Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025
ο κόσμος αλλάζει
Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2024
στραβά πάει ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε
Τον τελευταίο καιρό, νοιώθω ότι κάτι δεν πάει καλά στον κόσμο μας.
Όλος ο πλανήτης βρίσκεται σε μία κατάσταση παρατεταμένης και πολύπλευρης κρίσης, η οποία νομίζω ότι αρχίζει να επηρεάζει την δομή και τα συστήματα αξιών των κοινωνιών, απειλώντας την συνοχή και την ομαλή λειτουργία τους.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε μία αδικαιολόγητη αναταραχή στην οικονομία και μία εκτεταμένη κρίση πολιτικής ηγεσίας, κυρίως στον δυτικό κόσμο που έχουν οδηγήσει στην επικυριαρχία της οικονομίας στην πολιτική και στην εκτίναξη της κερδοσκοπίας. Η παγκοσμιοποίηση και οι νεοφιλελεύθερες αρχές της οικονομίας έχουν επικρατήσει ως δόγμα σε ολόκληρο τον πλανήτη, επηρεάζοντας αρνητικά το κοινωνικό κράτος ακόμα και στις ανεπτυγμένες χώρες. Παράλληλα, η κλιματική κρίση επιδεινώνεται, πιθανότατα λόγω της ολιγωρίας των κυβερνήσεων των ισχυρών κρατών ενώ ταυτόχρονα αμφισβητούνται οι θεσμοί που αναπτύχθηκαν τα προηγούμενα χρόνια.
Η ανασφάλεια και ο φόβος αυξάνονται, ιδιαίτερα στους νέους που δεν βλέπουν προοπτική βελτίωσης της ποιότητας ζωής τους ενώ αντίθετα παρατηρούμε μία έκρηξη της βίας σε όλα τα επίπεδα, συρράξεις και ανούσιους πόλεμους, αύξηση της μετανάστευσης (νόμιμης και παράνομης) και διεύρυνση των ανισοτήτων και της φτωχοποίησης.
Το πιο ανησυχητικό όμως είναι μια τρομακτική αλλαγή στις αντιλήψεις, την νοοτροπία και την συνείδηση των ανθρώπων που κυριαρχεί όλο και περισσότερο σε κάθε άκρη του πλανήτη. Σε αυτό φυσικά έχει συντελέσει και η τρομακτική ανάπτυξη της τεχνολογίας, η οποία πολλές φορές αλλοιώνει ανεξέλεγκτα τον κώδικα επικοινωνίας και τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων. Η εικόνα και το σύνθημα έχουν υποκαταστήσει την γνώση και την ικανότητα σκέψης, απαραίτητα στοιχεία για την διαμόρφωση τεκμηριωμένης άποψης, μετατρέποντας τους ανθρώπους σε υποχείρια της προπαγάνδας, του λαϊκισμού και της παραπληροφόρησης. Ταυτόχρονα, η παράλληλη επικράτηση της κερδοσκοπίας, ως πρότυπο οικονομικής ανάπτυξης κατευθύνει πολλούς, ιδιαίτερα τους νεότερους, στην αντίληψη του εύκολου και γρήγορου πλουτισμού με την ελάχιστη προσπάθεια, ευνοώντας τον καιροσκοπισμό έναντι της εργατικότητας και της αυτοβελτίωσης.
Η επίπτωση όλων αυτών στην πολιτική έκφραση είναι προφανής. Οι αριστερές και κεντρώες (κεντροαριστερές-κεντροδεξιές) αντιλήψεις δεν θεωρούνται πιά ελκυστικές καθώς είναι έξω από το κλίμα της εποχής (ατομισμός, απλοποιημένη σκέψη) ενώ τα κόμματα που τις εκφράζουν χαρακτηρίζονται ως συστημικά και αδύναμα να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της εποχής (μεταναστευτικό, ασφάλεια) που οι αντίπαλοι τους έχουν αναγορεύσει ως τα σημαντικότερα της εποχής. Το αποτέλεσμα είναι η άνοδος αντισυστημικών κομμάτων, συνήθως ακροδεξιών αντιλήψεων με έντονο λαϊκίστικό και απλοϊκό λόγο που υπόσχονται ευημερία μέσω ανορθόδοξων οικονομικών συνταγών και αυστηρών κοινωνικών κανόνων με άγνωστες και ασαφείς επιπτώσεις στους περισσότερους από εμάς.
Βρισκόμαστε μπροστά σε μία κρίση αξιών και πολιτισμού ή σε έναν μετασχηματισμό της κοινωνίας που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε, ιδιαίτερα οι μεγαλύτεροι?
Ανατρέχοντας στο παρελθόν, διαπιστώνω ότι τα ίδια φαινόμενα επαναλήφθηκαν αρκετές φορές στην ιστορία με αρνητικές έως τραγικές συνέπειες τις περισσότερες φορές. Ο φόβος και η ανασφάλεια κάνουν τους ανθρώπους πιο συντηρητικούς και επιθετικούς ενώ το αίσθημα της αδικίας ενισχύει τον ατομισμό και τον καιροσκοπισμό. Αυτά τα χαρακτηριστικά πάντα υπονόμευαν την εξέλιξη και το κοινωνικό οικοδόμημα των ανθρώπων. Η ιστορία του πολιτισμού δεν δικαίωσε ποτέ τις περιόδους που επικράτησαν ο αυταρχισμός και η μισαλλοδοξία που οδηγούσαν στην αδικία και την περιχαράκωση των κοινωνιών. Ούτε τις περιόδους που μυθοποιήθηκαν ο καιροσκοπισμός, η ανισότητα και ο υπέρμετρος πλούτος. Αντίθετα δικαίωσε τις περιόδους που κυριαρχούσε ο ανθρωπισμός και η δικαιοσύνη που δημιουργούσαν αίσθημα ασφάλειας και ανάπτυξη της σκέψης, βασικά στοιχεία της δημιουργικότητας και της ευημερίας του συνόλου.
Ειδικά στην Ευρώπη, πρωτοπόρο της ιστορίας που έχει όμως την λαμπερή αλλά και την σκοτεινή της πλευρά, θα πρέπει να αναλογισθούμε διπλά. Η Ευρώπη γέννησε τον διαφωτισμό και τον ανθρωπισμό, την δημοκρατία και το κράτος δικαίου και πρόνοιας, την ισονομία και την ισοπολιτεία. Όμως παράλληλα γέννησε τον ρατσισμό και την αποικιοκρατία καθώς και τον φασισμό και ναζισμό.
Η Ευρώπη είναι ικανή για το καλύτερο αλλά και το χειρότερο, ανάλογα με τις πολιτικές δυνάμεις που κυριαρχούν σε αυτήν, που ευτυχώς για εμάς, εκλέγονται πιά δημοκρατικά από την ψήφο μας. Όμως, η δημοκρατία για να λειτουργήσει σωστά απαιτεί σκεπτόμενους πολίτες που αντιλαμβάνονται τον κοινωνικό τους ρόλο και όχι ανδρείκελα της δημαγωγίας που ενδιαφέρονται μόνο για το ατομικό τους μικροσυμφέρον.
Ζούμε σε μία περίοδο όπου η κυριαρχία της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού έχουν ευνοήσει την ανεξέλεγκτη μετακίνηση προϊόντων, ανθρώπων και κεφαλαίων και την επικράτηση του ατομισμού και του καιροσκοπισμού έναντι της συλλογικότητας και του κράτους πρόνοιας δημιουργώντας ανασφάλεια και αντίδραση των ανθρώπων, ιδιαίτερα στον δυτικό κόσμο.
Πού θα οδηγήσει αυτό, δεν γνωρίζω, Ούτε πώς θα αντιμετωπισθεί. Αυτό που γνωρίζω είναι ότι οι νεότεροι νιώθουν σήμερα πιο πιεσμένοι και πιο ανασφαλείς σε σχέση με το παρελθόν και το είδος της αντίδρασης τους θα καθορίσει την συνέχεια της ιστορίας.
Εμείς οι παλαιότεροι, ας αναλογισθούμε λοιπόν την συμμετοχή μας και τις ευθύνες μας σε αυτό και ας προσπαθήσουμε με την στάση μας και το παράδειγμά μας να συνεισφέρουμε όσο μπορούμε στην ισχυροποίηση των αξιών που διαμόρφωσαν το πολιτισμό και την ευημερία μας.
Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 2023
τα καλύτερα έρχονται
ένα ακόμα δύσκολο έτος φτάνει στο τέλος του.
Οι περισσότεροι από εμάς πιεσμένοι από διάφορα οικονομικά, επαγγελματικά, κοινωνικά ή προσωπικά θέματα ή ακόμα και προβλήματα υγείας, προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε αυτά που μας συμβαίνουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Παράλληλα όμως, όλοι βιώνουμε και επιτυχίες, μικρότερες ή μεγαλύτερες καθώς και χαρές και όμορφες στιγμές.
Οι προκλήσεις πολλές, όπως και οι ικανοποιήσεις. Η ζωή είναι στιγμές και το στοίχημά της είναι ο τρόπος διαχείρισης τους. Για αυτό λοιπόν είναι κυρίαρχο το πώς αντιμετωπίζουμε την ζωή.
Αισιοδοξία και πίστη στις δυνάμεις μας.
και τα καλύτερα θα έρθουν
Δευτέρα 27 Μαρτίου 2023
οργή και απαξία
Για ακόμα μια φορά, οι Έλληνες πολίτες νοιώθουν οργή και ανασφάλεια καθώς οι υποδομές και η λειτουργία του νεοελληνικού κράτους δεν διασφαλίζουν τους στοιχειώδεις κανόνες αποτελεσματικότητας και ασφάλειας.
Το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών ανέδειξε για άλλη μια φορά τις αδυναμίες της κρατικής μηχανής, η οποία δεν φαίνεται να μαθαίνει από τα λάθη της και ούτε να έχει διάθεση ή ικανότητα να τις διορθώσει. Ζούμε στο ίδιο έργο θεατές με τα ίδια φαινόμενα να επαναλαμβάνονται κουραστικά, γεννώντας απογοήτευση και θυμό καθώς ο κρατικός μηχανισμός της χώρας μας δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ούτε καν φυσικές καταστροφές (πυρκαγιές, πλημμύρες κλπ) και φυσικά φαινόμενα (χιόνια, καύσωνες). Η κατάσταση γίνεται τραγική όταν αξιολογήσουμε τις ανθρωπογενείς λειτουργίες είτε πρόκειται για παραλείψεις και ανθρώπινα λάθη είτε για οργανωτικές αδυναμίες, αδιαφορία και ατασθαλίες.
Το σύγχρονο Ελληνικό κράτος δομήθηκε στις αρχές της ευνοιοκρατίας και του κομματαρχισμού ενώ ταυτόχρονα η οικονομία αναπτύχθηκε στην βάση του μεταπρατισμού και της κερδοσκοπίας και όχι της παραγωγής ανταγωνιστικών αγαθών. Η ελληνική κοινωνία διαμορφώθηκε με αντιλήψεις προσωπικού βολέματος, παρέκκλισης των κανόνων και κοινωνικής αδιαφορίας.
Διακόσια χρόνια μετά την παλιγγενεσία διαπιστώνουμε ότι αναγεννήθηκε ένα τέρας που δυστυχώς περιλαμβάνει όλους μας. Γιατί όλοι φταίμε για αυτό το χάλι, όχι ισότιμα αλλά όλοι έχουμε μερίδιο ευθύνης. Από το ποιους ψηφίζουμε έως το πώς αντιδρούμε στα κακώς κείμενα αλλά και στο πώς αντιμετωπίζουμε τις καθημερνές προκλήσεις της ζωής μας
Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2022
Ουκρανία : Ιφιγένεια ή Δούρειος Ίππος ?
.
Δευτέρα 23 Αυγούστου 2021
Οι Ταλιμπάν ξανάρθανε
Παρασκευή 29 Μαΐου 2020
η Πόλη εάλω
Η άλωση της Πόλης, σηματοδότησε την αρχή της μακρόχρονης υποδούλωσης των λαών της Βυζαντινής αυτοκρατορίας στους Οθωμανούς που δίκαια χαρακτηρίσθηκε ως η δυσκολότερη περίοδος στην ιστορία του έθνους μας. Εξισλαμισμοί, σφαγές, βιασμοί, καθημερινή βία και αυθαιρεσία, πληθυσμιακή αλλοίωση, οικονομική εξαθλίωση αλλά κυρίως διακοπή της εξέλιξης του λαού μας σε όλα τα επίπεδα (οικονομικό, πολιτιστικό, δημογραφικό, τεχνολογικό). Οι πρόγονοί μας υποχρεώθηκαν να ζήσουν υπόδουλοι για τέσσερις αιώνες σε ένα απολυταρχικό και οπισθοδρομικό καθεστώς, στο οποίο κυριαρχούσε η διαφθορά και η αυθαιρεσία του αξιωματούχου, χωρίς διάθεση προόδου, εκσυγχρονισμού και εξέλιξης.
Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2019
που το πάει ο σουλτάνος ?
Το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και των Βαλκανικών πολέμων βρήκε την Οθωμανική Αυτοκρατορία διαμελισμένη και στην πλευρά των ηττημένων, οδηγώντας την τότε ηγεσία της να αποδεχθεί σημαντικές απώλειες εδαφών (συνθήκη Σεβρών) οι οποίες - παρ' όλη την μικρή ανάκτηση από την συνθήκη της Λωζάννης - μετέτρεψαν την Τουρκία από αυτοκρατορία σε ένα περιφερειακό κράτος της Μέσης Ανατολής με κατεστραμμένη οικονομία και προβληματικές παραγωγικές και κοινωνικές δομές. Η απόδοση όλων των νησιών στην Ελλάδα στέρησε από την Τουρκία την απρόσκοπτη πρόσβαση στην θάλασσα και η συνθήκη του Μοντρέ την κυριαρχία στα στενά του Βοσπόρου, καταδικάζοντας την χώρα να παραμείνει μία στεριανή δύναμη χωρίς ενδοχώρα.Σε αντίθεση με τους λοιπούς ηττημένους του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, η Τουρκία δεν διεκδίκησε την ρεβάνς με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καθώς δεν είχε ανασυνταχθεί ακόμα από την ήττα ούτε είχε καταφέρει να αποκτήσει την συνοχή και την στρατιωτική ισχύ που θα της επέτρεπαν μία αξιοπρεπή επάνοδο στην διεθνή γεωπολιτική. Το μόνο που κατάφερε ήταν το 1939, η προσάρτηση της Αλεξανδρέττας από την γαλλοκρατούμενη Συρία μέσω ενός δημοψηφίσματος παρωδία που ακόμα αμφισβητείται. Η οποιαδήποτε επιθυμία αναθεωρητισμού παρέμεινε τότε στην αφάνεια.
Τον τελευταίο καιρό, η Τουρκία έχει εξελιχθεί σε διεθνή ταραξία ο οποίος δεν σέβεται ούτε το διεθνές δίκαιο ούτε τις συνθήκες του παρελθόντος. Εφευρίσκει διεκδικήσεις απέναντι σε όλα τα γειτονικά κράτη και προκαλεί τους ισχυρούς του πλανήτη διεκδικώντας ρόλο περιφερειακής υπερδύναμης στην περιοχή αλλά και σε όλον τον μουσουλμανικό κόσμο. Ονειρεύεται την ανασύσταση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας αγνοώντας τις γεωστρατηγικές ισορροπίες που έχουν διαμορφωθεί προβάλλοντας τον αναθεωρητισμό της απέναντι σε όλα και σε όλους. Η πολιτική αυτή της σχοινοβασίας μεταξύ προκλήσεων και υπαναχωρήσεων έχει αποδώσει έως τώρα επειδή η Τουρκία είναι μια μεγάλη αγορά (που γίνεται συνεχώς μεγαλύτερη) σε μία σημαντική γεωστρατηγική θέση. Ομως, οι προκλήσεις έχουν ένα όριο το οποίο κινδυνεύει να ξεπεράσει η γειτονική μας χώρα καθώς καμία από τις δυο γεωστρατηγικές υπερδυνάμεις (ΗΠΑ, Ρωσία) δεν επιθυμεί την ισχυροποίηση της Τουρκίας πάνω από το επίπεδο που μπορούν να ελέγξουν.Αρκετές φορές αναρωτιέμαι αν η παραπάνω πολιτική είναι προσωπική φιλοδοξία του Ερντογάν ή μια εθνική πολιτική της Τουρκίας η οποία επιχειρείται τώρα λόγω της οικονομικής ισχυροποίησης που κατάφερε ο Ερντογάν? Ας μήν ξεχνάμε ότι η επιθετικότητα και ο μεγαλοϊδεατισμός σε συνδυασμό με την χειραγώγηση της δημοκρατίας σκεπάζουν ένα σημαντικό πρόβλημα συνοχής που έχει η Τουρκία, το οποίο μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στον διαμελισμό της. Παρ' όλες τις εθνικές εκκαθαρίσεις και την προσπάθεια ενίσχυσης του τουρκισμού, η γειτονική χώρα δεν κατάφερε να αποκτήσει εθνική συνοχή, με προεξέχοντες τους Κούρδους ενώ ακολουθούν και άλλοι λαοί και εθνότητες, κρυφές ή φανερές. Η ενίσχυση της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου σε μία ανθηρή οικονομία θα αύξανε τις αποσχιστικές τάσεις των Κούρδων και των λοιπών μειονοτήτων ενώ ταυτόχρονα θα έπληττε την αντίληψη της τυφλής υπακοής του λαού που επιθυμεί η τουρκική κυβέρνηση καθώς αρκετά τμήματα του πληθυσμού της Τουρκίας έχουν επισφαλή εθνική συνείδηση. Με λίγα λόγια η ευημερία και η δημοκρατία θα ανοίξουν τους ασκούς του Αιόλου σε αυτό το πολυεθνικό μόρφωμα που είναι το Τουρκικό κράτος απειλώντας την ύπαρξή του.
Η παραπάνω παραδοχή αποτελεί στοιχείο της γεωστρατηγικής πολιτικής που πρέπει να ακολουθήσουν τα γειτονικά κράτη της Τουρκίας αξιοποιώντας τις φυγόκεντρες τάσεις της γειτονικής χώρας, η οποία συνεχίζει να διοικείται και να κατευθύνεται από μια ελίτ στα πρότυπα του καθεστώτος του σουλτάνου προσπαθώντας να διατηρήσει την κυριαρχία της σε ένα κρατικό μόρφωμα με αμφισβητούμενη συνοχή. Η ιστορία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν η διαρκής προσπάθεια εξισλαμισμού και υποταγής των κατεκτημένων λαών από μία μικρή μειοψηφία Τούρκων και εκτουρκισμένων μέσω της βίας, της αυθαιρεσίας και της διαπλοκής. Η σύγχρονη Τουρκία ακολουθεί την ίδια πολιτική με μόνη διαφορά ότι ο εξισλαμισμός έχει αντικατασταθεί από τον εκτουρκισμό που προώθησε ο Κεμάλ Ατατούρκ (ένα έθνος, μία σημαία, ένα κράτος, μία πατρίδα) καθώς οι μη μουσουλμάνοι έχουν ήδη εκτοπισθεί ή εξισλαμισθεί.Για τους λόγους αυτούς αντιλαμβάνομαι ότι η διατήρηση των εντάσεων και διεκδικήσεων στο εσωτερικό και στο εξωτερικό είναι προϋπόθεση επιβίωσης για την γειτονική χώρα καθώς διατηρούν ενεργό τον εξωτερικό κίνδυνο προσπαθώντας να ενισχύσουν την εθνική συνοχή της χώρας τους. Επιδιώκουν θερμά επεισόδια σε όλα τα μέτωπα που έχουν ανοικτά για να θέσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων τις ανυπόστατες διεκδικήσεις τους, προσδοκώντας κάποια οφέλη ενώ ταυτόχρονα στηλιτεύουν την εθνική συνείδηση των Τούρκων στο όνομα της προδοσίας της πατρίδος.
Η Τουρκία έχει έναν άχαρο ρόλο στην ιστορία που την έχει εγκλωβίσει σε επικίνδυνες πολιτικές. Η διατήρηση της συνοχής του κράτους απέναντι στην ευημερία των πολιτών και τις ειρηνικές σχέσεις με τους γείτονες. Μέχρι τώρα έχει επιλέξει το πρώτο, διαταράσσοντας την ισορροπία με το δεύτερο υποδηλώνοντας τον φόβο του διαμελισμού. Για όλους εμάς που η ιστορία μας όρισε να ζούμε σε αυτή την γειτονιά, η συνύπαρξη με την Τουρκία αποτελεί γεωστρατηγική πρόκληση, ίσως όμως και ευκαιρία. Σε κάθε περίπτωση, οι χειρισμοί της χώρας μας πρέπει να είναι συνεχείς, συνεπείς και προσεκτικοί, καθώς το τίμημα μπορεί να είναι καθοριστικά θετικό ή αρνητικό. Αυτό ισχύει και για εμάς αλλά και για αυτούς.
Δευτέρα 8 Ιουλίου 2019
Όλοι ευχαριστημένοι !
Στην ΝΔ είναι ευχαριστημένοι γιατί βγήκαν κυβέρνηση και μάλιστα αυτοδύναμη και ο Κυριάκος ακόμα περισσότερο γιατί επιβεβαιώθηκε , μέσα και έξω από το κόμμα. Τελικά, ο πατέρας του - έστω και από ψηλά - τον είδε πρωθυπουργό. Το 40% είναι ένα πολύ καλό ποσοστό και οι 158 βουλευτές του δίνουν σχετικά ισχυρή πλειοψηφία.Παρασκευή 7 Ιουνίου 2019
η αποδοκιμασία του ΣυΡιζΑ
Έτσι, μετά από μία αποτυχημένη διαπραγμάτευση, οδηγηθήκαμε τον Ιούνιο του 2015 στο δημοψήφισμα, όπου το "όχι", στο οποίο οδήγησε η νέα κυβέρνηση τους ψηφοφόρους, μετατράπηκε σε "ναι" σηματοδοτώντας την αποτυχία του εκβιασμού προς τους δανειστές αλλά και την ανακούφιση των περισσοτέρων Ελλήνων εμπρός στην προοπτική της εξόδου από το ευρώ. Η κωλοτούμπα αυτή σηματοδότησε επίσης το τέλος της αυταπάτης (ή του τυχοδιωκτισμού) και την επαναφορά της χώρας στις αρχές της φιλελεύθερης δυτικής οικονομίας χωρίς αστερίσκους.
Παρ' όλα αυτά, οι πολίτες έδωσαν τον Σεπτέμβριο του 2015 και δεύτερη ευκαιρία στον Αλέξη Τσίπρα, κυρίως διότι πίστεψαν στο νέο ύφος και στο νέος ήθος που διατυμπάνιζε. Πίστεψαν ότι μετά την επιστροφή στον ρεαλισμό, έχει την δύναμη και την ικανότητα να αντιμετωπίσει την διαπλοκή, την διαφθορά και το πελατειακό κράτος και να φέρει ισονομία και ισοπολιτεία στην πολύπαθη πατρίδα μας. Πίστεψαν ότι μπορεί να μεταρρυθμίσει την δημόσια διοίκηση και να προωθήσει την αξιοκρατία και την αποτελεσματικότητα της λειτουργίας του. Πίστεψαν ότι μπορεί να φέρει υγιή ανάπτυξη της οικονομίας, χωρίς εκμετάλλευση και με καλούς μισθούς για τους εργαζόμενους. Εκτός από αυτά, πολλοί έδωσαν στον ΣυΡιζΑ την δεύτερη ευκαιρία επειδή δεν ήθελαν να επιστρέψουν στην ΝΔ και στο ΠαΣοΚ που βαρύνονται με τις αμαρτίες που μας έφεραν έως εδώ.
Όμως απογοητεύθηκαν.
Αντί για δράση, οι πολίτες είδαν μία απραξία στο επίπεδο των μεταρρυθμίσεων και πολυφωνία μεταξύ των υπουργών που πολλές φορές υπέκρυπτε ιδεοληψία, ακόμα και ανικανότητα. Είδαν την αδυναμία καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και την στασιμότητα των δημοσίων εσόδων παρά την σημαντική αύξηση του τουρισμού. Είδαν την μαύρη εργασία να συνεχίζει να θριαμβεύει. Την δημόσια διοίκηση να μην βελτιώνεται παρά τις επαγγελλόμενες αναδιαρθρώσεις αλλά να συνεχίζει να στελεχώνεται κομματικά, χωρίς αξιοκρατία. Την δικαιοσύνη να συνεχίζει να αποδίδεται αργά και αρκετές φορές στρεβλά χωρίς να απλουστεύονται οι νόμοι, ούτε να γίνονται δικαιότεροι. Είδαν για άλλη μία φορά την φορολογία να αυξάνει και επιβεβαίωσαν ότι τα βάρη της χώρας τα πληρώνουν πάντα οι ίδιοι.
Τον τελευταίο χρόνο, οι προσδοκίες κλονίσθηκαν ακόμα περισσότερο. Είδαν την αναποτελεσματικότητα του κράτους στο Μάτι και την Μάνδρα να ακολουθείται από υπεροψία, επικοινωνιακά πυροτεχνήματα και αδυναμία αυτοκριτικής. Είδαν την αντίδραση κάποιων πολιτών στην συμφωνία των Πρεσπών να χαρακτηρίζεται ως εθνικιστικό παραλήρημα. Είδαν το ύφος της εξουσίας να υιοθετείται από πολλά στελέχη της κυβέρνησης, εκείνο το ύφος που πίστευαν ότι είχαν απομακρύνει με την τελευταία τους ψήφο.
Τελικά, τι έφταιξε στον ΣυΡιζΑ?
Πριν απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, θα πρέπει να αναρωτηθούμε τι προσδοκίες είχαμε από την διακυβέρνηση ΣυΡιζΑ και κατά πόσο ήταν εφικτές ? Η απάντηση φυσικά δεν είναι μία, καθώς η κάθε κοινωνική ή ιδεολογική ομάδα είχε διαφορετικές προσδοκίες, μερικές από τις οποίες ήταν ανέφικτες ή κοινωνικά άδικες. Επιπλέον, ο ίδιος ο ΣυΡιζΑ καλλιέργησε το προηγούμενο διάστημα, υψηλές και ανέφικτες προσδοκίες. Όμως, πιστεύω ότι η κοινή προσδοκία όλων ήταν ότι ο ΣυΡιζΑ θα εφάρμοζε μία διαφορετική πολιτική από αυτή που εφαρμόσθηκε στο παρελθόν και οδήγησε στην χρεωκοπία, στην διάρρηξη του κοινωνικού ιστού και στην ανθρωπιστική κρίση. Μία πολιτική με στόχο την υγιή ανάπτυξη, την δίκαιη κατανομή της φορολογίας, την αποτελεσματική δημόσια διοίκηση και την προστασία των αδυνάτων μέσω ενός αξιόπιστου κοινωνικού κράτους. Ήταν όμως αυτά εφικτά?Προσωπικά πιστεύω ότι σε μεγάλο βαθμό, ήταν εφικτά. Όμως, για να υλοποιηθούν, θα έπρεπε να εφαρμοσθούν διαφορετικές τακτικές από αυτές που εφαρμόσθηκαν. Αντί να συγκρούεται με την Τρόικα και τους δανειστές, η κυβέρνηση ΣυΡιζΑ θα μπορούσε να κάνει μία μετριοπαθέστερη διαπραγμάτευση του μνημονίου (πιθανώς με τα ίδια οφέλη) και να συγκρουσθεί στο εσωτερικό της χώρας με τις κοινωνικές ομάδες που δεν επιθυμούν την αλλαγή. Γιατί εκεί είναι το πρόβλημα της χώρας. Πολλές, μικρές ή μεγάλες κοινωνικές ομάδες που έχουν καταφέρει να θεσπίσουν προνόμια και παραχωρήσεις, ανοχή έως καταστρατήγηση των νόμων και μόνιμη συνδιαλλαγή και συναλλαγή με την εξουσία. Κρατικοδίαιτοι και κερδοσκόποι, βολεμένοι λουφαδόροι και λάθρα διαβιούντες, παράτυποι φτωχοδιάβολοι και ευφάνταστοι μικροαπατεώνες, αυτή είναι η σύγχρονη Ελλάδα στην διαρκή προσπάθεια της για διαχείριση της μίζερης οικονομίας και κοινωνίας μας, αντί της ανατροπής των παθογενειών. Η μεγάλη ευθύνη των πολιτικών είναι η ανοχή (ή συντήρηση) των παραπάνω και όχι η διαφθορά τους, η οποία φυσικά έβλαψε την χώρα αλλά δεν ήταν αυτή που την κατέστρεψε.
Η παραπάνω σύγκρουση θα είχε αρχικά μεγάλο πολιτικό κόστος για τον ΣυΡιζΑ καθώς οι περισσότεροι Έλληνες ανήκουν σε κάποια από αυτές τις ομάδες, όμως θα έδινε το έναυσμα της δημιουργίας κράτους δικαίου, ισονομίας και ισοπολιτείας που η πλειοψηφία των πολιτών επιθυμεί. Μία συγκροτημένη, τεκμηριωμένη και συνεπής πολιτική εσωτερικών μεταρρυθμίσεων με την ανάλογη επικοινωνιακή τακτική θα έφερνε (και θα φέρει) τους περισσότερους Έλληνες στο πλευρό της κυβέρνησης που θα το αποτολμήσει.
Τελικά, ο ΣυΡιζΑ δεν μπόρεσε. Από ανεπάρκεια, ιδεοληψία ή φόβο? δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι αναπαρήγαγε το ίδιο μοντέλο διακυβέρνησης με τους προκατόχους του. Μικροπολιτικές, συναλλαγές ή συμμαχίες με μικρο-ομάδες, επικοινωνιακές τακτικές, πολιτικάντικους ελιγμούς και έλλειψη αυτοκριτικής και ειλικρίνειας. Δυστυχώς, η αποτυχία του ΣυΡιζΑ θα χρεωθεί και θα συνοδέψει την αριστερά για αρκετά χρόνια διότι οι περισσότεροι θα την αποδώσουν στην ιδεολογία της και όχι στην ικανότητα εφαρμογής της. Ενώ ταυτόχρονα, το πρόβλημα της χώρας παραμένει καθώς για άλλη μία φορά, οι Έλληνες πίστεψαν και απογοητεύθηκαν, ενώ τίποτα δεν άλλαξε ουσιαστικά.
Όμως, οι ιδέες και οι αξίες αποτυγχάνουν μόνο εάν δοκιμασθούν, αλλιώς αποτυγχάνουν οι άνθρωποι.
Και οι πολίτες ? τι κάνουν οι πολίτες ? Μάλλον συνεχίζουν να ελπίζουν, ίσως γιατί δεν έχουν άλλη επιλογή.
Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018
ονόματα των Χριστουγεννιάτικων γλυκισμάτων
Το γλύκισμα αλλά και το όνομα έχουν καταγωγή από την αρχαία Ελλάδα, όπου υπήρχε η συνήθεια των «μειλίχιων προσφορών» δηλαδή προσφορών μικρών στρογγυλών πιτών (πλακούντες) περιχυμένων με μέλι για να εξευμενίσουν τους καταχθόνιους θεούς και δαίμονες. Με την επικράτηση του χριστιανισμού, οι μειλίχιες προσφορές αντικαταστάθηκαν από τις «μακαρίες» ή ψυχόπιτες, οι οποίες ήταν μικρά ψωμάκια στο σχήμα του μελομακάρονου που προσφερόταν μετα τις κηδείες, όταν μακάριζαν τον νεκρό. Στην Μικρά Ασία, η μακαρία κάποτε περιλούσθηκε με μέλι και μετατράπηκε σε μέλι + μακαρία = μελομακάρονο. Από την λέξη μακαρία προήλθε και η λέξη μακαρόνι για τα ζυμαρικά, όταν τον μεσαίωνα άρχισαν να προσφέρουν ζυμαρικά μετα τίς κηδείες, αντί για μικρά ψωμάκια, τα οποία ονόμαζαν «μακαρωνία». Από την λέξη μακαρωνία προήλθε η λέξη maccarone που οι Λατίνοι χρησιμοποιούσαν για τα ζυμαρικά καθώς και η λέξη macarron που χρησιμοποιούν οι Γάλλοι για το μακρόστενο αμυγδαλωτό μπισκότο (μακαρόν).
Φοινίκια
Ετσι ονομαζόταν τα μελομακάρονα στην Σμύρνη και η
διαφορά τους είναι ότι τα φοινίκια δεν περιέχουν σιμιγδάλι στη συνταγή. Η πιθανότερη
προέλευση του ονόματος είναι από το φοινικί (=ερυθρίζων) χρώμα του γλυκίσματος. Μία άλλη εκδοχή θέλει το όνομα να προέρχεται από τον Φοίνικα, ιερό πτηνό του θεού Απόλλωνα, ενώ έχει αναφερθεί και η εκδοχή ότι σχετίζεται με το δένδρο Φοίνικα, ο
κορμός του οποίου έχει ερυθρίζων χρώμα. Σύνδεση με την Φοινίκη (Παλαιστίνη) ή τους Φοίνικες δεν φαίνεται να υπάρχει. Κουραμπιές
Το γλυκό προέρχεται
πιθανότατα από την Περσία και το όνομα του έχει μικτή, αραβο-λατινική
προέλευση, από την σύμπτυξη της τουρκικής λέξης kuru (=ξηρό) που έχει αραβική ρίζα (qura) και της λατινογενούς λέξης biye
(= μπισκότο). Το γλυκό συναντάται στην Κεντρικά Ασία και την Μέση Ανατολή με το
όνομα qurabiya. Η λέξη biye προέρχεται από την λατινογενή λέξη bis-cuit (= ψημένο δυο φορές)
που αποτελεί μετάφραση του ελληνικού δίπυρου
και προσδιορίζει την τεχνική των δύο ψησιμάτων του άρτου που διασφάλιζε την καλύτερη
διατήρηση του. Τα bis-cuit διαδόθηκαν
στην Ανατολή κατά τον Μεσαίωνα από τους Ενετούς και το όνομα τους παραφράσθηκε
σε biya/biye.Δίπλες
Το γλυκό κατάγεται από την Πελοπόννησο και παρασκευάζεται από λεπτή ζύμη η οποία διπλώνεται και τηγανίζεται σε καυτό λάδι, ενώ στην συνέχεια περιχύνεται με μέλι. Οι δίπλες θεωρείται ότι συμβολίζουν τα σπάργανα του Χριστού ενω το μέλι συμβολίζει την ευζωία και την δημιουργικότητα που θέλουμε να μας φέρει το νέο έτος.
Βασιλόπιτα
Η βασιλόπιτα είναι η πίτα της Πρωτοχρονιάς και δεν συνδέεται με συγκεκριμένη συνταγή καθώς είναι γλυκιά σε κάποιες περιοχές (με προσφυγικό πληθυσμό) και αλμυρή (κρεατόπιτα, πρασόπιτα) σε άλλες (Δυτική Μακεδονία). Η κλασική γλυκιά βασιλόπιτα παρασκευάζεται με αρκετές συνταγές, με ή χωρίς προζύμι και με προσθήκη διαφόρων ειδών μπαχαρικών. Σε κάποιες περιοχές, η βασιλόπιτα φτιάχνεται με την ίδια συνταγή που χρησιμοποιείται για το τσουρέκι (corek = τούρκικη λέξη που σημαίνει ψωμί που φτιάχνεται με ζύμη που περιέχει μαγιά) ενώ αλλού ακολουθείται συνταγή που την κάνει στεγνή (τριφτή Καππαδοκίας). Το κοινό χαρακτηριστικό όλων των βασιλόπιτων είναι ότι περιέχουν νόμισμα (φλουρί) το οποίο θα φέρει τύχη σε αυτόν που θα το βρεί στο κομμάτι του.
Η κοπή πίτας και το μοίρασμα των κομματιών της στους παρευρισκόμενους έχει αρχαιοελληνική προέλευση και τελούταν στην γιορτή των Κρονίων (21 Μαρτίου κατά την εαρινή ισημερία) και αργότερα στα ρωμαϊκά Σατουρνάλια (23 Δεκεμβρίου). Στην χριστιανική παράδοση, η κοπή της βασιλόπιτας συνδέθηκε με τον Αγιο Βασίλειο, επίσκοπο της Καισάρειας κατά τον 4ο μ.Χ. αιώνα, από τον οποίον πήρε και το όνομά της (πίτα του Βασιλείου). Σύμφωνα με την παράδοση κάποιοι επιδρομείς εισέβαλαν στην πόλη και λήστεψαν τα χρυσαφικά των κατοίκων. Τα χρυσαφικά βρέθηκαν με ένα θαυματουργό τρόπο και ο Αγιος Βασίλειος - για να αποφύγει τυχόν προστριβές - αποφάσισε να τα επιστρέψει στους συμπολίτες του βάζοντας τα σε μικρά ψωμάκια τα οποία τους μοίρασε.
Χριστόψωμο
Είναι το ψωμί που παρασκευάζεται για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Η διαφορά του με τα άλλα ψωμιά είναι ο περίτεχνος διάκοσμός του με σχέδια από ζυμάρι, σουσάμι αλλά και καρύδια, σύκα και σταφίδες. Τα σχέδια και τα υλικά που χρησιμοποιούνται διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή αλλά είναι κοινό στοιχείο ότι το χριστόψωμο δεν κόβεται με μαχαίρι αλλά με το χέρι.
Δευτέρα 20 Νοεμβρίου 2017
εκλογές στην κεντροαριστερά
Οι εκλογές αυτές είχαν πολλά παράδοξα, με σημαντικότερο
την επιλογή αρχηγού πριν την δημιουργία κόμματος. Ορίζουμε αρχηγό για να
διοικήσει τι ? Αυτό που ο ίδιος θα δημιουργήσει στην συνέχεια ή απλά μοιράζουμε
καρέκλες για να διασωθούμε εκλογικά ? Η ανάποδη αυτή διαδικασία, ανέδειξε για άλλη μια φορά
την δύναμη των κομματικών μηχανισμών – ή ότι απέμεινε από αυτούς – αλλά κυρίως
την διατήρηση της παλαιοκομματικής αντίληψης ελέγχου μέσω του κομματικού
μηχανισμού. Ο Καμίνης και οι λοιποί υποψήφιοι δεν έχασαν επειδή κρίθηκαν
ανεπαρκείς ή ακατάλληλοι ούτε επειδή δεν έπεισαν οι απόψεις τους αλλά επειδή
δεν έλεγχαν τον μηχανισμό κανενός κόμματος.Παρασκευή 1 Σεπτεμβρίου 2017
πρωταθλητές στην παραοικονομία
Σε πρόσφατη μελέτη του Ινστιτούτου Εφαρμοσμένης Οικονομίας του πανεπιστημίου του Tubingen στην Γερμανία (iefimerida, 31.8.2017) , η Ελλάδα κατατάσσεται πρώτη μεταξύ των ανεπτυγμένων χωρών, με παραοικονομία που εκτιμάται στο 21,5% του ΑΕΠ ενώ ακολουθούν αρκετά κοντά η Ιταλία, Ισπανία και Πορτογαλία, δηλαδή όλα τα «κακά» παιδιά του Νότου. Αντίθετα, οι χώρες του «πολιτισμένου» Βορρά έχουν παραοικονομία χαμηλότερη του 10% με χαμηλότερη επίδοση στις ΗΠΑ (5,4%). Θα πρέπει να επισημάνουμε, ότι υπάρχει και ποιοτική διαφορά στην παραοικονομία μεταξύ Βορρά και Νότου, καθώς στον Νότο η παραοικονομία προέρχεται κυρίως από πολλούς μικρούς ενώ στον Βορρά από λίγους μεγάλους επιχειρηματίες.
Η παραοικονομία διεθνώς συσχετίζεται με διάφορους παράγοντες (φορολογικό καθεστώς, έλεγχοι, ανεργία, διαφθορά κλπ) οι περισσότεροι από τους οποίους θεωρώ ότι είναι δευτερεύουσας σημασίας. Για παράδειγμα, το ύψος της φορολογίας ή του ΦΠΑ δεν φαίνεται να συσχετίζεται έντονα με την παραοικονομία καθώς χώρες χαμηλών συντελεστών (Βουλγαρία, Ρουμανία κλπ) εμφανίζουν μεγαλύτερη παραοικονομία σε σχέση με χώρες πολύ υψηλών συντελεστών φορολόγησης (Γερμανία, Σουηδία κλπ). Αντίθετα, οι έλεγχοι (και οι ποινές) φαίνεται ότι επηρεάζουν σημαντικά καθώς χώρες με μικρή κοινωνική συνοχή και χαμηλή συνείδηση συλλογικότητας αλλά ισχυρό ελεγκτικό μηχανισμό (πχ ΗΠΑ) εμφανίζουν χαμηλή παραοικονομία. Αντίστοιχα, η ανεργία δεν φαίνεται να παίζει καθοριστικό ρόλο καθώς τα χρόνια της χαμηλής ανεργίας στην Ελλάδα (πρό 2010) η παραοικονομία ήταν μεγαλύτερη.
Κατά την γνώμη μου, ο σημαντικότερος παράγοντας ενίσχυσης της παραοικονομίας είναι η διάρθρωση της οικονομίας της χώρας και πιό συγκεκριμένα ο αριθμός των αυτοαπασχολούμενων. Σε όλες τις μελέτες παρατηρούμε ότι ή παραοικονομία ανθεί σε χώρες με μεγάλο αριθμό αυτοαπασχολούμενων που συνήθως δραστηριοποιούνται στόν τριτογενή τομέα της οικονομίας. Κλασικό παράδειγμα η χώρα μας στην οποία οι αυτοαπασχολούμενοι αντιπροσωπεύουν το 32% του εργατικού δυναμικού, ενώ ο μέσος όρος στην ΕΕ των 28 είναι 14% και στις βιομηχανικές χώρες του Βορρά λιγότερο από 8%. Ακόμα και σε χώρες με ισχυρή βιομηχανία αλλά μεγάλο αριθμό αυτοαπασχολούμενων, όπως η Ιταλία παρατηρούμε ανθηρή παραοικονομία.
Πολλοί θα αντιτάξουν, ότι η παραοικονομία είναι αποτέλεσμα νοοτροπίας (φορολογική συνείδηση, αντίληψη συλλογικότητος κλπ), η οποία όμως κατά την γνώμη μου σχετίζεται με τα υψηλά ποσοστά αυτοαπασχολούμενων, οι οποίοι εκτρέφουν την νοοτροπία αυτή. Στην ελεύθερη οικονομία, όπου κυριαρχεί η αντίληψη του γρήγορου και εύκολου πλουτισμού είναι απόλυτα κατανοητό ότι ο επιχειρηματίας θα παρανομήσει - αν έχει την ευκαιρία - ο μεν μικροεπαγγελματίας για να επιβιώσει, ο δε μεσαίος και μεγάλος επιχειρηματίας για να κερδοσκοπήσει. Ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Ιταλία, όπου το κράτος δικαίου είναι «πρωτόγονο» και οι έλεγχοι ελλειπείς είναι εύκολο να διαμορφωθεί μία ελαστική φορολογική συνείδηση στό όνομα της επιβίωσης ή της μή ανταποδοτικότητας από την πολιτεία. Αυτή η παρανομία των πολλών μικρών στο όνομα της επιβίωσης είναι που ευννοεί τον λαϊκισμό και απομακρύνει την κοινωνία από την ισόρροπη και δίκαιη ανάπτυξη.
Ας μην ξεχνάμε ότι κάποιοι από τους μικρούς αυτούς θα γίνουν κάποια ημέρα μεγάλοι, όχι λόγω της αξίας τους, αλλά επειδή αξιοποίησαν την αδιαφάνεια και τον αθέμιτο ανταγωνισμό απέναντι στους συνεπείς, μεταφέροντας την νοοτροπία τους στα κέντρα λήψης αποφάσεων, στην πολιτική και στην δικαιοσύνη. Με αυτό τον τρόπο διαιωνίζεται και επεκτείνεται η σαθρή αντίληψη της λάθρας ζωής στο όνομα της «επιβίωσης». Επιβίωση, που έρχεται σε αντίθεση με την επιβίωση των υπολοίπων καθώς η οικονομία της χώρας δεν αναπτύσσεται και η φορολογία των συνεπών αυξάνεται. Επιβίωση, που αυξάνει τις τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών καθώς παρ' όλη την φοροδιαφυγή οι επιχειρήσεις αυτές παραμένουν κάτω από το νεκρό σημείο. Επιβίωση, που στερεί από τους συνεπείς επαγγελματίες πολύτιμο τζίρο οδηγώντας και αυτούς στην χρεωκοπία.
Η πορεία της χώρας ήταν και παραμένει λάθος, διαιωνίζοντας τον φαύλο κύκλο της υπανάπτυξης και της μιζέριας. Προσωπικά πιστεύω ότι το πρόβλημα της χώρας δεν είναι οικονομικό αλλά πολιτικό καθώς απαιτούνται θεσμικές παρεμβάσεις και διαρθρωτικά μέτρα που κανείς πολιτικός δεν τολμά να πάρει. Στο όνομα της επιβίωσης πάλι. Της δικής του πολιτικής επιβίωσης.
Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2017
Μεταναστεύσεις στο Ελλαδικό χώρο στην σύγχρονη εποχή
Στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, αρκετοί Έλληνες ενδίδουν στον εξισλαμισμό προσδοκώντας μία καλύτερη ζωή. Στις περιοχές αυτές οι εξισλαμισμοί τροφοδοτούν με νέο αίμα το μουσουλμανικό στοιχείο, μειώνοντας τους ελληνικούς πληθυσμούς καθώς οι εξισλαμισμένοι εντάσσονται στην ομάδα των κατακτητών, αλλοιώνοντας τα φυλετικά χαρακτηριστικά τους, τα οποία από μογγολικά μετατρέπονται σε ευρωπαϊκά. Κάποιοι από τους απόγονους των Ελλήνων και των εξελληνισμένων μικρασιατικών λαών που κατά την Βυζαντινή περίοδο έγιναν χριστιανοί Ρωμαίοι, μετατρέπονται τώρα σε Οθωμανούς μουσουλμάνους. Αντίθετα, στα παράλια της Μικράς Ασίας και του Πόντου, οι ελληνικοί πληθυσμοί διατηρούν σε μεγαλύτερο βαθμό την ταυτότητα τους καθ’ όλη την διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας. Σε αυτό συνέβαλε η συμπαγής παρουσία των Ελλήνων στα αστικά κέντρα των παραλίων της Μ.Ασίας, όπου διαχρονικά κυριαρχούσαν στην οικονομική και κοινωνική ζωή. Στην Μέση Ανατολή και την Βόρειο Αφρική, οι εναπομείναντες Έλληνες - κυρίως έμποροι και επιστήμονες - που κατάφεραν να διατηρήσουν την ταυτότητα τους κατά την περίοδο της αραβικής κυριαρχίας, βιώνουν έναν δεύτερο κύκλο μουσουλμανικής κατοχής, χωρίς όμως την υποστήριξη που είχαν έως τώρα από την μητρόπολη τους. Στις ενετοκρατούμενες περιοχές (Κρήτη, Κυκλάδες, Ιόνια νησιά, Δωδεκάνησα) οι ελληνικοί πληθυσμοί διατηρούνται αναλλοίωτοι καθώς οι μετακινήσεις Ενετών στις κυριαρχούμενες περιοχές είναι περιορισμένες. Αντίθετα, στην ιταλική χερσόνησο, ο κυρίαρχος Ελληνισμός του νότου, σταδιακά αλλοιώνεται και εκλατινίζεται κάτω από διαδοχικούς κατακτητές.
Στην Βαλκανική χερσόνησο, οι Οθωμανοί κυριαρχούν
σε ένα πλήθος χριστιανικών λαών, κυρίως σλαβικής προέλευσης (Σέρβοι, Βούλγαροι,
Κροάτες κλπ), οι οποίοι αντιμετωπίζονται μαζί με τους Έλληνες ως «ραγιάδες» και
εντάσσονται όλοι μαζί στο χριστιανικό μιλλέτ. Η πολιτική αυτή βοήθησε στην
διατήρηση της αυτοτέλειας των χριστιανών στο οθωμανικό κράτος και λειτούργησε
σαν συνέχεια του ομογενοποιημένου χριστιανού ρωμαίου πολίτη της Βυζαντινής
περιόδου. Στο νότιο τμήμα της Βαλκανικής χερσονήσου, οι Έλληνες παρέμειναν η
κυρίαρχη φυλετική ομάδα, παρόλη την μετανάστευση Σλάβων και Αλβανών, καθώς
κατάφεραν να αφομοιώσουν σε μεγάλο βαθμό τους νέους κατοίκους. Οι σλαβικοί
πληθυσμοί που εισέβαλαν (6ος – 8ος αιώνας) και παρέμειναν
στον ελλαδικό χώρο (όχι περισσότεροι από 300.000) είχαν εξελληνισθεί στο
μεγαλύτερο μέρος τους έως τον 10ο αιώνα, αφήνοντας ως ανάμνηση
κάποια σλαβικά τοπωνύμια κυρίως στα ορεινά της Πελοποννήσου και της Ηπείρου.
Αντίστοιχα, οι αλβανικοί πληθυσμοί που μετακινήθηκαν στον ελλαδικό χώρο (14ος
– 15ος αιώνας) δεν ξεπερνούσαν τα 100.000 άτομα και εγκαταστάθηκαν
κυρίως στην Πελοπόννησο (30.000 άτομα) στην Εύβοια και στην Αττική.Παρόλα αυτά, οι συνεχείς πόλεμοι, οι επιδημίες και οι εξισλαμισμοί της πρώτης τουρκικής διείσδυσης (Σελτζούκοι, 12ος -13ος αιώνας) μείωσαν σημαντικά τους κραταιούς ελληνικούς πληθυσμούς, κυρίως στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας και στις Βόρειες περιοχές των Βαλκανίων. Μετά την εδραίωση της οθωμανικής κυριαρχίας (μέσα του 15ου αιώνα) οι ελληνόφωνοι (Έλληνες και εξελληνισμένοι) δεν ξεπερνούσαν τα 6-7 εκατ., όταν τον 6ο αιώνα εκτιμάται ότι προσέγγιζαν τα 15 εκατ. Η μείωση αυτή θα συνεχισθεί καθ' όλη την διάρκεια της οθωμανικής κατοχής καθώς θα συνεχισθούν οι εξισλαμισμοί, η φυγή στην Δύση και οι θάνατοι από επιδημίες και κακουχίες.
Η οικονομική κατάσταση των Ελλήνων, όπως και όλων
των κατεκτημένων μη μουσουλμανικών λαών, επιδεινώθηκε σημαντικά κατά την οθωμανική
περίοδο. Η ιδιοκτησία της γης περνάει στον σουλτάνο και μοιράζεται από αυτόν σε
Οθωμανούς ευγενείς και αξιωματούχους (τιμαριακό σύστημα) χωρίς κληρονομικό
δικαίωμα (δεν μπορεί να μεταβιβασθεί ή πουληθεί) και επιστρέφει στον σουλτάνο
μετά τον θάνατο τους. Το τιμάριο στην ουσία αντιπροσωπεύει την πρόσοδο του
τιμαριούχου από την φορολογία των μικροκαλλιεργητών που περιλαμβάνονται σε
αυτό, με αντάλλαγμα την υποχρέωση του να τηρεί την τάξη στο τιμάριο του και να
συμμετέχει στις εκστρατείες με δικά του έξοδα. Οι μικροκαλλιεργητές (συνήθως
υπόδουλοι χριστιανοί) συνεχίζουν να διατηρούν την ιδιοκτησία της γης τους, η
οποία όμως περιορίζεται σε έκταση (όσο μπορεί να οργώσει σε μια μέρα ένα ζεύγος
βοδιών) και αποδίδουν στον τιμαριούχο, φόρο και «αγγαρεία» (δωρεάν εργασία στα
προσωπικά κτήματα του). Το σύστημα αυτό είχε σαν στόχο την απλή επιβίωση των
υποδούλων και την παροχή εισοδήματος στους τιμαριούχους ως αντάλλαγμα για τις
στρατιωτικές υπηρεσίες που προσφέρουν, οι οποίες θα επιφέρουν νέες κατακτήσεις
και νέα έσοδα στον σουλτάνο. Στις πόλεις η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη για τους υπόδουλους Έλληνες, καθώς η συνύπαρξη με τους Οθωμανούς αναδείκνυε την φυλετικότητα του οθωμανικού κράτους. Οι μη μουσουλμάνοι ήταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας με πλήθος περιορισμών στο ντύσιμο και στην συμπεριφορά απέναντι στους μουσουλμάνους, ενώ δεν επιτρεπόταν να ιππεύουν και αποκλειόταν από κάποια επαγγέλματα. Ταυτόχρονα οι μη μουσουλμάνοι είχαν βαρύτερη φορολογία με πλήθος φόρων (κεφαλικός, εστίας κλπ) αλλά και προσφορά παιδιών μέσω του παιδομαζώματος (ένα στα πέντε παιδιά κάθε οικογένειας γινόταν γενίτσαρος). Η οικονομία των πόλεων παρέμεινε στάσιμη έως τα τέλη του 16ου αιώνα. Η βιοτεχνία οργανώθηκε σε συντεχνίες (εσνάφια) στις οποίες ανήκαν υποχρεωτικά όλοι οι βιοτέχνες με ιεραρχική δομή (πρωτομάστορας, μάστορες, τσιράκια κλπ) και αυστηρά οικογενειακό χαρακτήρα (αδυναμία εξέλιξης σε βιομηχανία). Το εμπόριο και οι μεταφορές οργανώθηκαν επίσης σε συντεχνίες, οι οποίες όμως είχαν ανταγωνισμό από τις διομολογήσεις (προνομιακές συμφωνίες) που έκανε ο σουλτάνος με Δυτικούς, καταλήγοντας να ελέγχουν αυτοί τα ακριβά και περιζήτητα προϊόντα.
Στις περιοχές που βρέθηκαν υπό ενετική κυριαρχία,
οι κατακτητές Ενετοί αποδείχθηκαν εξίσου καταπιεστικοί. Η διοίκηση ασκούταν από
τους Δούκες και μικρή ομάδα Ενετών αξιωματούχων, οι οποίοι απομυζούσαν τους
πόρους των περιοχών αυτών με πιο συστηματικό και οργανωμένο τρόπο σε σχέση με
τους Οθωμανούς. Επέβαλαν αυστηρή τήρηση της τάξης και των κανόνων που όρισαν οι
ίδιοι καθώς και βαριά φορολογία, ενώ ταυτόχρονα επιχειρήθηκε αποτυχημένα
εκλατινισμός των Ελλήνων και περιορισμός της ισχύος της Ορθόδοξης εκκλησίας. Στην
πορεία, οι Ενετοί χαλάρωσαν σταδιακά την αυστηρότητα του καθεστώτος τους,
επιτρέποντας την βελτίωση της ζωής των υποδούλων Ελλήνων. Δυστυχώς όμως, έως τα
τέλη του 17ου αιώνα, οι ενετοκρατούμενες περιοχές του ελλαδικού
χώρου (πλην των Ιονίων νησιών) πέρασαν και αυτές υπό οθωμανική κυριαρχία.Ο Ελληνισμός της Ιταλικής χερσονήσου (Σικελία, Νότιος Ιταλία) δέχεται την μεγαλύτερη πίεση για ενσωμάτωση καθώς οι διαδοχικοί κατακτητές (Νορμανδοί, Γάλλοι, Ισπανοί) μετακινούν πληθυσμούς στην περιοχή και προσπαθούν να επιβάλλουν την ταυτότητά τους. Οι Έλληνες αναγκάζονται να ασπαστούν τον καθολικισμό και να ενσωματωθούν σταδιακά στην λατινική κουλτούρα, παρόλη την συνεχιζόμενη μετακίνηση ελληνικών πληθυσμών (κυρίως από την Πελοπόννησο) στην Νότιο Ιταλία έως και τα τέλη του 17ου αιώνα. Ο Ελληνισμός της «μεγάλης Ελλάδος», που κάποτε ξεπερνούσε το 1 εκατ. κατοίκους μόνο στην Σικελία, συρρικνώνεται σε λίγες περιοχές (Απουλία, Καλαβρία) διατηρώντας κάποια ήθη και έθιμα και σποραδικά την ελληνική γλώσσα (γκρεκάνικα). Μετά από 20 αιώνες ισχυρής παρουσίας, ο ελληνισμός της Κάτω Ιταλίας ομογενοποιείται στον πληθυσμό που κατοικεί στον σύγχρονο ιταλικό νότο.
Τους πρώτους δύο αιώνες της οθωμανικής κατοχής (15ος – 16ος) οι Οθωμανοί επιχείρησαν μετακινήσεις πληθυσμών (surgun) με κύριο στόχο την ενίσχυση των κατοίκων στις ελλειμματικές περιοχές ή την αύξηση των μουσουλμάνων σε περιοχές με στρατηγικό χαρακτήρα. Για το λόγο αυτό, κατά το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα μετέφεραν Τουρκομάνους και άλλους νομαδικούς μουσουλμανικούς πληθυσμούς (Τάταρους, Γιουρούκους κλπ) από τα ασιατικά εδάφη στα βόρεια σύνορα της Βαλκανικής χερσονήσου ενώ ταυτόχρονα μετακίνησαν χριστιανικούς πληθυσμούς από τα ευρωπαϊκά εδάφη σε περιοχές της Μικράς Ασίας που είχαν ερημώσει από τις επιδρομές τους. Αντίστοιχα, οι Οθωμανοί ενίσχυσαν τον πληθυσμό της Κωνσταντινούπολης και της Θεσσαλονίκης, οι οποίες παρουσίαζαν εικόνα εγκατάλειψης μετά την κατάληψή τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι η σχεδόν ερημωμένη Κωνσταντινούπολη του 1453 αποκτά 20 χρόνια αργότερα, πληθυσμό άνω των 70.000 κατοίκων από τους οποίους το 60% είναι Οθωμανοί και μόλις το 20% είναι Έλληνες και το 10% Εβραίοι. Ειδικά, οι Εβραίοι μεταφέρθηκαν από άλλες πόλεις της Μικράς Ασίας και τα νησιά (Μυτιλήνη, Χίο) για να ενισχύσουν τον αστικό πληθυσμό της νέας οθωμανικής πρωτεύουσας.
Παρόλα αυτά, έως τα τέλη του 16ου, οι
αλλοιώσεις των πληθυσμών στην Οθωμανική αυτοκρατορία ήταν περιορισμένες σε
βαθμό και ένταση. Ο σουλτάνος και η διοίκηση ήταν επικεντρωμένοι στην απόκτηση
νέων κατακτήσεων ενώ το τιμαριακό/συντεχνιακό σύστημα διατηρούσε τον πληθυσμό
στις εστίες του, προσπαθώντας να επιβιώσει. Στις κατεκτημένες περιοχές
επικρατούσε ειρήνη καθώς οι επιδρομές είχαν σταματήσει και η τάξη τηρούταν από
τους τιμαριούχους-στρατιωτικούς. Οι πληθυσμιακές μεταβολές της Οθωμανικής
αυτοκρατορίας προερχόταν κυρίως από τους εξισλαμισμούς και το παιδομάζωμα, με
τα οποία μειωνόταν ο πληθυσμός των χριστιανών δημιουργώντας νέους Οθωμανούς. Την
περίοδο αυτή, η σημαντικότερη επίπτωση στους χριστιανικούς πληθυσμούς προερχόταν
από τις επιδημίες και κυρίως την πανώλη, η οποία ενδημούσε στον ελλαδικό χώρο
καθ’ όλη την διάρκεια του 16ου αιώνα. Στην Θεσσαλονίκη η πανώλη
παρουσιάζει έξαρση που ευνοείται από τις μετακινήσεις των οθωμανικών στρατευμάτων
προς τον Βορρά. Ο πληθυσμός της πόλης μειώνεται σημαντικά.Στα τέλη του 16ου αιώνα, η οικονομική κατάσταση στην Οθωμανική αυτοκρατορία θα αρχίσει να επιδεινώνεται δραματικά. Οι κατακτήσεις νέων εδαφών σταμάτησαν δημιουργώντας άνεργους πολεμιστές και εξάντληση των τιμαρίων, ενώ ταυτόχρονα η επαφή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με την δύση σε καιρό ειρήνης θα αναδείξει τις αδυναμίες της χώρας να αναπτύξει ανταγωνιστική οικονομία και αποτελεσματική διοίκηση. Η χώρα έχει παραμείνει αυστηρά αγροτική με χαμηλές αποδόσεις των καλλιεργειών και αδυναμία ανάπτυξης στοιχειώδους βιομηχανίας και τεχνολογίας που οδηγούν σε οικονομική κρίση και ανεπάρκεια αγαθών. Η προσπάθεια αντιμετώπισης της κρίσης καταλήγει αρχικά στην αναδιάρθρωση της γαιοκτησίας, μετατρέποντας το τιμάριο σε τσιφλίκι (με κληρονομική ιδιοκτησία), τους τιμαριούχους πολεμιστές σε γαιοκτήμονες και τους ελεύθερους μικροκαλλιεργητές σε δουλοπάροικους του τσιφλικά. Η αλλαγή αυτή οδηγεί πολλούς Έλληνες μικροκαλλιεργητές στις πόλεις ή στις ορεινές περιοχές όπου απασχολούνται με την κτηνοτροφία, η οποία δίνει μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας και αυτοτέλειας. Οι μετακινήσεις αυτές δεν πραγματοποιούνται μαζικά, αλλά μεμονωμένα και σταδιακά και δεν μνημονεύονται εκτενώς στις πηγές. Το αποτέλεσμα τους ήταν η πληθυσμιακή αλλοίωση των πεδινών εύφορων περιοχών στις οποίες παρέμειναν κυρίως σλαβικοί πληθυσμοί και η ενίσχυση με ελληνικό στοιχείο των ορεινών περιοχών στις οποίες έως τότε κυριαρχούσαν οι Αλβανοί. Νέοι οικισμοί δημιουργούνται σε απομονωμένες ορεινές περιοχές που δεν κατοικούταν έως τότε, βάζοντας τα θεμέλια για την πληθυσμιακή κατανομή της σύγχρονης Ελλάδος. Οι Έλληνες που πάντα κατοικούσαν σε παραθαλάσσιες και πεδινές περιοχές αναγκάζονται να δημιουργήσουν την «Ελλάδα των ορέων», απόμακρη αλλά σχετικά αυτεξούσια.
Οι Έλληνες που παρέμειναν στις πόλεις αρχίζουν να ασχολούνται με τις μεταφορές (καραβάνια) και την ναυτιλία λόγω της ανάπτυξης του εμπορίου με την Δύση και της εγγενούς απέχθειας των Οθωμανών προς την θάλασσα και τις μετακινήσεις. Οι Οθωμανοί αδιαφορούν επίσης για κάθε είδους οικονομική ανάπτυξη και παραμένουν προσκολλημένοι στον στρατό και την διοίκηση, αφήνοντας χώρο στους κοσμοπολίτες Έλληνες, Εβραίους και Αρμένιους να αναπτυχθούν στο εμπόριο, στις τέχνες και τις επιστήμες. Οι τρείς αυτές εθνότητες, αλλά κυρίως οι Έλληνες, δημιουργούν από τα τέλη του 16ου αιώνα, εύρωστες κοινότητες στις πόλεις και τα λιμάνια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και σταδιακά αρχίζουν να αποκτούν προνόμια. Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι μεταφραστές (δραγουμάνοι) του σουλτάνου από το 1661 (Παναγιωτάκης Νικούσιος) και οι ηγεμόνες των παραδουνάβιων περιοχών της Βλαχίας και της Μολδαβίας από το 1709 είναι Έλληνες Φαναριώτες. Αρκετοί Έλληνες, εγκαταλείπουν την ύπαιθρο και κατευθύνονται στις πόλεις κυρίως στην Μικρά Ασία και την Βόρειες επαρχίες της Βαλκανικής.
Η πανώλη επανεμφανίζεται στα μέσα του 17ου
αιώνα, ξεκινώντας και πάλι από την Θεσσαλονίκη
και επεκτείνεται στην Θεσσαλία, ενώ εμφανίζεται ξανά στα μέσα του 18ου
αιώνα σχεδόν σε όλη την Οθωμανική επικράτεια, μειώνοντας σημαντικά τον πληθυσμό
της. Στην τελευταία αυτή έξαρση επλήγησαν κυρίως η Κωνσταντινούπολη, η
Θεσσαλονίκη, η Σμύρνη και τα γύρω νησιά (Χίος, Μυτιλήνη) ενώ η επιδημία έφτασε
και μέχρι την Αθήνα. Ο «μαύρος θάνατος» θα ξανακτυπήσει τον 19ο
αιώνα και αυτή την φορά η επιδημία θα είναι η χειρότερη από όλες. Ξεκίνησε το
1812 από την Κωνσταντινούπολη θερίζοντας πάνω από 200.000 άτομα (1/3 του
πληθυσμού της πόλης). Η επιδημία επεκτάθηκε γρήγορα σε όλη την
αυτοκρατορία δημιουργώντας κύμα φυγής από τις πόλεις και τα λιμάνια. Τα νησιά
του Αιγαίου ερημώθηκαν και η Θεσσαλία αποδεκατίσθηκε οδηγώντας σε παρακμή τις
αγροτοβιομηχανίες της περιοχής ενώ τα μεγάλα αστικά κέντρα της αυτοκρατορίας
έχασαν από το 1/5 έως το 1/3 του πληθυσμού τους.Την ίδια περίοδο, η κατάκτηση της Κρήτης από τους Οθωμανούς (1669) συνοδεύεται από πληθυσμιακές μεταβολές καθώς οι αθρόοι εξισλαμισμοί (60.000 άτομα έως το 1680) αλλοιώνουν σταδιακά την ταυτότητα των κρητικών. Είναι ενδεικτικό, ότι οι εξισλαμισμένοι κρητικοί, στα τέλη του 18ου αιώνα ανέρχονται στις 160.000 άτομα ενώ οι χριστιανοί του νησιού δεν ξεπερνούν τις 130.000, όταν στα τέλη της Ενετοκρατίας (1669) η Κρήτη κατοικούταν από 300.000 έλληνες ορθόδοξους και λίγες χιλιάδες Λατίνους καθολικούς.
Στα τέλη του 18ου αιώνα, ο Ελληνισμός της Οθωμανικής αυτοκρατορίας έχει συρρικνωθεί ακόμα περισσότερο, κυρίως από τις επιδημίες και βρίσκεται πλέον συγκεντρωμένος στα αστικά κέντρα και στις παραλιακές και ορεινές περιοχές. Στα αστικά κέντρα, οι Έλληνες διαπρέπουν ως έμποροι, τραπεζίτες και επιστήμονες ελέγχοντας μεγάλο μέρος της οικονομικής ζωής της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ενώ αντίθετα στα παραλιακά και ορεινά χωριά οι Έλληνες παραμένουν μακριά από την οθωμανική εξουσία διατηρώντας την αυτονομία τους σε μεγαλύτερο βαθμό.
Στις αρχές του 19ου αιώνα, η Ελληνική
επανάσταση προκαλεί ανακατατάξεις και διαφοροποιήσεις του πληθυσμού στον ελλαδικό
χώρο. Αρκετοί αγωνιστές σκοτώνονται ενώ άλλοι μετακινούνται προς τις ελεύθερες
περιοχές (Πελοπόννησος, Ρούμελη και νησιά) για να ενισχύσουν τον αγώνα. Οι
σφαγές που πραγματοποίησαν οι Τούρκοι
αποδεκάτισαν τον πληθυσμό κάποιων περιοχών (Χίος, Ψαρά, Μεσολόγγι κλπ),
οι οποίες όμως σύντομα εποικίσθηκαν από άλλους Έλληνες. Αντίστοιχα, οι Τούρκοι,
κυρίως της Πελοποννήσου, σφαγιάσθηκαν ή απομακρύνθηκαν προς άλλες περιοχές της
Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο (1826)
προκάλεσε πανικό και φυγή προς τα ορεινά. Στην πορεία του, ο αιγυπτιακός
στρατός καίει χωριά και αφανίζει κατοίκους ενώ χιλιάδες αιχμάλωτοι οδηγούνται
στα σκλαβοπάζαρα της Βορείου Αφρικής. Οι περισσότεροι από αυτούς παρέμειναν
στην Αίγυπτο μετά την απελευθέρωση τους (σύμβαση 6/8/28) ενισχύοντας τις
ελληνικές κοινότητες του Καϊρου και της Αλεξάνδρειας. Τα πρώτα χρόνια της
επανάστασης η μείωση του πληθυσμού στις επαναστατημένες περιοχές ήταν
δραματική. Η Πελοπόννησος το 1821 είχε 500.000 κατοίκους (450.000 χριστιανούς
και 50.000 μουσουλμάνους) ενώ το 1828 είχε λιγότερους από 350.000 κατοίκους,
όλους χριστιανούς. Αντίστοιχα, η Στερεά Ελλάδα το 1821 είχε 270.000 κατοίκους
(250.000 χριστιανούς και 20.000 μουσουλμάνους) ενώ το 1828 είχε λιγότερους από
180.000 κατοίκους. Τα νησιά ήταν οι μόνες περιοχές που διατήρησαν σταθερό τον πληθυσμό
τους, στους 170.000 κατοίκους, αποκλειστικά χριστιανούς καθώς δεν απετέλεσαν
πεδίο πολεμικών αναμετρήσεων. Συνολικά, οι περιοχές που θα συγκροτήσουν το πρώτο
Ελληνικό κράτος υπέστησαν μείωση πληθυσμού άνω των 170.000 χριστιανών κατοίκων
(σφαγές, πόλεμος, αιχμάλωτοι) και όλου σχεδόν του μουσουλμανικού πληθυσμού, ο
οποίος έχει διωχθεί ή σκοτωθεί.Η Ελληνική επανάσταση και η απελευθέρωση της Πελοποννήσου και της Ρούμελης ξεσήκωσαν την οργή των Οθωμανών εναντίον των Ελλήνων στις υπόλοιπες περιοχές της αυτοκρατορίας. Στην Κωνσταντινούπολη και τις άλλες μεγάλες πόλεις , ο όχλος καταστρέφει μαγαζιά και σπίτια, δολοφονώντας Έλληνες, μεταξύ των οποίων τον πατριάρχη Γρηγόριο τον Γ’ και αρκετούς μητροπολίτες (Θεσσαλονίκης, Λάρισας, Αδριανούπολης, Σμύρνης κλπ). Στην Κρήτη η καταστολή της επανάστασης (1824) συνοδεύεται από θηριωδίες. Ο ρώσο-τουρκικός πόλεμος του 1828-29 και η προέλαση του ρωσικού στρατού στον Πόντο προκαλεί τον ενθουσιασμό του τοπικού πληθυσμού, όμως η συμφωνία ειρήνης που ακολούθησε ανάγκασε πάνω από 40.000 Πόντιους να ακολουθήσουν τα ρώσικα στρατεύματα και να εγκατασταθούν στην περιοχή της Τσάλκας (σημερινή Γεωργία).
Το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος (1830) έχει πληθυσμό που δεν ξεπερνά τις 700.000 άτομα, ενώ μέρος του πληθυσμού του είναι χριστιανοί Αρβανίτες, κυρίως στην Αττικοβοιωτία (50% πληθυσμού), τα νησιά του Αργοσαρωνικού και την Πελοπόννησο. Μετά από 15 αιώνες ομογενοποίησης σε διαδοχικές αυτοκρατορίες (Ρωμαϊκή, Βυζαντινή, Οθωμανική) όπου η έννοια του έθνους ήταν υποβαθμισμένη, το ελληνικό έθνος ξαναγεννιέται, με στοιχεία εθνικής ταυτότητας αυτή την φορά. Οι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων που μετατράπηκαν σε χριστιανούς Ρωμαίους και στην πορεία των αιώνων έχασαν μεγάλο μέρος του πληθυσμού τους (πόλεμοι, επιδημίες, εξισλαμισμοί) και ενσωμάτωσαν νεοφερμένους λαούς (Σλάβοι, Αλβανοί, Λατίνοι κλπ), δημιουργούν τον 19ο αιώνα το πρώτο εθνικό κράτος της Ευρώπης.
Οι πρώτες δεκαετίες του ελεύθερου ελληνικού
κράτους δεν ήταν εύκολες για τους κατοίκους του. Κυριαρχούν η πείνα και η
αναρχία ενώ οι εμφύλιοι πόλεμοι και η ληστεία επιδεινώνουν την κατάσταση.
Πολλοί Έλληνες μεταναστεύουν προς την Ρωσία, την Αυστρία αλλά και τις μεγάλες
πόλεις της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη) ενώ ξεκινά δειλά
και η μετανάστευση στο νέο κόσμο. Η ελληνική παρουσία στην Αίγυπτο ενισχύεται
και το 1856 ιδρύεται η ελληνική κοινότητα του Καϊρου. Η αναζωπύρωση του
Ελληνισμού της Αιγύπτου είχε ξεκινήσει με την εισβολή των Γάλλων (1798) και
συνεχίσθηκε με την ανάληψη της εξουσίας από τον Μωχάμετ Αλη (1811), ο οποίος
εκσυγχρόνισε την Αίγυπτο, επέβαλε θρησκευτική ανοχή και τόνωσε το εξωτερικό
εμπόριο με άξονα το λιμάνι της
Αλεξάνδρειας. Έως τα τέλη του 19ου
αιώνα, οι Έλληνες της Αιγύπτου ξεπερνούσαν τις 65.000.
Η κατάσταση στο νεοσύστατο κράτος αρχίσει να εξομαλύνεται
μετά το 1864, όταν επικρατεί πολιτική σταθερότητα και βελτίωση της οικονομίας
κυρίως λόγω της ανάπτυξης της αμπελοκαλλιέργειας. Η σταφίδα γίνεται το εθνικό
μας προϊόν καθώς οι αμπελώνες της Γαλλίας, Ιταλίας και Ισπανίας έχουν ξεραθεί
από την φυλλοξήρα. Το ελληνικό κράτος μεγαλώνει με τα Επτάνησα (1864) την
Θεσσαλία και την Άρτα (1881) και ο πληθυσμός της χώρας ξεπερνά τα 2 εκατ.
κατοίκους. Όμως το 1892 η γαλλική
σταφίδα ξαναεμφανίζεται στην αγορά, μειώνοντας τις ελληνικές εξαγωγές κατά 65%,
οδηγώντας την χώρα σε πτώχευση (1893). Ακολουθεί ο «ατυχής» ελληνοτουρκικός
πόλεμος του 1897 που έληξε με ήττα της Ελλάδος και ένταξη της χώρας υπό διεθνή
οικονομικό έλεγχο. Η φτώχεια αυξάνεται, όπως και η ληστεία (12.500 ληστές
καταγράφονται το 1899). Οι Έλληνες της Πελοποννήσου και της Στερεάς αρχίζουν
από το 1898 να μεταναστεύουν στις ΗΠΑ, προσεγγίζοντας το 1902 τους 20.000, από
τους οποίους οι 12.000 στην Νέα Υόρκη. Ο ρυθμός μετανάστευσης παρουσιάζει
έξαρση από το 1907 έως το 1912 φτάνοντας τα 1.000 άτομα εβδομαδιαίως, ενώ μόνο
το 1907 αναχωρούν 36.500 άτομα για τις ΗΠΑ. Από το 1898 έως το 1917 είχαν
μεταναστεύσει στις ΗΠΑ πάνω από 400.000 άτομα και ακόμα 25.000 σε άλλες χώρες
(Βραζιλία, Αυστραλία, Καναδάς, Αφρική) δηλαδή πάνω από το 30% του πληθυσμού της
παλαιάς Ελλάδος (Πελοπόννησος, Στερεά) από όπου κυρίως έφυγαν.Ο ρώσο-τουρκικός πόλεμος του 1877-78 αποτέλεσε για άλλη μια φορά την αιτία μετανάστευσης πάνω από 100.000 Ποντίων στην νότια Ρωσία καθώς ακολούθησαν ξανά τον ρώσικο στρατό, που είχαν προηγουμένως υποδεχθεί ως ελευθερωτή.
Το τέλος του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου
και η μικρασιατική καταστροφή του 1922 προκαλούν μία από τις μεγαλύτερες
μετακινήσεις πληθυσμών στην ιστορία. Με την συνθήκη του Νεϊγύ (1919)
πραγματοποιήθηκε εθελούσια ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας
κατά την οποία περί τους 50.000 Έλληνες μετανάστευσαν από την Βουλγαρία στην
Ελλάδα και περίπου 90.000 Βούλγαροι από την Ελλάδα στην Βουλγαρία, ενώ στην
Ελλάδα παρέμειναν 40.000 σλαβόφωνοι που δεν επιθυμούσαν να μεταναστεύσουν. Αντίθετα, η ανταλλαγή πληθυσμών που συμφωνήθηκε μεταξύ
Ελλάδος και Τουρκίας με την συνθήκη της Λωζάννης (1923) ήταν υποχρεωτική,
οδηγώντας 1.500.000 Ελληνορθόδοξους (μεταξύ τους και 50.000 Αρμένιους) να
εγκαταλείψουν τις εστίες τους στην Μικρά
Ασία, την Ανατολική Θράκη και το Πόντο, ενώ αντίστοιχα 355.000 μουσουλμάνοι (οι
περισσότεροι ελληνόφωνοι και πιθανώς εξισλαμισμένοι Έλληνες) εγκατέλειψαν την
Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στην Τουρκία. Από την συμφωνία εξαιρέθηκαν οι Έλληνες
της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου, περίπου 130.000 άτομα, ενώ
στην Ελλάδα παρέμεινα 110.000 μουσουλμάνοι στην Ξάνθη και Ροδόπη. Η επίσημη
συνθήκη στην ουσία αφορούσε λιγότερους από 200.000 Έλληνες καθώς οι περισσότεροι
είχαν ήδη εγκαταλείψει τις εστίες τους κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του
1919-1922 ενώ πάνω από 350.000 Έλληνες σφαγιάσθηκαν από τους Τούρκους στην
περιοχή του Πόντου κατά την περίοδο 1914-1923.Από τα 1,8 εκατ. Ελλήνων (Ρωμιών) που κατεγράφησαν στην Ασιατική Τουρκία κατά την Οθωμανική απογραφή του 1914, το 1,2 εκατ. εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα ενώ πάνω από 50.000 μετακινήθηκαν προς την Αίγυπτο, ΗΠΑ/Καναδά και Δυτική Ευρώπη. Επιπλέον αυτών, τουλάχιστον 100.000 Έλληνες του Πόντου μετακινήθηκαν προς την Ρωσία, κυρίως μετά την λήξη του 1ου παγκοσμίου πολέμου (1918) ακολουθώντας τα ρώσικα στρατεύματα που είχαν καταλάβει την περιοχή το 1916. Παρόλα αυτά υπάρχουν αρκετές πηγές που αμφισβητούν τις οθωμανικές αρχές και ανεβάζουν τον ελληνικό πληθυσμό της Ασιατικής Τουρκίας του 1914 στα 2,5 εκατ. (κάποιοι ακόμα και στα 5 εκατ. άτομα), καθώς οι Οθωμανοί ενέτασσαν αρκετούς Έλληνες σε άλλες φυλετικές ομάδες ενώ ταυτόχρονα οι Έλληνες προσπαθούσαν να αποφύγουν την απογραφή για να μην στρατευθούν η φορολογηθούν. Όπως και να το μετρήσουμε, προσθέτοντας σε αυτούς που έφυγαν αυτούς που σφαγιάσθηκαν ή παρέμειναν εκεί αντιλαμβανόμαστε ότι αρκετές χιλιάδες Έλληνες «χάθηκαν» την περίοδο εκείνη κατά την πορεία δημιουργίας ομοιογενούς Τουρκικού κράτους.
Η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών απετέλεσε
πλήγμα όχι μόνο για τους ανταλλάξιμους αλλά και για τις οικονομίες των δύο
κρατών. Η Ελλάδα των 5 εκατ. κατοίκων (οι μισοί ήταν νέοι πολίτες της χώρας από
τις κατακτήσεις των βαλκανικών πολέμων) καλείται μετά από δέκα χρόνια συνεχών
πολέμων (βαλκανικοί, 1ος παγκόσμιος, μικρασιατική εκστρατεία) να υποδεχθεί
και να ενσωματώσει 1,2 εκατ. πρόσφυγες, ενώ η Τουρκία χάνει την αστική της
τάξη. Οι ελληνικές κοινότητες πριν το
1922 έλεγχαν το 50% των επενδεδυμένων κεφαλαίων και το 60% των θέσεων εργασίας
στην βιομηχανία της Τουρκίας, ενώ κυριαρχούσαν στο εμπόριο και τις επιστήμες. Παρόλο που σύμφωνα με τις Οθωμανικές αρχές, το
1914, οι Έλληνες αντιπροσώπευαν το 12% του πληθυσμού της Ασιατικής Τουρκίας, η
συμμετοχή τους στην οικονομία ήταν κυρίαρχη καθώς το 46% από τους τραπεζίτες
της οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν Έλληνες, όπως και το 49% των βιομήχανων, το
43% των εμπόρων, το 52% των γιατρών, το 52% των αρχιτεκτόνων, το 37% των
μηχανικών και το 30% των δικηγόρων.Μετά την μικρασιατική καταστροφή, η Ελλάδα προσπαθεί να ανακάμψει από την οικονομική και κοινωνική δυσπραγία. Οι περισσότεροι πρόσφυγες εγκαθίστανται στην Μακεδονία και την Θράκη, σε περιοχές από όπου έφυγαν Τούρκοι και Βούλγαροι, σε μια προσπάθεια του κράτους να ενισχύσει τις περιοχές αυτές. Αρκετοί πρόσφυγες, κυρίως οι αστοί, εγκαθίστανται στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη, ενώ πάνω από 100.000 πρόσφυγες μεταναστεύουν ξανά από την Ελλάδα προς τις ΗΠΑ/Καναδά και την Δυτική Ευρώπη. Αρκετοί φεύγουν για την Αίγυπτο, όπου το 1940 οι Έλληνες της Αιγύπτου ανέρχονται στους 250.000. Αντίστοιχα, έχουν αυξηθεί και οι ελληνικοί πληθυσμοί της Ρωσίας, οι οποίοι μετά από διαδοχικές μετακινήσεις (1828, 1877, 1918), κυρίως Ποντίων, ανέρχονται το 1920, στις 700.000 άτομα.
Ενώ η χώρα προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές της από την μικρασιατική καταστροφή, μια νέα οικονομική κρίση (1929) οδηγεί για άλλη μια φορά αρκετούς Έλληνες στην μετανάστευση. Η κρίση του 1929 έφτασε χώρα μας το 1932 πλήττοντας το βασικό εξαγώγιμο προϊόν της, τον καπνό που τότε θεωρούταν είδος πολυτελείας. Η χώρα πτωχεύει για άλλη μια φορά και 100.000 Έλληνες, κυρίως από την «παλαιά Ελλάδα» μεταναστεύουν στις ΗΠΑ, Καναδά και Αίγυπτο.
Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος που ακολούθησε είχε επίσης
δραματικές συνέπειες για τον ελληνικό πληθυσμό. Η Ελλάδα είχε απώλειες που
προσέγγισαν το 10% πληθυσμού της κατατάσσοντας την χώρα 1η σε
ανθρώπινες απώλειες, ως ποσοστό του πληθυσμού της. Οι νεκροί στρατιώτες (τις 219 ημέρες του πολέμου)
ήταν 13.676, οι εκτελεσθέντες από τα στρατεύματα κατοχής ξεπέρασαν τις 55.000
άμαχους ενώ άλλοι 20.000 σκοτώθηκαν στις μάχες της Εθνικής Αντίστασης. Οι
εκτελεσθέντες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Γερμανών (οι περισσότεροι
Εβραίοι) ξεπέρασαν τις 100.000 άτομα, ενώ οι νεκροί από την πείνα και τις κακουχίες
κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής υπολογίζονται σε 350.000 άτομα. Από
τους 80.000 Εβραίους της Ελλάδος (56.000 στην Θεσσαλονίκη) έμειναν μετά τον
πόλεμο μόλις 10.000. Εκτός από τις ανθρώπινες απώλειες , η γερμανική κατοχή
άφησε πίσω της 1.700 καμένα χωριά και κατεστραμμένες το 70% των υποδομών της
χώρας. Ο εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε άφησε άλλους 50.000 νεκρούς και μια
χώρα τραυματισμένη και διχασμένη. Η μετανάστευση αποδεδείχθηκε για άλλη μια
φορά η διέξοδος των Ελλήνων στα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα.
Αυτή την φορά, η μερίδα του λέοντος στην
μετανάστευση ανήκε στην Μακεδονία, την Ήπειρο και την Θράκη από όπου ξεκίνησε
το 1951 η φυγή προς την Γερμανία και στην συνέχεια προς Βέλγιο, ΗΠΑ, Καναδά και
Αυστραλία. Από 1951-1977 έφυγαν από την χώρα περίπου 1,3 εκατ. άτομα από τα
οποία 700.000 στην Γερμανία, 160.000 στην Αυστραλία, 135.000 στις ΗΠΑ και
160.000 στον Καναδά. Από αυτούς το 40% επέστρεψε στην Ελλάδα μετά το 1990.
Επιπλέον αυτών δεν πρέπει να ξεχνάμε και τις 100.000 από τους ηττημένους του
εμφυλίου πολέμου που αναγκάσθηκαν να φύγουν από την χώρα προς Ρωσία, Πολωνία,
Τσεχοσλοβακία και άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, μεταξύ των οποίων 30.000
σλαβόφωνοι της Φλώρινας, Καστοριάς και Πέλλας.Ο εθνικισμός και ο ψυχρός πόλεμος που ακολούθησαν, ανάγκασε πολλούς Έλληνες κυρίως των γειτονικών κρατών (Αλβανία, Γιουγκοσλαβία) αλλά και της Ουκρανίας, Ρωσίας να ενσωματωθούν, χάνοντας την ταυτότητα που κατάφεραν να διαφυλάξουν επί αιώνες. Ο Ελληνισμός της Τουρκίας αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την χώρα μετά τα «Σεπτεμβριανά» του 1955 και τις καταστροφές και διώξεις που υπέστησαν. Από τις 130.000 Έλληνες της Τουρκίας σήμερα παραμένουν λιγότεροι από 5.000. Το τέλος του ψυχρού πολέμου και η κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» οδήγησαν επίσης πολλούς από τους Έλληνες της διασποράς στην φυγή από τις εστίες τους. Στην Αλβανία, ο συμπαγής Ελληνισμός των 200.000 Βορειοηπειρωτών συρρικνώθηκε καθώς πάνω από 100.000 άτομα μετανάστευσαν μετά το 1989 στην Ελλάδα, αλλά και στις ΗΠΑ. Στην απογραφή του 2011, κατεγράφησαν μόλις 25.000 Έλληνες στην Αλβανία, όμως ο αριθμός τους θεωρείται ότι σκόπιμα υποβαθμίσθηκε. Αντίστοιχα, από τους 500.000 Πόντιους που ζούσαν έως το 1989 στην πρώην Σοβιετική Ένωση (Γεωργία, Ουκρανία και Νότιο Ρωσία) τουλάχιστον οι μισοί μετακινήθηκαν στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες περιοχές της Ρωσίας (Μόσχα, Πετρούπολη κλπ) και σήμερα έχουν παραμείνει μόνο 30.000 Πόντιοι στην Γεωργία (κυρίως στην Τσάλκα), 100.000 στην Ουκρανία (κυρίως στην Μαριούπολη) και 100.000 στην Ρωσία (κυρίως στο Κρασνοντάρ και την Σταυρούπολη στην Νότιο Ρωσία).
Σήμερα, όπως σε όλη την ιστορία του, ο Ελληνισμός
παραμένει διασκορπισμένος και το σύνολο του πληθυσμού του εκτιμάται στα 17,5
εκατ. Στην Ελλάδα κατοικούν περίπου 11 εκατ. και στην Κύπρο άλλες 800.000 Ελληνοκύπριοι,
ενώ οι Έλληνες της διασποράς εκτιμώνται στα 5,6 εκατ. άτομα (32% συνόλου),
βρίσκοντας συμπατριώτες μας στις περισσότερες χώρες του πλανήτη, ακόμα και στις
πιο απομακρυσμένες. Το μεγαλύτερο μέρος από αυτούς κατοικεί στις ΗΠΑ ,
όπου δηλώνουν ελληνική καταγωγή πάνω από 3 εκατ. Αμερικανοί. Οι καταγεγραμμένοι
Ελληνοαμερικανοί ανέρχονται στα 1,2 εκατ. άτομα από τους οποίους οι 200.000
έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα (μετανάστες 1ης γενιάς) ενώ το 1/3
(350.000 άτομα) μιλά στο σπίτι του την ελληνική γλώσσα. Στον γειτονικό Καναδά,
κατοικούν συνολικά 225.000 άτομα ελληνικής καταγωγής από τους οποίους οι
150.000 έχουν ελληνική καταγωγή και από τους δύο γονείς ενώ οι υπόλοιποι 75.000
μόνο από τον ένα γονέα. Από αυτούς, πάνω από τους μισούς (120.000 άτομα) μιλούν
την ελληνική γλώσσα στο σπίτι τους. Στην μακρινή Αυστραλία κατοικούν περίπου
400.000 άτομα ελληνικής καταγωγής, ενώ άλλες 50.000 άτομα ελληνικής καταγωγής
κατοικούν σε χώρες της Νοτίου Αμερικής (Αργεντινή, Βραζιλία κλπ). Στην Αφρική
κατοικούν πάνω από 150.000 άτομα ελληνικής καταγωγής από τους οποίους το
μεγαλύτερο μέρος (120.000) ζει στην Νότιο Αφρική. Στην Ευρώπη κατοικούν πάνω
από 800.000 Έλληνες από τους οποίους 370.000 στην Γερμανία, 220.000 στην
Βρετανία, 35.000 στο Βέλγιο, 35.000 στην Γαλλία και 30.000 στην Ιταλία.Αντίθετα, στις παραδοσιακές εστίες του ελληνισμού στην ευρύτερη περιοχή, οι Έλληνες έχουν συρρικνωθεί σημαντικά. Στο Καύκασο, οι Έλληνες δεν ξεπερνούν σήμερα τις 250.000 άτομα ενώ άλλες 100.000 κατοικούν στις γειτονικές χώρες (Αλβανία, Τουρκία, Βουλγαρία, Σερβία κλπ). Στην άλλοτε πολυπληθή Κάτω Ιταλία σήμερα οι ελληνικής καταγωγής Γραικάνοι εκτιμάται ότι είναι λιγότεροι από 80.000 άτομα.
Οι Έλληνες ήταν πάντα μετανάστες και έποικοι. Στην μακραίωνη ιστορία τους επηρεάσθηκαν αλλά κυρίως επηρέασαν άλλους λαούς προσφέροντας σημαντικά στην ευρωπαϊκή ιστορία και τον παγκόσμιο πολιτισμό. Οι Έλληνες ήταν από τους πρώτους λαούς που ανέπτυξαν πολιτισμό, επιστήμες και τεχνολογία, τα οποία μετέφεραν ως έποικοι στις νέες τους πατρίδες, διαμορφώνοντας την ταυτότητα αρκετών λαών της Μεσογείου, της Μαύρης Θάλασσας και την Μέσης Ανατολής.
Από την αρχαιότητα έως τον μεσαίωνα, οι Έλληνες επέδειξαν μια εκπληκτική ικανότητα να επιβάλουν τον πολιτισμό, τα ήθη, τα έθιμα και τις συνήθειες τους στους λαούς με τους οποίους ήρθαν σε επαφή, με αποτέλεσμα να εξελληνίσουν αρκετούς λαούς, κυρίως στην Μικρά Ασία, την Μέση Ανατολή και την Κάτω Ιταλία. Η επικράτηση του χριστιανισμού (με εξαναγκασμό σε πολλές περιοχές του Ελλαδικού χώρου) κατέστρεψε τον ανώτερο αρχαιοελληνικό πολιτισμό και μετέφερε στους Έλληνες πολιτιστικά στοιχεία της Μέσης Ανατολής (μεσσιανισμός, μεταφυσική, εχθρότητα προς το σώμα και το σεξ, αποστροφή για τις τέχνες κλπ) αλλοιώνοντας σημαντικά την ταυτότητα τους. Η νέα ομογενοποιημένη ταυτότητα του χριστιανού Ρωμαίου που επικράτησε την Βυζαντινή περίοδο υποβάθμισε το έθνος, τις επιστήμες, τις τέχνες και τους πολιτικούς θεσμούς και οδήγησε στην απώλεια πολλών στοιχείων του ανώτερου πολιτισμού των Ελλήνων (ορθολογισμός, αναλυτική σκέψη κλπ). Η ικανότητα διάδοσης πολιτισμού που για αιώνες επέδειξαν οι Έλληνες, περιορίστηκε στο επίπεδο της επιβολής της θρησκείας, ομογενοποιώντας ένα σύνολο λαών, εντός και εκτός της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, κάτω από το πέπλο του χριστιανού. Η μεταστροφή αυτή έκανε ευκολότερη την προσχώρηση των Ελλήνων σε άλλα δόγματα ή θρησκείες, ιδίως όταν ήταν ο μόνος τρόπος αντιπαράθεσης με την κεντρική εξουσία ή επιβίωσης σε συνθήκες εγκατάλειψης από την Διοίκηση. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, την μαζική στροφή Ελληνικών πληθυσμών κάποιων περιοχών στο Ισλάμ ή τον Καθολικισμό, ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο τους πληθυσμούς των νέων εθνών της περιοχής (Τούρκοι, ΝοτιοΙταλοί κλπ).
Αντίθετα, στον Ελλαδικό χώρο, όπου υπήρχαν πάντα πολυπληθείς και συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί, οι Έλληνες κατάφερναν πάντα να ενσωματώνουν τους λαούς που μετακινούταν εδώ, είτε ως επιδρομείς (Σλάβοι τον 6ο-7ο αιώνα) είτε ως οικονομικοί μετανάστες (Αλβανοί τον 14ο –15ο αιώνα) είτε ως συγκυριακοί έποικοι ή επικυρίαρχοι που εγκαταστάθηκαν μεμονωμένα ή σε μικρό-ομάδες (Ρωμαίοι, Γότθοι, Βαράγγοι, Ενετοί, Φράγκοι, Καταλανοί κλπ).
Στην πολύχρονη πορεία της ιστορίας τους, οι Έλληνες αντάλλαξαν «αίμα» με πολλούς λαούς. Πήραν «αίμα» από τους λαούς που εξελλήνισαν, κυρίως τα ελληνιστικά χρόνια (Μικρασιατικοί λαοί) ενώ ταυτόχρονα έδωσαν «αίμα» σε όλους τους λαούς της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας. Ας αναλογισθούμε τους έποικους που ενσωματώθηκαν στην Νότιο Γαλλία, την Ιταλία, την Αίγυπτο, την Συρία και τον Καύκασο και έγιναν μέρος των τοπικών πληθυσμών αλλά κυρίως των Ελλήνων που εξισλαμίσθηκαν και διαμόρφωσαν τον πληθυσμό της σημερινής Τουρκίας. Επίσης, ας μην ξεχνάμε όλους αυτούς τους Έλληνες που μετανάστευσαν – ήδη από τον 16ο αιώνα –στον Νέο Κόσμο και έχασαν την ταυτότητα τους στο πέρασμα των αιώνων.
Τα τελευταία 25 χρόνια, η Ελλάδα – λόγω ευημερίας
αλλά και γεωγραφικής θέσης- έγινε χώρα υποδοχής μεταναστών και σήμερα φιλοξενεί
πάνω από 900.000 μετανάστες που αντιπροσωπεύουν το 8% του πληθυσμού της. Η συντριπτική
πλειοψηφία των μεταναστών (750.000 άτομα) είναι Ευρωπαίοι, προερχόμενοι κυρίως
από τις γειτονικές χώρες, καθώς πάνω από 500.000 είναι Αλβανοί (17% πληθυσμού
της Αλβανίας), 75.000 Βούλγαροι, 45.000 Ρουμάνοι και 70.000 από τις χώρες του
Καυκάσου (Γεωργία, Ουκρανία, Ρωσία). Οι μη Ευρωπαίοι, περίπου 150.000 άτομα,
προέρχονται από την Ασία (Πακιστάν, Μπαγκλαντές, Φιλιππίνες) και την Αφρική
(Αίγυπτος, Νιγηρία) ενώ υπάρχουν και λιγότεροι από 20.000 άτομα από την Δυτική
Ευρώπη (Γερμανία, Αγγλία, Ιταλία) και τις ΗΠΑ.Η μετακίνηση προς την Ελλάδα δεν είναι νέο φαινόμενο και έχει ξανασυμβεί πολλές φορές στην ιστορία και μάλιστα με μεγαλύτερη επιθετικότητα. Οι Σλάβοι τον 6ο-7ο αιώνα μετακινήθηκαν εδώ ως επιδρομείς και διαφέντεψαν για δύο αιώνες την Πελοπόννησο. Το ίδιο και οι Άραβες που κυριάρχησαν στην Κρήτη για πάνω από έναν αιώνα. Οι Αλβανοί, που ξαναήρθαν εδώ τον 14ο -15ο αιώνα, έφτασαν να αποτελούν τον μισό πληθυσμό κάποιων περιοχών (Αττικοβοιωτία, Πελοπόννησος). Το αποτέλεσμα σε όλες τις περιπτώσεις ήταν το ίδιο : η σταδιακή αφομοίωση των επήλυδων από τον ελληνικό πληθυσμό. Τα εκατοντάδες επίθετα με Λατινική, Γερμανική και Αλβανική προέλευση το επιβεβαιώνουν, παρόλο που στις περισσότερες περιπτώσεις έχει χαθεί στους απογόνους τους, ακόμα και η ανάμνηση της καταγωγής τους.
«και άλλους εμείς εφάγαμε» όπως θα έλεγε ο
Μακρυγιάννης, αν ζούσε σήμερα. Και πιο πολλούς και πιο ισχυρούς. Η αφομοιωτική
ικανότητα του Ελληνισμού θα λειτουργήσει για άλλη μια φορά και οι απόγονοι των
περισσότερων από τους σημερινούς μετανάστες θα μετατραπούν γρήγορα σε
νεοέλληνες, με τα καλά και τα κακά τους. Οι Έλληνες ήταν πάντα μετανάστες και ακόμα είναι. Για πολλούς αιώνες ήταν έποικοι που μετέφεραν τον ελληνικό πολιτισμό. Στην συνέχεια έγιναν μετανάστες που προσαρμόσθηκαν και κάποιοι αφομοιώθηκαν στις νέες πατρίδες τους. Στον Ελλαδικό χώρο, οι επήλυδες πάντα αφομοιώνονταν, άλλοι γρήγορα και άλλοι αργά, αποκτώντας την «ελληνική παιδεία» της κάθε εποχής, για την οποίαν ήταν τόσο περήφανοι οι αρχαίοι μας πρόγονοι.






