Εμφανίσθηκαν στην ιστορία στα τέλη του 2ου π.Χ. αιώνα, όταν διέσχισαν τον ποταμό Ρήνο και εισέβαλαν στις βόρειες επαρχίες της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Για περισσότερο από 5 αιώνες, τα γερμανικά φύλα κάνουν επιδρομές και λεηλατούν την ρωμαϊκή αυτοκρατορία, συνδράμουν στην διάσπασή της σε Δυτική και Ανατολική και τελικά καταστρέφουν το Δυτικό τμήμα της, αλώνοντας και την ίδια την Ρώμη. Στο Ανατολικό τμήμα, οι επιδρομές των γερμανικών φύλων δεν καταφέρνουν να καταλύσουν την νεοσύστατη Βυζαντινή αυτοκρατορία, αλλά την αποδυναμώνουν και την κάνουν πιο ευάλωτη στις εισβολές των Σλαβικών φύλων.
Στην πορεία αυτή, οι Γερμανοί αλλοίωσαν την εθνολογική σύσταση της Ευρώπης, με την εγκατάσταση γερμανικών πληθυσμών στο μεγαλύτερο μέρος της ηπείρου, ενσωματώνοντας τον Κέλτικο πολιτισμό και εκγερμανίζοντας τους Κέλτες. Η μεγάλη αυτή μετανάστευση κατέστρεψε τον «αρχαίο κόσμο» της Ευρώπης και εισήγαγε νέα πολιτιστικά στοιχεία που οδήγησαν την Ευρώπη στα σκοτεινά χρόνια του Μεσαίωνα. Τα δημοκρατικά στοιχεία της ρωμαϊκής διακυβέρνησης υποσκελίσθησαν από την απόλυτη εξουσία των πολεμάρχων και τον γερμανικής προέλευσης φεουδαλισμό, ενώ ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός αντικαταστάθηκε από το φράγκικο κακέκτυπο του χριστιανικού φανατισμού.
Οι Γερμανοί πρωτοεμφανίζονται στις αρχαιολογικές πηγές αρκετά νωρίτερα, γύρω στο 1700 π.Χ. ως συνονθύλευμα φυλών που κατοικούσαν στις νότιες ακτές της Σκανδιναβικής χερσονήσου, στην Δανία και στην περιοχή της Βαλτικής. Οι φυλές αυτές μιλούσαν συγγενικές διαλέκτους της πρώτο-ινδοευρωπαϊκής γλώσσας από τις οποίες προέκυψε η πρώτο-γερμανική γλώσσα και ήταν οργανωμένες σε κυνηγητικές κοινότητες και ζούσαν σε ξέφωτα που υπήρχαν μέσα στα άγρια δάση της περιοχής. Παράλληλα με το κυνήγι, οι πρώιμοι αυτοί Γερμανοί, είχαν αναπτύξει και κάποια αρχική μορφή γεωργίας, καθώς το κλίμα στην περιοχή καθ' όλη την διάρκεια της 2ης χιλιετίας π.Χ., ήταν ηπιότερο από ότι σήμερα, προσομοιάζοντας με αυτό της σημερινής Κεντρικής Ευρώπης.
Για τουλάχιστον 10 αιώνες, οι γερμανικές φυλές παρέμειναν στα εδάφη αυτά, παρουσιάζοντας σημαντικά βραδύτερη εξέλιξη από τους λαούς της Ν. Ευρώπης (Έλληνες, Ρωμαίους). Η οργάνωση των κοινοτήτων τους ήταν απλή και στηριζόταν στις ικανότητες του κυνηγού-πολεμιστή. Η κάθε φυλή είχε τον αρχηγό της, ο οποίος δεν είχε ιδιαίτερα προνόμια και λειτουργούσε ως πρώτος μεταξύ ίσων. Αρχηγός γινόταν ο δυνατότερος, ιδιαίτερα αν μπορούσε να αποδείξει καταγωγή από κάποια μυθική θεότητα. Επιπλέον του αρχηγού, η κάθε φυλή είχε το συμβούλιο των πρεσβυτέρων το οποίο νομοθετούσε και επέβλεπε την εφαρμογή των νόμων. Στο συμβούλιο συμμετείχαν οι καλύτεροι πολεμιστές των χωριών που αποτελούσαν την φυλή, συγκροτώντας με τα χρόνια μία στρατιωτική αριστοκρατία που συγκέντρωσε όλη την εξουσία.
Η θρησκεία τους ήταν πρωτόγονη και στηριζόταν στην λατρεία του ήλιου, της σελήνης και της φωτιάς, ενώ η μυθολογία τους ήταν γεμάτη τερατόμορφα όντα των δασών όπως οι νάνοι, τα ξωτικά και οι καλικάντζαροι. Δεν είχαν συγκεκριμένους τόπους λατρείας και οι θρησκευτικές τελετές τους γινόταν σε βωμούς που στηνόταν έξω από τα χωριά. Στις τελετές αυτές ορισμένες φυλές τελούσαν ακόμα και ανθρωποθυσίες, πρακτική που συνεχίσθηκε μέχρι τον μεσαίωνα στις φυλές που δεν είχαν ακόμα εκχριστιανιστεί. Είναι χαρακτηριστική η επιστολή του Αγίου Βονιφατίου, ιεραποστόλου των Σαξόνων,το 724 μ.Χ. στον πάπα Γρηγόριο τον Β΄, στην οποία αναφέρει την αγορά σκλάβων από τους ειδωλολάτρες για θυσία.
Κατά τον 7ο π.Χ. αιώνα παρατηρείται επιδείνωση του κλίματος στην Βόρεια Ευρώπη, η οποία αναγκάζει τα γερμανικά φύλα σε μαζική μετανάστευση προς Νότο. Η κλιματολογική αυτή αλλαγή και η μετανάστευση που ακολούθησε παρέμειναν στην προφορική παράδοση των Γερμανών, στο μύθο-προφητεία του «Μεγάλου Χειμώνα». Έτσι λοιπόν, τα γερμανικά φύλα εισβάλουν στις νοτιότερες περιοχές και μεταφέρουν τα σύνορα της επικράτειας τους δυτικά στον ποταμό Ρήνο και νότια στον ποταμό Μάϊν. Στις νέες πατρίδες, οι Γερμανοί ήλθαν σε επαφή με τους Κέλτες, συνήθως όχι ειρηνικά και ενσωμάτωσαν στοιχεία του πολιτισμού και της τεχνολογίας των Κελτών, όπως η κατασκευή σιδήρου από τύρφη που οδήγησε σε αναβάθμιση των όπλων και των εργαλείων τους.
Η μετακίνηση αυτή των γερμανικών φυλών συνεχίσθηκε αργά και σταδιακά έως τον 2ο π.Χ. αιώνα, εποικίζοντας όλη την βόρειο-δυτική Ευρώπη ανατολικά του Ρήνου με γερμανικό πληθυσμό, ενώ στα τέλη του ίδιου αιώνα ξεκινά η προσπάθεια υπέρβασης του Ρήνου και εισόδου στη Ρωμαϊκή Γαλατία.
Μέχρι τότε, οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι αγνοούσαν ακόμα και την ύπαρξη του γερμανικού κόσμου. Για αυτούς, η Ευρώπη σταματούσε στα άγρια δάση βόρεια του Δούναβη, στα οποία πίστευαν ότι δεν κατοικούσαν άνθρωποι. Οι βορειότεροι πληθυσμοί που γνώριζαν ήταν οι Δάκες και οι Γέτες, που κατοικούσαν περί τον Δούναβη ενώ δυτικά των Άλπεων εκτεινόταν ο κόσμος των Γαλατών (Κελτών).

Οι πρώτες αναφορές στα Γερμανικά φύλα παρουσιάζονται στα μέσα του 1ου π.Χ. αιώνα από τον τότε ανθύπατο Ιούλιο Καίσαρα, στο έργο του «περί Γαλατικού πολέμου» το οποίο συνέγραψε μετά την κατάκτηση της Βορείου Γαλατίας. Αυτή είναι η πρώτη πηγή που διαχωρίζει του Κέλτες από τους πιο πρωτόγονους Γερμανούς. Το 58 π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρ εκστρατεύει εναντίον του γερμανικού φύλου των Σουηβών, οι οποίοι είχαν εισέλθει στην Γαλατία και τους καταδιώκει πέρα του Ρήνου. Από τότε, τα νερά του Ρήνου αποτελούν το φυσικό σύνορο της γερμανικής επικράτειας με την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.
Για τους επόμενους αιώνες και μέχρι τα μέσα του 5ου μ.Χ. αιώνα, οι Γερμανοί εισβάλουν περιοδικά στα εδάφη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και αποκρούονται από πολλούς Ρωμαίους αυτοκράτορες , οι οποίοι έτσι κερδίζουν τον τίτλο του «Γερμανικού». Παρ’ όλα αυτά, γερμανικοί πληθυσμοί εγκαθίστανται σταδιακά στις Ρωμαϊκές επαρχίες με κέλτικο πληθυσμό, όπου αναμιγνύονται με τους Κέλτες που σταδιακά γερμανοποιούνται. Οι αλλεπάλληλες μεταναστεύσεις κι επιδρομές των Γερμανών προκαλούν τεράστια προβλήματα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, θέτοντας σε δοκιμασία τόσο την εδαφική όσο και την πολιτική ενότητά της.
Οι Ρωμαίοι δοκιμάζουν μόνο μία φορά να επεκταθούν ανατολικά του ποταμού Ρήνου με τραγικά γι' αυτούς αποτελέσματα, αφού το 9 μ.Χ. κατασφάζονται στον Τευτοβούργιο Δρυμό. Οι συνασπισμένες γερμανικές φυλές υπό τον Αρμίνιο (Hermann), με αιφνιδιαστικές επιθέσεις και ενέδρες μέσα στα άγνωστα για τους Ρωμαίους ελώδη δάση της περιοχής, καταφέρνουν να αποδεκατίσουν 3 ρωμαϊκές λεγεώνες. Οι ιδιαίτερα βάναυσες τακτικές των Γερμανών, σε συνδυασμό με την θυσία των αιχμαλώτων σε θρησκευτικές τελετές μετέτρεψαν την ήττα αυτή σε εγκατάλειψη των βλέψεων των Ρωμαίων για επέκταση ανατολικά του Ρήνου.
Ο Ρωμαίος ιστοριογράφος Τάκιτος γράφει το 98 μ.Χ. μια πρώτη ιστορία των γερμανικών περιοχών στο έργο του «Germania». Η ετυμολογία του ονόματος Germania δεν είναι γνωστή, μπορεί να είναι κελτικής η γερμανικής καταγωγής. Η σύγχρονη γερμανική λέξη deutsch προέρχεται από την αρχαία γερμανική λέξη diutisc, η οποία σημαίνει «ανήκων στο λαό», ενώ σε αρκετές ευρωπαϊκές γλώσσες κυριάρχησε ο γερμανικής επίσης προέλευσης όρος Allemann, που σημαίνει «όλος ο λαός».

Οι Βησιγότθοι εξαπέλυσαν στο τέλος της δεκαετίας 260 μ.Χ. μια από τις πρώτες και μεγαλύτερες βαρβαρικές επιδρομές που γνώρισε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, λεηλατώντας την βαλκανική χερσόνησο και τα νησιά του Αιγαίου. Το 269 μ.Χ. υπέστησαν συντριπτική ήττα στη μάχη της Ναϊσσού (Νις) και μέχρι το 271 μ.Χ. είχαν εκδιωχθεί βόρεια του Δούναβη. Αντίθετα οι Οστρογότθοι δεν επιδόθηκαν σε επιδρομές και παρέμειναν στην βόρεια του Δούναβη περιοχή της Δακίας. Ο επόμενος αιώνας περνάει ειρηνικά, με τους Γότθους να αναπτύσσουν εμπορικές σχέσεις με τους Ρωμαίους και να ασπάζονται τον Αρειανισμό.
Την ίδια περίοδο στην δύση εισβάλουν οι Φράγκοι, γερμανικό φύλο προερχόμενο από την Βαλτική και το 254 μ.Χ. απωθούνται από τους Ρωμαίους βόρεια του Ρήνου. Σύντομα, οι Φράγκοι χωρίζονται σε δύο ομάδες, τους Ριπουάριους Φράγκους που εγκαθίστανται στην σημερινή Φλάνδρα (Βόρειο Βέλγιο-Ολλανδία) και τους Σάλιους Φράγκους που μετακινούνται νοτιότερα και εγκαθίστανται στην Νορμανδία (ΒΔ Γαλλία).
Το 330 μ.Χ. ο Μέγας Κωνσταντίνος για να ισχυροποιήσει την επικράτηση της χριστιανικής θρησκείας και να απομακρύνει την διοίκηση της αυτοκρατορίας από μία πόλη που ήταν επίκεντρο της ειδωλολατρίας, μεταφέρει την πρωτεύουσα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, από την Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη. Σημαντικό ρόλο στην απόφαση αυτή έπαιξαν και οι συνεχείς επιδρομές των γερμανικών φυλών στο δυτικό τμήμα των ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και έτσι η Πόλη κτίζεται από την αρχή με ισχυρή οχύρωση ώστε να αντεπεξέρχεται στις επιδρομές των βαρβάρων.
Την δεκαετία του 370 μ.Χ. , η κάθοδος των Ούννων πιέζει τους Βησιγότθους να αναζητήσουν νέες εστίες νότια του Δούναβη, όπου και εγκαθίσταται το 376 μ.Χ. με την σύμφωνη γνώμη του Ρωμαίου αυτοκράτορα Ουάλη, ενώ οι Οστρογότθοι παραμένουν στην περιοχή ως φόρου υποτελείς στους Ούννους. Παρ’ όλα αυτά , η συνύπαρξη με τους Ρωμαίους δεν είναι αρμονική και ξεσπάνε οι Γοτθικοί πόλεμοι του 377-382 μ.Χ. όπου οι Ρωμαίοι ηττώνται στην μάχη της Ανδριανούπολης . Μετά την νίκη τους, οι Βησιγότθοι κινούνται δυτικά και λεηλατούν την περιοχή της Ιλλυρίας σε τέτοιο βαθμό που «δεν άφησαν παρά μόνο τον ουρανό και την γη».
Η άνοδος του Μεγάλου Θεοδοσίου στον θρόνο, κατεύνασε τις επιδρομές των Βησιγότθων καθώς τους έδωσε γη να κατοικήσουν στην Θράκη και ανέπτυξε σχέσεις με τον αρχηγό τους Αλάριχο (Ulrich), χρησιμοποιώντας τους Βησιγότθους ως φοιδεράτους (συμμάχους) στην αντιμετώπιση των επιδρομών των Ούννων στην Συρία το 386-7 μ.Χ.
Την ίδια περίοδο (τέλη του 4ου μ.Χ αιώνα) στην Δύση, οι Βάνδαλοι, γερμανικό φύλο ιδιαίτερης σκληρότητας και αγριότητας, ανέβηκαν τον ποταμό Δούναβη και ξεχύθηκαν στην Γαλατία την οποία λεηλάτησαν. Στην συνέχεια κινήθηκαν προς νότο και πέρασαν στην Ιβηρική χερσόνησο όπου εγκαταστάθηκαν στην περιοχή από την Νότιο Γαλλία έως την Ανδαλουσία.
Ο θάνατος του Μεγάλου Θεοδοσίου το 395 μ.Χ. και η διαίρεση της αυτοκρατορίας σε δύο τμήματα, ανατολικό και δυτικό, άλλαξε δραματικά τις ισορροπίες με τους Βησιγότθους, καθώς ο πρώτος αυτοκράτορας του ανατολικού τμήματος Αρκάδιος επικεντρώθηκε στις έριδες με τον αδελφό του Ονώριο, αυτοκράτορα του δυτικού τμήματος. Το καλοκαίρι του 395 μ.Χ. ο Αλάριχος εξαπολύει επιδρομές και λεηλατεί τον Ελλαδικό χώρο, όπου λαφυραγωγούν και καταστρέφουν σημαντικά μνημεία της αρχαιότητας. Στην συνέχεια, οι Βησιγότθοι στρέφονται προς βορρά και μέσω της Αδριατικής επιτίθενται το 401 μ.Χ. στην ιταλική χερσόνησο, ενώ το 410 μ.Χ. πολιορκούν και καταλαμβάνουν την Ρώμη την οποία λεηλατούν, καταστρέφοντας τα πάντα εκτός από τις εκκλησίες.

Την περίοδο αυτή, ένα άλλο γερμανικό φύλο, οι Βουργουνδοί εισβάλουν υπό την πίεση των Ούννων και εγκαθίστανται το 435 μ.Χ. στην Σαβοΐα (Άλπεις) απειλώντας την Βόρειο Ιταλία.
Η μόνη αγαστή συνεργασία μεταξύ των γερμανικών φυλών και του "αρχαίου κόσμου" ήταν η κοινή αντιμετώπιση των Ούννων, με τους Ρωμαίους υπό τον στρατηγό Αέτιο στα Καταλαυνικά πεδία το 451 μ.Χ. στην επιλεγόμενη και "μάχη των Εθνών", όπου συνέτριψαν και ανέκοψαν την πορεία του Αττίλα.
Όμως, λίγα χρόνια αργότερα, το 455 μ.Χ. οι Βάνδαλοι με ισχυρό πειρατικό στόλο εισέβαλαν στην Ιταλική χερσόνησο και κατέλαβαν την Ρώμη την οποίαν λεηλάτησαν για δύο εβδομάδες, καταστρέφοντας κτίρια, αγάλματα και κομψοτεχνήματα με τέτοια αγριότητα, ώστε από τότε η λέξη βανδαλισμός θεωρείται συνώνυμο της καταστροφής μνημείων πολιτισμού. Μετά την λεηλασία της Ρώμης, οι Βάνδαλοι ασπάσθηκαν τον Αρειανισμό και επέστρεψαν στην Β.Αφρική όπου τα επόμενα χρόνια προσπαθούν να διατηρήσουν το βασίλειο τους σπαρασσόμενοι από εσωτερικές έριδες. Την ίδια περίοδο , οι Οστρογότθοι καταφέρνουν το 454 μ.Χ. να απαλλαχθούν από την επικυριαρχία των Ούννων και επεκτείνονται δυτικά καταλαμβάνοντας την Ιλλυρία και απειλούν την Ιταλική χερσόνησο.
Το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας ασφυκτιά κάτω από την πίεση των γερμανικών φυλών που συντεταγμένα ή ασύντακτα κατακλύζουν τα εδάφη του. Η Ρώμη έχει υποστεί δύο λεηλασίες (Βησιγότθοι, Βάνδαλοι) και έτσι η πρωτεύουσα μεταφέρεται για περισσότερη ασφάλεια στην Ραβένα ενώ η φύλαξη του αυτοκράτορα ανατίθεται σε φαινομενικά εκλατινισμένους Γερμανούς μισθοφόρους. Παρ’ όλα αυτά, το 476 μ.Χ το παραπαίον τμήμα της αυτοκρατορίας, καταλύεται τελικά από τον Οδόακρο, αρχηγό των βαρβάρων μισθοφόρων της Ρώμης. Ο τελευταίος αυτοκράτορας, Ρωμύλος, δεν αντιστάθηκε ούτε πέθανε μαζί με την αυτοκρατορία του αλλά δέχθηκε μία βίλα στην Καμπανία και ένα ετήσιο εισόδημα έως το τέλος της ζωής του. Η διάλυση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ολοκληρώνεται από τους Φράγκους, οι οποίοι με αρχηγό τον Χλωδοβίκο Α’ (Clovis) νικούν το 486 μ.Χ. τον τελευταίο Ρωμαίο διοικητή της Γαλατίας, Συάγριο, διαλύοντας τα απομεινάρια του Ρωμαϊκού στρατού. Ο Χλωδοβίκος, μετά την νίκη του, προσχωρεί μαζί με το σύνολο των Φράγκων στον Χριστιανισμό, σε αντίθεση με τις λοιπές γερμανικές φυλές που ακολουθούσαν τον Αρειανισμό, κερδίζοντας έτσι την συμπάθεια των Ρωμαϊκής και Κελτικής καταγωγής υπηκόων του.
Λίγα χρόνια αργότερα, το 488 μ.Χ., οι Οστρογότθοι με αρχηγό τον Θεοδώριχο τον Μέγα, καταφέρνουν με προτροπή του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ζήνωνα να καταλάβουν την Ιταλική χερσόνησο και να ιδρύσουν το Οστρογοτθικό βασίλειο της Ιταλίας. Δυτικότερα, οι Βησιγότθοι εκδιώχνονται από την νότιο Γαλλία το 507 μ.Χ. από τους Φράγκους και η κυριαρχία τους περιορίζεται στην Ιβηρική χερσόνησο, έως το 711 μ.Χ. όπου το βασίλειο τους διαλύεται από τους προελαύνοντες Άραβες και τα απομεινάρια τους ενσωματώνονται στον πληθυσμό.

Στο Ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, δεν μπορούν να αποδεχθούν την κατάλυση του δυτικού τμήματος από τις βάρβαρες γερμανικές φυλές και το 533 μ.Χ. ο στρατηγός Βελισάριος αποβιβάζεται στην Β.Αφρική και κατατροπώνει τον στρατό των Βανδάλων, συλλαμβάνοντας τον αρχηγό τους Γελίμερο. Η βόρειος Αφρική εντάσσεται στην Βυζαντινή αυτοκρατορία ενώ τα υπολείμματα των Βανδάλων ανακατεύτηκαν με άλλες φυλές της Β.Αφρικής (Βέρβεροι κλπ) και σταδιακά ενσωματώθηκαν σε αυτές. Στην συνέχεια, ο στρατηγός Βελισάριος επιχειρεί να απωθήσει τις γερμανικές φυλές από την Ιταλική χερσόνησο και το 535 μ.Χ καταλύει το Οστρογοτθικό βασίλειο της Ιταλίας και καταλαμβάνει την Ρώμη. Όμως η προσπάθεια αυτή δεν θα έχει διάρκεια καθώς λίγα χρόνια μετά, το 540 μ.Χ, τα συνασπισμένα γερμανικά φύλα των Λομβαρδών, Φράγκων και Βουργουνδών θα ανακτήσουν οριστικά. την Ρώμη και την ιταλική χερσόνησο, την οποίαν εποικίζουν μαζικά και αλλοιώνουν την εθνολογική της σύσταση, κυρίως στο βόρειο τμήμα της.

Στα τέλη του 6ου μ.Χ. αιώνα, η κάθοδος των γερμανικών φυλών έχει ολοκληρωθεί και μαζί της και η καταστροφή του «αρχαίου κόσμου». Η δυτική ρωμαϊκή αυτοκρατορία έχει διαλυθεί και η ανατολική έχει μετατραπεί σε χριστιανικό βασίλειο ενσωματώνοντας κάποιες από τις παραδόσεις και τον πολιτισμό της αρχαίας Ελλάδος. Τα μνημεία του αρχαίου πολιτισμού έχουν καταστραφεί στο μεγαλύτερο μέρος τους από τους Βησιγότθους στον ελλαδικό χώρο και από τους Βανδάλους και Οστρογότθους στην Ιταλική χερσόνησο.
Ο πληθυσμός της Ευρώπης έχει αλλοιωθεί. Ο κέλτικος πολιτισμός δεν υπάρχει πια και ο λαός τους έχει εκγερμανισθεί. Τα υπολείμματα του ρωμαϊκού πληθυσμού στις κατεχόμενες περιοχές, αλλά και στην Βόρειο Ιταλία ενσωματώνονται στα γερμανικά φύλα, ενώ στον νότο της ιταλικής χερσονήσου παραμένουν σημαντικά απομεινάρια του ρωμαϊκού και ελληνικού πληθυσμού. Οι Γερμανικές φυλές έχουν εξαπλωθεί στο μεγαλύτερο μέρος της ηπείρου δημιουργώντας νέους λαούς αφήνοντας μικρές εθνολογικές κοιτίδες (Βάσκοι, Σκώτοι, νοτιοΙταλοί, Έλληνες) των αρχαίων πληθυσμών. Το πέρασμά τους άνοιξε τον δρόμο σε γειτονικούς τους λαούς (Σλάβους) οι οποίοι ολοκλήρωσαν την εθνολογική αλλοίωση της Ευρώπης στο ανατολικό της τμήμα, αφομοιώνοντας τους αρχαίους λαούς της περιοχής (Δάκες, Γέτες, Ιλλυριοί κλπ).
Οι Ελληνικοί πληθυσμοί πλήρωσαν ακριβά αλλά όχι καθοριστικά την κάθοδο των Γερμανών καθώς είχαν διαμορφώσει την κραταιά τότε Βυζαντινή αυτοκρατορία, η οποία κατάφερε με διάφορους τρόπους να απωθήσει τα γερμανικά φύλα βόρεια του Δούναβη και να διατηρήσει πολλά από τα στοιχεία του «αρχαίου κόσμου».
Η σημαντικότερη καταστροφή που επέφερε η κάθοδος των Γερμανών ήταν η πολιτιστική αλλαγή που κληροδότησε στην Δυτική Ευρώπη. Οι υψηλές αξίες του «αρχαίου κόσμου» (ισονομία, δικαιοσύνη, κλπ) καταστρατηγήθηκαν από τις βάρβαρες πρακτικές των κυνηγών-πολεμιστών (επιδρομή, λεηλασία κλπ) και το περίφημο ρωμαϊκό δίκαιο αντικαταστάθηκε από το δίκαιο του ισχυρού. Οι θεσμοί της κεντρικής διοίκησης του κράτους αντικαταστάθηκαν από το γερμανογενές εθιμικό δίκαιο του φέουδου, δηλαδή την υποτέλεια στον ισχυρότερο έναντι της προστασίας του και την καταβολή φόρου για αυτό. Η τέχνη εξαφανίσθηκε για αιώνες και οι διανοούμενοι έγιναν γελωτοποιοί των Γερμανών ηγεμονίσκων. Η ασφάλεια των πολιτών και η ειρήνη που οδήγησαν στην ευημερία και την δημιουργία έδωσε την θέση της στην ανασφάλεια της αυθαιρεσίας του ηγεμόνα ή της επιδρομής της διπλανής φυλής.
Η Ευρώπη οδηγήθηκε στα σκοτεινότερα χρόνια της ιστορίας της, που αργότερα ονομάσθηκαν μεσαίωνας. Ο αρχαίος κόσμος παρακολούθησε στην αρχή με απορία και στην συνέχεια με δέος την καταστροφή του. Όταν ξεκίνησε η κάθοδος των Γερμανών κανείς δεν πίστεψε ότι αυτοί οι βάρβαροι θα μπορούσαν να αλλάξουν τον ρου της ιστορίας και να καταλύσουν την ισχυρότερη και αρτιότερη αυτοκρατορία που είχε γνωρίσει μέχρι τότε ο κόσμος. Ίσως αδράνησαν και τους αντιμετώπισαν με υπεροψία, ίσως περίμεναν περισσότερα από τις δομές του «αιώνιου» κράτους τους, ίσως τέλος να μην έβλεπαν την παρακμή που είχε ήδη έρθει.
Ότι και να συνέβη, οι βάρβαροι στο τέλος εδιάβησαν και μια νέα και διαφορετική Ευρώπη άρχισε να γεννιέται.