία συμμετέχει στους βομβαρδισμούς εναντίον του ISIS στην Μέση Ανατολή, όπως άλλωστε και η Αγγλία, οι ΗΠΑ, η Ρωσία και άλλοι, ενώ το αποικιακό της παρελθόν δεν είναι χειρότερο από άλλων. Η Γαλλία είχε αποικίες με μουσουλμανικό πληθυσμό (Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία κλπ) όμως δεν είχε χαρακτηρισθεί από ιδιαίτερη σκληρότητα όπως άλλοι (Άγγλοι, Ολλανδοί) ούτε από σημαντικές γεωπολιτικές επεμβάσεις τα τελευταία πενήντα χρόνια, όπως οι ΗΠΑ και η Ρωσία. 

Τα κενά ασφαλείας της χώρας (γραφειοκρατία,  έλλειψη συντονισμού μεταξύ υπηρεσιών κλπ) μπορεί να είναι υπαρκτά αλλά όχι τέτοια που να επιτρέπουν εύκολη τρομοκρατική δράση.

Ένα σημαντικό αίτιο φαίνεται ότι είναι η αδυναμία ενσωμάτωσης των μεταναστών στην Γαλλία και κυρίως αυτών με μουσουλμανικό υπόβαθρο. Το πρόβλημα υφίσταται εδώ και δεκαετίες και όσοι έχουν ζήσει στην Γαλλία γνωρίζουν καλά ότι η ενσωμάτωση των ξένων σχετίζεται με την αποδοχή της γαλλικής κουλτούρας, που είναι περιορισμένη στους μουσουλμάνους. Όμως, παλαιότερα, παρόλη την ίδια αδυναμία ενσωμάτωσης δεν παρατηρούταν τέτοια φαινόμενα. Η οικονομική κρίση και η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους μάλλον έπαιξε κάποιο ρόλο σε αυτό. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ανεργία των νέων με μεταναστευτική προέλευση ξεπερνά το 40% σε πολλές περιοχές της Γαλλίας, όταν η μέση ανεργία της χώρας είναι 10%. Πολλοί από αυτούς, εκτός από άνεργοι έχουν χάσει και κάθε κοινωνικό στήριγμα (επιδόματα κλπ) ωθώντας τους στην περιθωριοποίηση.

Παρόλα αυτά, η προσωπική μου άποψη είναι ότι η Γαλλία δέχεται τζιχαντιστική επίθεση εξαιτίας αυτών που συμβολίζει στην παγκόσμια ιστορία και πολιτισμό. Ας μην ξεχνάμε ότι η Γαλλία είναι η πρώτη χώρα που διαχώρισε το κράτος από την εκκλησία (1905) ενώ τα εκκλησιαστικά προνόμια και η απόλυτη ανεξιθρησκία καθιερώθηκαν από την περίοδο της Γαλλικής επανάστασης (1789). Η Γαλλία είναι το πρώτο κοσμικό κράτος και κατά τους θρησκόληπτους, η κοιτίδα του αθεϊσμού.

Επιπλέον αυτού, η Γαλλία είναι η χώρα στην οποία ξεκίνησε και αναπτύχθηκε ο ευρωπαϊκός διαφωτισμός και οι κοινωνικές αξίες, αναδεικνύοντας την σε πυλώνα του δυτικού πολιτισμού. Το σύνθημα της Γαλλικής επανάστασης «ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη» υιοθετήθηκε όσο κανένα άλλο από όλα τα προοδευτικά κινήματα του πλανήτη και μισήθηκε όσο κανένα άλλο από όλα τα απολυταρχικά και αυταρχικά καθεστώτα.

Χτυπώντας την Γαλλία, οι τζιχαντιστές χτυπούν αυτά που συμβολίζει ο δυτικός πολιτισμός και κυρίως την ελευθερία σε κάθε επίπεδο (πολιτικό, σεξουαλικό, θρησκευτικό κλπ) θέτοντας την χώρα ενώπιον μιας σημαντικής ευθύνης. Η Γαλλία δεν πρέπει να αλλάξει, διολισθαίνοντας στο φόβο ή στην αντεκδίκηση γιατί και τα δύο συνιστούν περιορισμό της ελευθερίας και άρα νίκη των τζιχαντιστών. Γιατί αυτό επιδιώκουν οι τζιχαντιστές και οι απανταχού φανατικοί. Να σταματήσουν να υπάρχουν οι κοινωνίες που αποδεικνύουν καθημερινά ότι οι άνθρωποι μπορούν να ευημερήσουν έχοντας ελευθερία και όχι καταναγκασμό.

Σήμερα, το σύνθημα της Γαλλικής επανάστασης «ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη» γίνεται επίκαιρο όσο ποτέ άλλοτε.

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

Γιαλαντζί πραξικόπημα στην Τουρκία


Αυτό που συνέβη χθες στην Τουρκία είναι μοναδικό όχι μόνο για την Τουρκία αλλά και για όλο τον πλανήτη. Ο λαός βγήκε στον δρόμο, μετά από έκκληση του Ερντογάν και απέτρεψε στρατιωτικό πραξικόπημα. Είδαμε πολίτες να ανεβαίνουν στα άρματα και να αντιτίθενται σε πάνοπλους στρατιώτες που παρατηρούσαν αμήχανοι. Ο λαός και το διαδίκτυο έσωσαν τον Σουλτάνο καθώς ή έκκληση του για αντίσταση έγινε μέσω του διαδικτύου που τόσο αντιπαθεί ενώ η αντιπαράθεση λαού-στρατού μεταδιδόταν ζωντανά από όλα τα δίκτυα του πλανήτη. 

Το γεγονός είναι εντυπωσιακό, ιδιαίτερα για την Τουρκία όπου ο λαός σέβεται και φοβάται τον στρατό και ουδέποτε αντέδρασε στις πρακτικές του. Φαίνεται ότι στην εποχή του διαδικτύου είναι δύσκολο ακόμα και να κάνεις ένα κλασικό πραξικόπημα.Το πραξικόπημα  φαίνεται ότι απέτυχε και οι υπαίτιοι θα πληρώσουν βαρύ τίμημα σε μια χώρα σαν την Τουρκία. Ήδη παρατηρούνται αντεκδικήσεις πολιτών σε στρατιώτες ενώ αναφέρθηκαν ακόμα και λυντσαρίσματα. 

Ευτυχώς για εμάς, ο Σουλτάνος συνεχίζει να κυβερνά. Η νεοθωμανική πολιτική του τον έφερε σε αντίθεση με όλους σχεδόν τους γείτονες του (Ιράν, Συρία κλπ) αλλά κυρίως με το Ισραήλ και την Ρωσία, δημιουργώντας σε εμάς χώρο συνεργασίας μαζί τους. Η ισλαμική του ταυτότητα και ο αυταρχισμός του μπορεί να ενοχλούν την άρχουσα τάξη της χώρας του αλλά διασφαλίζουν σε εμάς την παραγκώνιση των Κεμαλιστών με τους οποίους οι διεθνείς σχέσεις της Τουρκίας θα ήταν σαφώς καλύτερες. Το διακύβευμα στο εσωτερικό της Τουρκίας είναι απλό : κοινωνική ή πολιτική ελευθερία ? διότι η διασφάλιση και των δύο έχει πολύ δρόμο στην Τουρκική (κατ’ επίφαση) δημοκρατία.

Ο Ερντογάν μπορεί να προωθεί την ισλαμική αυταρχικότητα και τον θρησκευτικό φανατισμό αλλά είναι σαφώς ηπιότερος με τους Κούρδους και τους πολιτικούς του αντιπάλους. Μπορεί να θέλει να επιβάλει την μαντήλα και τον μουσουλμανικό τρόπο ζωής αλλά οι πολιτικές του πρακτικές είναι δημοκρατικότερες από αυτές των Κεμαλιστών.  Αυτοί, εντελώς κοσμικοί και απαλλαγμένοι από θρησκευτικές ιδεοληψίες προσανατολίζονται στην ξενόδουλη (ΗΠΑ) δυτικοποίηση της Τουρκίας και την ορθολογική διατήρηση των εσωτερικών (κόμματα, συνδικάτα, Κούρδοι) και των εξωτερικών εχθρών (Ελλάδα) της πατρίδος τους. 

Πρέπει να ομολογήσουμε ότι την περίοδο Ερντογάν είχαμε τις λιγότερες προκλήσεις από πλευρά Τουρκίας, ενώ η οικονομική ανάπτυξη που επέτυχε ο Σουλτάνος βελτίωσε τις σχέσεις των λαών μας (τουρισμός, εμπόριο κλπ). Είχε την διακριτικότητα να μην εκμεταλλευτεί την οικονομική κρίση και την αρνητική διεθνή κατάσταση στην οποία βρέθηκε (και βρίσκεται) η χώρα μας. Αν αντί αυτού, κυβερνούσαν οι Κεμαλιστές πιστεύω ακράδαντα ότι η χώρα μας θα αντιμετώπιζε, εκτός από οικονομικά και εθνικά θέματα.

Για όλα αυτά, ο Αλλάχ (αλλά και ο Θεός μας) να φυλάει τον Σουλτάνο.