Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εμείς και οι άλλοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εμείς και οι άλλοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2017

Μεταναστεύσεις στο Ελλαδικό χώρο στην σύγχρονη εποχή

Το τέλος του μεσαίωνα βρίσκει τον Ελληνισμό καθημαγμένο και  διαιρεμένο κάτω από διαφορετικούς επικυρίαρχους. Οι Οθωμανοί έχουν αλώσει την Πόλη (1453) και την Τραπεζούντα (1461) και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είναι πλέον παρελθόν. Αρκετοί  Έλληνες της Πόλης και των άλλων μεγάλων πόλεων, κυρίως οι πλούσιοι αριστοκράτες και οι διανοούμενοι, μεταναστεύουν στην Ιταλία, την Αυστρία και την Ρωσία, δημιουργώντας ελληνικές κοινότητες που σταδιακά θα γίνουν οικονομικά εύρωστες και θα μεταφέρουν στην Δύση, τον Ελληνορωμαϊκό πολιτισμό. Αντίθετα, τα φτωχότερα στρώματα των Ελλήνων θα παραμείνουν στις εστίες τους και θα προσπαθήσουν να προσαρμοσθούν στην Οθωμανική κατοχή. 

Στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, αρκετοί Έλληνες ενδίδουν στον εξισλαμισμό προσδοκώντας μία καλύτερη ζωή. Στις περιοχές αυτές οι εξισλαμισμοί τροφοδοτούν με νέο αίμα το μουσουλμανικό στοιχείο, μειώνοντας τους ελληνικούς πληθυσμούς καθώς οι εξισλαμισμένοι εντάσσονται στην ομάδα των κατακτητών, αλλοιώνοντας τα φυλετικά χαρακτηριστικά τους, τα οποία από μογγολικά μετατρέπονται σε ευρωπαϊκά. Κάποιοι από τους απόγονους των Ελλήνων και των εξελληνισμένων μικρασιατικών λαών που κατά την Βυζαντινή περίοδο έγιναν χριστιανοί Ρωμαίοι, μετατρέπονται τώρα σε Οθωμανούς μουσουλμάνους. Αντίθετα, στα παράλια της Μικράς Ασίας και του Πόντου, οι  ελληνικοί πληθυσμοί διατηρούν σε μεγαλύτερο βαθμό την ταυτότητα τους καθ’ όλη την διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας. Σε αυτό συνέβαλε η συμπαγής παρουσία των Ελλήνων στα αστικά κέντρα των παραλίων της Μ.Ασίας, όπου διαχρονικά κυριαρχούσαν στην οικονομική και κοινωνική ζωή. Στην Μέση Ανατολή και την Βόρειο Αφρική, οι εναπομείναντες Έλληνες - κυρίως έμποροι και επιστήμονες - που κατάφεραν να διατηρήσουν την ταυτότητα τους κατά την περίοδο της αραβικής κυριαρχίας, βιώνουν έναν δεύτερο κύκλο μουσουλμανικής κατοχής, χωρίς όμως την υποστήριξη που είχαν έως τώρα από την μητρόπολη τους. Στις ενετοκρατούμενες περιοχές (Κρήτη, Κυκλάδες, Ιόνια νησιά, Δωδεκάνησα) οι ελληνικοί πληθυσμοί διατηρούνται αναλλοίωτοι καθώς οι μετακινήσεις Ενετών στις κυριαρχούμενες περιοχές είναι περιορισμένες. Αντίθετα, στην ιταλική χερσόνησο, ο κυρίαρχος Ελληνισμός του νότου, σταδιακά αλλοιώνεται και εκλατινίζεται κάτω από διαδοχικούς κατακτητές.

Στην Βαλκανική χερσόνησο, οι Οθωμανοί κυριαρχούν σε ένα πλήθος χριστιανικών λαών, κυρίως σλαβικής προέλευσης (Σέρβοι, Βούλγαροι, Κροάτες κλπ), οι οποίοι αντιμετωπίζονται μαζί με τους Έλληνες ως «ραγιάδες» και εντάσσονται όλοι μαζί στο χριστιανικό μιλλέτ. Η πολιτική αυτή βοήθησε στην διατήρηση της αυτοτέλειας των χριστιανών στο οθωμανικό κράτος και λειτούργησε σαν συνέχεια του ομογενοποιημένου χριστιανού ρωμαίου πολίτη της Βυζαντινής περιόδου. Στο νότιο τμήμα της Βαλκανικής χερσονήσου, οι Έλληνες παρέμειναν η κυρίαρχη φυλετική ομάδα, παρόλη την μετανάστευση Σλάβων και Αλβανών, καθώς κατάφεραν να αφομοιώσουν σε μεγάλο βαθμό τους νέους κατοίκους. Οι σλαβικοί πληθυσμοί που εισέβαλαν (6ος – 8ος αιώνας) και παρέμειναν στον ελλαδικό χώρο (όχι περισσότεροι από 300.000) είχαν εξελληνισθεί στο μεγαλύτερο μέρος τους έως τον 10ο αιώνα, αφήνοντας ως ανάμνηση κάποια σλαβικά τοπωνύμια κυρίως στα ορεινά της Πελοποννήσου και της Ηπείρου. Αντίστοιχα, οι αλβανικοί πληθυσμοί που μετακινήθηκαν στον ελλαδικό χώρο (14ος – 15ος αιώνας) δεν ξεπερνούσαν τα 100.000 άτομα και εγκαταστάθηκαν κυρίως στην Πελοπόννησο (30.000 άτομα) στην Εύβοια και στην Αττική.

Παρόλα αυτά, οι συνεχείς πόλεμοι, οι επιδημίες και οι εξισλαμισμοί της πρώτης τουρκικής διείσδυσης (Σελτζούκοι, 12ος -13ος αιώνας) μείωσαν σημαντικά τους κραταιούς ελληνικούς πληθυσμούς, κυρίως στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας και στις Βόρειες περιοχές των Βαλκανίων. Μετά την εδραίωση της οθωμανικής κυριαρχίας (μέσα του 15ου αιώνα) οι ελληνόφωνοι (Έλληνες και εξελληνισμένοι) δεν ξεπερνούσαν τα 6-7 εκατ., όταν τον 6ο αιώνα εκτιμάται ότι προσέγγιζαν τα 15 εκατ. Η μείωση αυτή θα συνεχισθεί καθ' όλη την διάρκεια της οθωμανικής κατοχής καθώς θα συνεχισθούν οι εξισλαμισμοί, η φυγή στην Δύση και οι θάνατοι από επιδημίες και κακουχίες.

Η οικονομική κατάσταση των Ελλήνων, όπως και όλων των κατεκτημένων μη μουσουλμανικών λαών, επιδεινώθηκε σημαντικά κατά την οθωμανική περίοδο. Η ιδιοκτησία της γης περνάει στον σουλτάνο και μοιράζεται από αυτόν σε Οθωμανούς ευγενείς και αξιωματούχους (τιμαριακό σύστημα) χωρίς κληρονομικό δικαίωμα (δεν μπορεί να μεταβιβασθεί ή πουληθεί) και επιστρέφει στον σουλτάνο μετά τον θάνατο τους. Το τιμάριο στην ουσία αντιπροσωπεύει την πρόσοδο του τιμαριούχου από την φορολογία των μικροκαλλιεργητών που περιλαμβάνονται σε αυτό, με αντάλλαγμα την υποχρέωση του να τηρεί την τάξη στο τιμάριο του και να συμμετέχει στις εκστρατείες με δικά του έξοδα. Οι μικροκαλλιεργητές (συνήθως υπόδουλοι χριστιανοί) συνεχίζουν να διατηρούν την ιδιοκτησία της γης τους, η οποία όμως περιορίζεται σε έκταση (όσο μπορεί να οργώσει σε μια μέρα ένα ζεύγος βοδιών) και αποδίδουν στον τιμαριούχο, φόρο και «αγγαρεία» (δωρεάν εργασία στα προσωπικά κτήματα του). Το σύστημα αυτό είχε σαν στόχο την απλή επιβίωση των υποδούλων και την παροχή εισοδήματος στους τιμαριούχους ως αντάλλαγμα για τις στρατιωτικές υπηρεσίες που προσφέρουν,  οι οποίες θα επιφέρουν νέες κατακτήσεις και νέα έσοδα στον σουλτάνο. 

Στις πόλεις η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη για τους υπόδουλους Έλληνες, καθώς η συνύπαρξη με τους Οθωμανούς αναδείκνυε την φυλετικότητα του οθωμανικού κράτους. Οι μη μουσουλμάνοι ήταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας με πλήθος περιορισμών στο ντύσιμο και στην συμπεριφορά απέναντι στους μουσουλμάνους, ενώ δεν επιτρεπόταν να ιππεύουν και αποκλειόταν από κάποια επαγγέλματα. Ταυτόχρονα οι μη μουσουλμάνοι είχαν βαρύτερη φορολογία με πλήθος φόρων (κεφαλικός, εστίας κλπ) αλλά και  προσφορά παιδιών μέσω του παιδομαζώματος (ένα στα πέντε παιδιά κάθε οικογένειας γινόταν γενίτσαρος). Η οικονομία των πόλεων παρέμεινε στάσιμη έως τα τέλη του 16ου αιώνα. Η βιοτεχνία οργανώθηκε σε συντεχνίες (εσνάφια) στις οποίες ανήκαν υποχρεωτικά όλοι οι βιοτέχνες με ιεραρχική δομή (πρωτομάστορας, μάστορες, τσιράκια κλπ) και αυστηρά οικογενειακό χαρακτήρα (αδυναμία εξέλιξης σε βιομηχανία). Το εμπόριο και οι μεταφορές οργανώθηκαν επίσης σε συντεχνίες, οι οποίες όμως είχαν ανταγωνισμό από τις διομολογήσεις (προνομιακές συμφωνίες) που έκανε ο σουλτάνος με Δυτικούς, καταλήγοντας να ελέγχουν αυτοί τα ακριβά και περιζήτητα προϊόντα.

Στις περιοχές που βρέθηκαν υπό ενετική κυριαρχία, οι κατακτητές Ενετοί αποδείχθηκαν εξίσου καταπιεστικοί. Η διοίκηση ασκούταν από τους Δούκες και μικρή ομάδα Ενετών αξιωματούχων, οι οποίοι απομυζούσαν τους πόρους των περιοχών αυτών με πιο συστηματικό και οργανωμένο τρόπο σε σχέση με τους Οθωμανούς. Επέβαλαν αυστηρή τήρηση της τάξης και των κανόνων που όρισαν οι ίδιοι καθώς και βαριά φορολογία, ενώ ταυτόχρονα επιχειρήθηκε αποτυχημένα εκλατινισμός των Ελλήνων και περιορισμός της ισχύος της Ορθόδοξης εκκλησίας. Στην πορεία, οι Ενετοί χαλάρωσαν σταδιακά την αυστηρότητα του καθεστώτος τους, επιτρέποντας την βελτίωση της ζωής των υποδούλων Ελλήνων. Δυστυχώς όμως, έως τα τέλη του 17ου αιώνα, οι ενετοκρατούμενες περιοχές του ελλαδικού χώρου (πλην των Ιονίων νησιών) πέρασαν και αυτές υπό οθωμανική κυριαρχία.

Ο Ελληνισμός της Ιταλικής χερσονήσου (Σικελία, Νότιος Ιταλία) δέχεται την μεγαλύτερη πίεση για ενσωμάτωση καθώς οι διαδοχικοί κατακτητές (Νορμανδοί, Γάλλοι, Ισπανοί) μετακινούν πληθυσμούς στην περιοχή και προσπαθούν να επιβάλλουν την ταυτότητά τους. Οι Έλληνες αναγκάζονται να ασπαστούν τον καθολικισμό και να ενσωματωθούν σταδιακά στην λατινική κουλτούρα, παρόλη την συνεχιζόμενη μετακίνηση ελληνικών πληθυσμών (κυρίως από την Πελοπόννησο) στην Νότιο Ιταλία έως και τα τέλη του 17ου αιώνα. Ο Ελληνισμός της «μεγάλης Ελλάδος», που κάποτε ξεπερνούσε το 1 εκατ. κατοίκους μόνο στην Σικελία, συρρικνώνεται σε λίγες περιοχές (Απουλία, Καλαβρία) διατηρώντας κάποια ήθη και έθιμα και σποραδικά την ελληνική γλώσσα (γκρεκάνικα). Μετά από 20 αιώνες ισχυρής παρουσίας, ο ελληνισμός της Κάτω Ιταλίας ομογενοποιείται στον πληθυσμό που κατοικεί στον σύγχρονο ιταλικό νότο.

Τους πρώτους δύο αιώνες της οθωμανικής κατοχής (15ος – 16ος) οι Οθωμανοί επιχείρησαν μετακινήσεις πληθυσμών (surgun) με κύριο στόχο την ενίσχυση των κατοίκων στις ελλειμματικές περιοχές ή την αύξηση των μουσουλμάνων σε περιοχές με στρατηγικό χαρακτήρα. Για το λόγο αυτό, κατά το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα μετέφεραν Τουρκομάνους και άλλους νομαδικούς μουσουλμανικούς πληθυσμούς (Τάταρους, Γιουρούκους κλπ) από τα ασιατικά εδάφη στα βόρεια σύνορα της Βαλκανικής χερσονήσου ενώ ταυτόχρονα μετακίνησαν χριστιανικούς πληθυσμούς από τα ευρωπαϊκά εδάφη σε περιοχές της Μικράς Ασίας που είχαν ερημώσει από τις επιδρομές τους. Αντίστοιχα, οι Οθωμανοί ενίσχυσαν τον πληθυσμό της Κωνσταντινούπολης και της Θεσσαλονίκης, οι οποίες παρουσίαζαν εικόνα εγκατάλειψης μετά την κατάληψή τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι η σχεδόν ερημωμένη Κωνσταντινούπολη του 1453 αποκτά 20 χρόνια αργότερα, πληθυσμό άνω των 70.000 κατοίκων από τους οποίους το 60% είναι Οθωμανοί και μόλις το 20% είναι Έλληνες και το 10% Εβραίοι. Ειδικά, οι Εβραίοι μεταφέρθηκαν από άλλες πόλεις της Μικράς Ασίας και τα νησιά (Μυτιλήνη, Χίο) για να ενισχύσουν τον αστικό πληθυσμό της νέας οθωμανικής πρωτεύουσας. 

Παρόλα αυτά, έως τα τέλη του 16ου, οι αλλοιώσεις των πληθυσμών στην Οθωμανική αυτοκρατορία ήταν περιορισμένες σε βαθμό και ένταση. Ο σουλτάνος και η διοίκηση ήταν επικεντρωμένοι στην απόκτηση νέων κατακτήσεων ενώ το τιμαριακό/συντεχνιακό σύστημα διατηρούσε τον πληθυσμό στις εστίες του, προσπαθώντας να επιβιώσει. Στις κατεκτημένες περιοχές επικρατούσε ειρήνη καθώς οι επιδρομές είχαν σταματήσει και η τάξη τηρούταν από τους τιμαριούχους-στρατιωτικούς. Οι πληθυσμιακές μεταβολές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας προερχόταν κυρίως από τους εξισλαμισμούς και το παιδομάζωμα, με τα οποία μειωνόταν ο πληθυσμός των χριστιανών δημιουργώντας νέους Οθωμανούς. Την περίοδο αυτή, η σημαντικότερη επίπτωση στους χριστιανικούς πληθυσμούς προερχόταν από τις επιδημίες και κυρίως την πανώλη, η οποία ενδημούσε στον ελλαδικό χώρο καθ’ όλη την διάρκεια του 16ου αιώνα. Στην Θεσσαλονίκη η πανώλη παρουσιάζει έξαρση που ευνοείται από τις μετακινήσεις των οθωμανικών στρατευμάτων προς τον Βορρά. Ο πληθυσμός της πόλης μειώνεται σημαντικά.

Στα τέλη του 16ου αιώνα, η οικονομική κατάσταση στην Οθωμανική αυτοκρατορία θα αρχίσει να επιδεινώνεται δραματικά. Οι κατακτήσεις νέων εδαφών σταμάτησαν δημιουργώντας άνεργους πολεμιστές και εξάντληση των τιμαρίων, ενώ ταυτόχρονα η επαφή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με την δύση σε καιρό ειρήνης θα αναδείξει τις αδυναμίες της χώρας να αναπτύξει ανταγωνιστική οικονομία και αποτελεσματική διοίκηση. Η χώρα έχει παραμείνει αυστηρά αγροτική με χαμηλές αποδόσεις των καλλιεργειών και αδυναμία ανάπτυξης στοιχειώδους βιομηχανίας και τεχνολογίας που οδηγούν σε οικονομική κρίση και ανεπάρκεια αγαθών. Η προσπάθεια αντιμετώπισης της κρίσης καταλήγει αρχικά στην αναδιάρθρωση της γαιοκτησίας, μετατρέποντας το τιμάριο σε τσιφλίκι  (με κληρονομική ιδιοκτησία), τους τιμαριούχους πολεμιστές σε γαιοκτήμονες και τους ελεύθερους μικροκαλλιεργητές σε δουλοπάροικους του τσιφλικά. Η αλλαγή αυτή οδηγεί πολλούς Έλληνες  μικροκαλλιεργητές στις πόλεις ή στις ορεινές περιοχές όπου απασχολούνται με την κτηνοτροφία, η οποία δίνει μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας και αυτοτέλειας. Οι μετακινήσεις αυτές δεν πραγματοποιούνται μαζικά, αλλά μεμονωμένα και σταδιακά και δεν μνημονεύονται εκτενώς στις πηγές. Το αποτέλεσμα τους ήταν η πληθυσμιακή αλλοίωση των πεδινών εύφορων περιοχών στις οποίες παρέμειναν κυρίως σλαβικοί πληθυσμοί και η ενίσχυση με ελληνικό στοιχείο των ορεινών περιοχών  στις οποίες έως τότε κυριαρχούσαν οι Αλβανοί. Νέοι οικισμοί δημιουργούνται σε απομονωμένες ορεινές περιοχές που δεν κατοικούταν έως τότε, βάζοντας τα θεμέλια για την πληθυσμιακή κατανομή της σύγχρονης Ελλάδος. Οι Έλληνες που πάντα κατοικούσαν σε παραθαλάσσιες και πεδινές περιοχές αναγκάζονται να δημιουργήσουν την «Ελλάδα των ορέων», απόμακρη αλλά σχετικά αυτεξούσια.

Οι Έλληνες που παρέμειναν στις πόλεις αρχίζουν να ασχολούνται με τις μεταφορές (καραβάνια) και την ναυτιλία λόγω της ανάπτυξης του εμπορίου με την Δύση και της εγγενούς απέχθειας των Οθωμανών προς την θάλασσα και τις μετακινήσεις. Οι Οθωμανοί αδιαφορούν επίσης για κάθε είδους οικονομική ανάπτυξη και παραμένουν προσκολλημένοι στον στρατό και την διοίκηση, αφήνοντας χώρο στους κοσμοπολίτες Έλληνες, Εβραίους και Αρμένιους να αναπτυχθούν στο εμπόριο, στις τέχνες και τις επιστήμες. Οι τρείς αυτές εθνότητες, αλλά κυρίως οι Έλληνες, δημιουργούν από τα τέλη του 16ου αιώνα, εύρωστες κοινότητες στις πόλεις και τα λιμάνια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και σταδιακά αρχίζουν να αποκτούν προνόμια. Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι μεταφραστές (δραγουμάνοι) του σουλτάνου από το 1661 (Παναγιωτάκης Νικούσιος) και οι ηγεμόνες των παραδουνάβιων περιοχών της Βλαχίας και της Μολδαβίας από το 1709 είναι Έλληνες Φαναριώτες. Αρκετοί Έλληνες, εγκαταλείπουν την ύπαιθρο και κατευθύνονται στις πόλεις κυρίως στην Μικρά Ασία και την Βόρειες επαρχίες της Βαλκανικής.

Η πανώλη επανεμφανίζεται στα μέσα του 17ου αιώνα, ξεκινώντας και πάλι από την Θεσσαλονίκη και επεκτείνεται στην Θεσσαλία, ενώ εμφανίζεται ξανά στα μέσα του 18ου αιώνα σχεδόν σε όλη την Οθωμανική επικράτεια, μειώνοντας σημαντικά τον πληθυσμό της. Στην τελευταία αυτή έξαρση επλήγησαν κυρίως η Κωνσταντινούπολη, η Θεσσαλονίκη, η Σμύρνη και τα γύρω νησιά (Χίος, Μυτιλήνη) ενώ η επιδημία έφτασε και μέχρι την Αθήνα. Ο «μαύρος θάνατος» θα ξανακτυπήσει τον 19ο αιώνα και αυτή την φορά η επιδημία θα είναι η χειρότερη από όλες. Ξεκίνησε το 1812 από την Κωνσταντινούπολη θερίζοντας πάνω από 200.000 άτομα (1/3 του πληθυσμού της πόλης).  Η επιδημία  επεκτάθηκε γρήγορα σε όλη την αυτοκρατορία δημιουργώντας κύμα φυγής από τις πόλεις και τα λιμάνια. Τα νησιά του Αιγαίου ερημώθηκαν και η Θεσσαλία αποδεκατίσθηκε οδηγώντας σε παρακμή τις αγροτοβιομηχανίες της περιοχής ενώ τα μεγάλα αστικά κέντρα της αυτοκρατορίας έχασαν από το 1/5 έως το 1/3 του πληθυσμού τους.

Την ίδια περίοδο, η κατάκτηση της Κρήτης από τους Οθωμανούς (1669) συνοδεύεται από πληθυσμιακές μεταβολές καθώς οι αθρόοι εξισλαμισμοί (60.000 άτομα έως το 1680) αλλοιώνουν σταδιακά την ταυτότητα των κρητικών. Είναι ενδεικτικό, ότι οι εξισλαμισμένοι κρητικοί, στα τέλη του 18ου αιώνα ανέρχονται στις 160.000 άτομα ενώ οι χριστιανοί του νησιού δεν ξεπερνούν τις 130.000, όταν στα τέλη της Ενετοκρατίας (1669) η Κρήτη κατοικούταν από 300.000 έλληνες ορθόδοξους και λίγες χιλιάδες Λατίνους καθολικούς.

Στα τέλη του 18ου αιώνα, ο Ελληνισμός της Οθωμανικής αυτοκρατορίας έχει συρρικνωθεί ακόμα περισσότερο, κυρίως από τις επιδημίες και βρίσκεται πλέον συγκεντρωμένος στα αστικά κέντρα και στις παραλιακές και ορεινές περιοχές. Στα αστικά κέντρα, οι Έλληνες διαπρέπουν ως έμποροι, τραπεζίτες και επιστήμονες ελέγχοντας μεγάλο μέρος της οικονομικής ζωής της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ενώ αντίθετα στα παραλιακά και ορεινά χωριά οι Έλληνες παραμένουν μακριά από την οθωμανική εξουσία διατηρώντας την αυτονομία τους σε μεγαλύτερο βαθμό. 

Στις αρχές του 19ου αιώνα, η Ελληνική επανάσταση προκαλεί ανακατατάξεις και διαφοροποιήσεις του πληθυσμού στον ελλαδικό χώρο. Αρκετοί αγωνιστές σκοτώνονται ενώ άλλοι μετακινούνται προς τις ελεύθερες περιοχές (Πελοπόννησος, Ρούμελη και νησιά) για να ενισχύσουν τον αγώνα. Οι σφαγές που πραγματοποίησαν οι Τούρκοι  αποδεκάτισαν τον πληθυσμό κάποιων περιοχών (Χίος, Ψαρά, Μεσολόγγι κλπ), οι οποίες όμως σύντομα εποικίσθηκαν από άλλους Έλληνες. Αντίστοιχα, οι Τούρκοι, κυρίως της Πελοποννήσου, σφαγιάσθηκαν ή απομακρύνθηκαν προς άλλες περιοχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο (1826) προκάλεσε πανικό και φυγή προς τα ορεινά. Στην πορεία του, ο αιγυπτιακός στρατός καίει χωριά και αφανίζει κατοίκους ενώ χιλιάδες αιχμάλωτοι οδηγούνται στα σκλαβοπάζαρα της Βορείου Αφρικής. Οι περισσότεροι από αυτούς παρέμειναν στην Αίγυπτο μετά την απελευθέρωση τους (σύμβαση 6/8/28) ενισχύοντας τις ελληνικές κοινότητες του Καϊρου και της Αλεξάνδρειας. Τα πρώτα χρόνια της επανάστασης η μείωση του πληθυσμού στις επαναστατημένες περιοχές ήταν δραματική. Η Πελοπόννησος το 1821 είχε 500.000 κατοίκους (450.000 χριστιανούς και 50.000 μουσουλμάνους) ενώ το 1828 είχε λιγότερους από 350.000 κατοίκους, όλους χριστιανούς. Αντίστοιχα, η Στερεά Ελλάδα το 1821 είχε 270.000 κατοίκους (250.000 χριστιανούς και 20.000 μουσουλμάνους) ενώ το 1828 είχε λιγότερους από 180.000 κατοίκους. Τα νησιά ήταν οι μόνες περιοχές που διατήρησαν σταθερό τον πληθυσμό τους, στους 170.000 κατοίκους, αποκλειστικά χριστιανούς καθώς δεν απετέλεσαν πεδίο πολεμικών αναμετρήσεων. Συνολικά, οι περιοχές που θα συγκροτήσουν το πρώτο Ελληνικό κράτος υπέστησαν μείωση πληθυσμού άνω των 170.000 χριστιανών κατοίκων (σφαγές, πόλεμος, αιχμάλωτοι) και όλου σχεδόν του μουσουλμανικού πληθυσμού, ο οποίος έχει διωχθεί ή σκοτωθεί.

Η Ελληνική επανάσταση και η απελευθέρωση της Πελοποννήσου και της Ρούμελης ξεσήκωσαν την οργή των Οθωμανών εναντίον των Ελλήνων στις υπόλοιπες περιοχές της αυτοκρατορίας. Στην Κωνσταντινούπολη και τις άλλες μεγάλες πόλεις , ο όχλος καταστρέφει μαγαζιά και σπίτια, δολοφονώντας Έλληνες, μεταξύ των οποίων τον πατριάρχη Γρηγόριο τον Γ’ και αρκετούς μητροπολίτες (Θεσσαλονίκης, Λάρισας, Αδριανούπολης, Σμύρνης κλπ). Στην Κρήτη η καταστολή της επανάστασης (1824) συνοδεύεται από θηριωδίες. Ο ρώσο-τουρκικός πόλεμος του 1828-29 και η προέλαση του ρωσικού στρατού στον Πόντο προκαλεί τον ενθουσιασμό του τοπικού πληθυσμού, όμως η συμφωνία ειρήνης που ακολούθησε ανάγκασε πάνω από 40.000 Πόντιους να ακολουθήσουν τα ρώσικα στρατεύματα και να εγκατασταθούν στην περιοχή της Τσάλκας (σημερινή Γεωργία).

Το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος (1830) έχει πληθυσμό που δεν ξεπερνά τις 700.000 άτομα, ενώ μέρος του πληθυσμού του είναι χριστιανοί Αρβανίτες, κυρίως στην Αττικοβοιωτία (50% πληθυσμού), τα νησιά του Αργοσαρωνικού και την Πελοπόννησο. Μετά από 15 αιώνες ομογενοποίησης σε διαδοχικές αυτοκρατορίες (Ρωμαϊκή, Βυζαντινή, Οθωμανική) όπου η έννοια του έθνους ήταν υποβαθμισμένη, το ελληνικό έθνος ξαναγεννιέται, με στοιχεία εθνικής ταυτότητας αυτή την φορά. Οι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων που μετατράπηκαν σε χριστιανούς Ρωμαίους και στην πορεία των αιώνων έχασαν μεγάλο μέρος του πληθυσμού τους (πόλεμοι, επιδημίες, εξισλαμισμοί) και ενσωμάτωσαν νεοφερμένους λαούς (Σλάβοι, Αλβανοί, Λατίνοι κλπ), δημιουργούν τον 19ο αιώνα το πρώτο εθνικό κράτος της Ευρώπης.

Οι πρώτες δεκαετίες του ελεύθερου ελληνικού κράτους δεν ήταν εύκολες για τους κατοίκους του. Κυριαρχούν η πείνα και η αναρχία ενώ οι εμφύλιοι πόλεμοι και η ληστεία επιδεινώνουν την κατάσταση. Πολλοί Έλληνες μεταναστεύουν προς την Ρωσία, την Αυστρία αλλά και τις μεγάλες πόλεις της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη) ενώ ξεκινά δειλά και η μετανάστευση στο νέο κόσμο. Η ελληνική παρουσία στην Αίγυπτο ενισχύεται και το 1856 ιδρύεται η ελληνική κοινότητα του Καϊρου. Η αναζωπύρωση του Ελληνισμού της Αιγύπτου είχε ξεκινήσει με την εισβολή των Γάλλων (1798) και συνεχίσθηκε με την ανάληψη της εξουσίας από τον Μωχάμετ Αλη (1811), ο οποίος εκσυγχρόνισε την Αίγυπτο, επέβαλε θρησκευτική ανοχή και τόνωσε το εξωτερικό εμπόριο  με άξονα το λιμάνι της Αλεξάνδρειας.  Έως τα τέλη του 19ου αιώνα, οι Έλληνες της Αιγύπτου ξεπερνούσαν τις 65.000.

Η κατάσταση στο νεοσύστατο κράτος αρχίσει να εξομαλύνεται μετά το 1864, όταν επικρατεί πολιτική σταθερότητα και βελτίωση της οικονομίας κυρίως λόγω της ανάπτυξης της αμπελοκαλλιέργειας. Η σταφίδα γίνεται το εθνικό μας προϊόν καθώς οι αμπελώνες της Γαλλίας, Ιταλίας και Ισπανίας έχουν ξεραθεί από την φυλλοξήρα. Το ελληνικό κράτος μεγαλώνει με τα Επτάνησα (1864) την Θεσσαλία και την Άρτα (1881) και ο πληθυσμός της χώρας ξεπερνά τα 2 εκατ. κατοίκους.  Όμως το 1892 η γαλλική σταφίδα ξαναεμφανίζεται στην αγορά, μειώνοντας τις ελληνικές εξαγωγές κατά 65%, οδηγώντας την χώρα σε πτώχευση (1893). Ακολουθεί ο «ατυχής» ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 που έληξε με ήττα της Ελλάδος και ένταξη της χώρας υπό διεθνή οικονομικό έλεγχο. Η φτώχεια αυξάνεται, όπως και η ληστεία (12.500 ληστές καταγράφονται το 1899). Οι Έλληνες της Πελοποννήσου και της Στερεάς αρχίζουν από το 1898 να μεταναστεύουν στις ΗΠΑ, προσεγγίζοντας το 1902 τους 20.000, από τους οποίους οι 12.000 στην Νέα Υόρκη. Ο ρυθμός μετανάστευσης παρουσιάζει έξαρση από το 1907 έως το 1912 φτάνοντας τα 1.000 άτομα εβδομαδιαίως, ενώ μόνο το 1907 αναχωρούν 36.500 άτομα για τις ΗΠΑ. Από το 1898 έως το 1917 είχαν μεταναστεύσει στις ΗΠΑ πάνω από 400.000 άτομα και ακόμα 25.000 σε άλλες χώρες (Βραζιλία, Αυστραλία, Καναδάς, Αφρική) δηλαδή πάνω από το 30% του πληθυσμού της παλαιάς Ελλάδος (Πελοπόννησος, Στερεά) από όπου κυρίως έφυγαν.

Ο ρώσο-τουρκικός πόλεμος του 1877-78 αποτέλεσε για άλλη μια φορά την αιτία μετανάστευσης πάνω από 100.000 Ποντίων στην νότια Ρωσία καθώς ακολούθησαν ξανά τον ρώσικο στρατό, που είχαν προηγουμένως υποδεχθεί ως ελευθερωτή.

Το τέλος του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου και η μικρασιατική καταστροφή του 1922 προκαλούν μία από τις μεγαλύτερες μετακινήσεις πληθυσμών στην ιστορία. Με την συνθήκη του Νεϊγύ (1919) πραγματοποιήθηκε εθελούσια ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας κατά την οποία περί τους 50.000 Έλληνες μετανάστευσαν από την Βουλγαρία στην Ελλάδα και περίπου 90.000 Βούλγαροι από την Ελλάδα στην Βουλγαρία, ενώ στην Ελλάδα παρέμειναν 40.000 σλαβόφωνοι που δεν επιθυμούσαν να μεταναστεύσουν. Αντίθετα, η ανταλλαγή πληθυσμών που συμφωνήθηκε μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας με την συνθήκη της Λωζάννης (1923) ήταν υποχρεωτική, οδηγώντας 1.500.000 Ελληνορθόδοξους (μεταξύ τους και 50.000 Αρμένιους) να εγκαταλείψουν τις  εστίες τους στην Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη και το Πόντο, ενώ αντίστοιχα 355.000 μουσουλμάνοι (οι περισσότεροι ελληνόφωνοι και πιθανώς εξισλαμισμένοι Έλληνες) εγκατέλειψαν την Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στην Τουρκία. Από την συμφωνία εξαιρέθηκαν οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου, περίπου 130.000 άτομα, ενώ στην Ελλάδα παρέμεινα 110.000 μουσουλμάνοι στην Ξάνθη και Ροδόπη. Η επίσημη συνθήκη στην ουσία αφορούσε λιγότερους από 200.000 Έλληνες καθώς οι περισσότεροι είχαν ήδη εγκαταλείψει τις εστίες τους κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1919-1922 ενώ πάνω από 350.000 Έλληνες σφαγιάσθηκαν από τους Τούρκους στην περιοχή του Πόντου κατά την περίοδο 1914-1923.

Από τα 1,8 εκατ. Ελλήνων (Ρωμιών) που κατεγράφησαν στην Ασιατική Τουρκία κατά την Οθωμανική απογραφή του 1914, το 1,2 εκατ. εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα ενώ πάνω από 50.000 μετακινήθηκαν προς την Αίγυπτο, ΗΠΑ/Καναδά και Δυτική Ευρώπη. Επιπλέον αυτών, τουλάχιστον 100.000 Έλληνες του Πόντου μετακινήθηκαν προς την Ρωσία, κυρίως μετά την λήξη του 1ου παγκοσμίου πολέμου (1918) ακολουθώντας τα ρώσικα στρατεύματα που είχαν καταλάβει την περιοχή το 1916. Παρόλα αυτά υπάρχουν αρκετές πηγές που αμφισβητούν τις οθωμανικές αρχές και ανεβάζουν τον ελληνικό πληθυσμό της Ασιατικής Τουρκίας του 1914 στα 2,5 εκατ. (κάποιοι ακόμα και στα 5 εκατ. άτομα), καθώς οι Οθωμανοί ενέτασσαν αρκετούς Έλληνες σε άλλες φυλετικές ομάδες ενώ ταυτόχρονα οι Έλληνες προσπαθούσαν να αποφύγουν την απογραφή για να μην στρατευθούν η φορολογηθούν. Όπως και να το μετρήσουμε, προσθέτοντας σε αυτούς που έφυγαν αυτούς που σφαγιάσθηκαν ή παρέμειναν εκεί αντιλαμβανόμαστε ότι αρκετές χιλιάδες Έλληνες «χάθηκαν» την περίοδο εκείνη κατά την πορεία δημιουργίας ομοιογενούς Τουρκικού κράτους.

Η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών απετέλεσε πλήγμα όχι μόνο για τους ανταλλάξιμους αλλά και για τις οικονομίες των δύο κρατών. Η Ελλάδα των 5 εκατ. κατοίκων (οι μισοί ήταν νέοι πολίτες της χώρας από τις κατακτήσεις των βαλκανικών πολέμων) καλείται μετά από δέκα χρόνια συνεχών πολέμων (βαλκανικοί, 1ος παγκόσμιος, μικρασιατική εκστρατεία) να υποδεχθεί και να ενσωματώσει 1,2 εκατ. πρόσφυγες, ενώ η Τουρκία χάνει την αστική της τάξη.  Οι ελληνικές κοινότητες πριν το 1922 έλεγχαν το 50% των επενδεδυμένων κεφαλαίων και το 60% των θέσεων εργασίας στην βιομηχανία της Τουρκίας, ενώ κυριαρχούσαν στο εμπόριο και τις επιστήμες.  Παρόλο που σύμφωνα με τις Οθωμανικές αρχές, το 1914, οι Έλληνες αντιπροσώπευαν το 12% του πληθυσμού της Ασιατικής Τουρκίας, η συμμετοχή τους στην οικονομία ήταν κυρίαρχη καθώς το 46% από τους τραπεζίτες της οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν Έλληνες, όπως και το 49% των βιομήχανων, το 43% των εμπόρων, το 52% των γιατρών, το 52% των αρχιτεκτόνων, το 37% των μηχανικών και το 30% των δικηγόρων.

Μετά την μικρασιατική καταστροφή, η Ελλάδα προσπαθεί να ανακάμψει από την οικονομική και κοινωνική δυσπραγία. Οι περισσότεροι πρόσφυγες εγκαθίστανται στην Μακεδονία και την Θράκη, σε περιοχές από όπου έφυγαν Τούρκοι και Βούλγαροι, σε μια προσπάθεια του κράτους να ενισχύσει τις περιοχές αυτές. Αρκετοί πρόσφυγες, κυρίως οι αστοί, εγκαθίστανται στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη, ενώ πάνω από 100.000 πρόσφυγες μεταναστεύουν ξανά από την Ελλάδα  προς τις ΗΠΑ/Καναδά και την Δυτική Ευρώπη. Αρκετοί φεύγουν για την Αίγυπτο, όπου το 1940 οι Έλληνες της Αιγύπτου ανέρχονται στους 250.000. Αντίστοιχα, έχουν αυξηθεί και οι ελληνικοί πληθυσμοί της Ρωσίας, οι οποίοι μετά από διαδοχικές μετακινήσεις (1828, 1877, 1918), κυρίως Ποντίων, ανέρχονται το 1920, στις 700.000 άτομα.

Ενώ η χώρα προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές της από την μικρασιατική καταστροφή, μια νέα οικονομική κρίση (1929) οδηγεί για άλλη μια φορά αρκετούς Έλληνες στην μετανάστευση. Η κρίση του 1929 έφτασε χώρα μας το 1932 πλήττοντας το βασικό εξαγώγιμο προϊόν της, τον καπνό που τότε θεωρούταν είδος πολυτελείας. Η χώρα πτωχεύει για άλλη μια φορά και 100.000 Έλληνες, κυρίως από την «παλαιά Ελλάδα» μεταναστεύουν στις ΗΠΑ, Καναδά και Αίγυπτο.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος που ακολούθησε είχε επίσης δραματικές συνέπειες για τον ελληνικό πληθυσμό. Η Ελλάδα είχε απώλειες που προσέγγισαν το 10% πληθυσμού της κατατάσσοντας την χώρα 1η σε ανθρώπινες απώλειες, ως ποσοστό του πληθυσμού της. Οι  νεκροί στρατιώτες (τις 219 ημέρες του πολέμου) ήταν 13.676, οι εκτελεσθέντες από τα στρατεύματα κατοχής ξεπέρασαν τις 55.000 άμαχους ενώ άλλοι 20.000 σκοτώθηκαν στις μάχες της Εθνικής Αντίστασης. Οι εκτελεσθέντες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Γερμανών (οι περισσότεροι Εβραίοι) ξεπέρασαν τις 100.000 άτομα, ενώ οι νεκροί από την πείνα και τις κακουχίες κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής υπολογίζονται σε 350.000 άτομα. Από τους 80.000 Εβραίους της Ελλάδος (56.000 στην Θεσσαλονίκη) έμειναν μετά τον πόλεμο μόλις 10.000. Εκτός από τις ανθρώπινες απώλειες , η γερμανική κατοχή άφησε πίσω της 1.700 καμένα χωριά και κατεστραμμένες το 70% των υποδομών της χώρας. Ο εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε άφησε άλλους 50.000 νεκρούς και μια χώρα τραυματισμένη και διχασμένη. Η μετανάστευση αποδεδείχθηκε για άλλη μια φορά η διέξοδος των Ελλήνων στα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα.

Αυτή την φορά, η μερίδα του λέοντος στην μετανάστευση ανήκε στην Μακεδονία, την Ήπειρο και την Θράκη από όπου ξεκίνησε το 1951 η φυγή προς την Γερμανία και στην συνέχεια προς Βέλγιο, ΗΠΑ, Καναδά και Αυστραλία. Από 1951-1977 έφυγαν από την χώρα περίπου 1,3 εκατ. άτομα από τα οποία 700.000 στην Γερμανία, 160.000 στην Αυστραλία, 135.000 στις ΗΠΑ και 160.000 στον Καναδά. Από αυτούς το 40% επέστρεψε στην Ελλάδα μετά το 1990. Επιπλέον αυτών δεν πρέπει να ξεχνάμε και τις 100.000 από τους ηττημένους του εμφυλίου πολέμου που αναγκάσθηκαν να φύγουν από την χώρα προς Ρωσία, Πολωνία, Τσεχοσλοβακία και άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, μεταξύ των οποίων 30.000 σλαβόφωνοι της Φλώρινας, Καστοριάς και Πέλλας.

Ο εθνικισμός και ο ψυχρός πόλεμος που ακολούθησαν, ανάγκασε πολλούς Έλληνες κυρίως των γειτονικών κρατών (Αλβανία, Γιουγκοσλαβία) αλλά και της Ουκρανίας, Ρωσίας να ενσωματωθούν, χάνοντας την ταυτότητα που κατάφεραν να διαφυλάξουν επί αιώνες. Ο Ελληνισμός της Τουρκίας αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την χώρα μετά τα «Σεπτεμβριανά» του 1955 και τις καταστροφές και διώξεις που υπέστησαν. Από τις 130.000 Έλληνες της Τουρκίας σήμερα παραμένουν λιγότεροι από 5.000. Το τέλος του ψυχρού πολέμου και η κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» οδήγησαν επίσης πολλούς από τους Έλληνες της διασποράς στην φυγή από τις εστίες τους. Στην Αλβανία, ο συμπαγής Ελληνισμός των 200.000 Βορειοηπειρωτών συρρικνώθηκε καθώς πάνω από 100.000 άτομα μετανάστευσαν μετά το 1989  στην Ελλάδα, αλλά και στις ΗΠΑ. Στην απογραφή του 2011, κατεγράφησαν μόλις 25.000 Έλληνες στην Αλβανία, όμως ο αριθμός τους θεωρείται ότι σκόπιμα υποβαθμίσθηκε. Αντίστοιχα, από τους 500.000 Πόντιους που ζούσαν έως το 1989 στην πρώην Σοβιετική Ένωση (Γεωργία, Ουκρανία και Νότιο Ρωσία) τουλάχιστον οι μισοί μετακινήθηκαν στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες περιοχές της Ρωσίας (Μόσχα, Πετρούπολη κλπ) και σήμερα έχουν παραμείνει μόνο 30.000 Πόντιοι στην Γεωργία (κυρίως στην Τσάλκα), 100.000 στην Ουκρανία (κυρίως στην Μαριούπολη) και 100.000 στην Ρωσία (κυρίως στο Κρασνοντάρ και την Σταυρούπολη στην Νότιο Ρωσία).

Σήμερα, όπως σε όλη την ιστορία του, ο Ελληνισμός παραμένει διασκορπισμένος και το σύνολο του πληθυσμού του εκτιμάται στα 17,5 εκατ. Στην Ελλάδα κατοικούν περίπου 11 εκατ. και στην Κύπρο άλλες 800.000 Ελληνοκύπριοι, ενώ οι Έλληνες της διασποράς εκτιμώνται στα 5,6 εκατ. άτομα (32% συνόλου), βρίσκοντας συμπατριώτες μας στις περισσότερες χώρες του πλανήτη, ακόμα και στις πιο απομακρυσμένες. Το μεγαλύτερο μέρος από αυτούς κατοικεί στις ΗΠΑ , όπου δηλώνουν ελληνική καταγωγή πάνω από 3 εκατ. Αμερικανοί. Οι καταγεγραμμένοι Ελληνοαμερικανοί ανέρχονται στα 1,2 εκατ. άτομα από τους οποίους οι 200.000 έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα (μετανάστες 1ης γενιάς) ενώ το 1/3 (350.000 άτομα) μιλά στο σπίτι του την ελληνική γλώσσα. Στον γειτονικό Καναδά, κατοικούν συνολικά 225.000 άτομα ελληνικής καταγωγής από τους οποίους οι 150.000 έχουν ελληνική καταγωγή και από τους δύο γονείς ενώ οι υπόλοιποι 75.000 μόνο από τον ένα γονέα. Από αυτούς, πάνω από τους μισούς (120.000 άτομα) μιλούν την ελληνική γλώσσα στο σπίτι τους. Στην μακρινή Αυστραλία κατοικούν περίπου 400.000 άτομα ελληνικής καταγωγής, ενώ άλλες 50.000 άτομα ελληνικής καταγωγής κατοικούν σε χώρες της Νοτίου Αμερικής (Αργεντινή, Βραζιλία κλπ). Στην Αφρική κατοικούν πάνω από 150.000 άτομα ελληνικής καταγωγής από τους οποίους το μεγαλύτερο μέρος (120.000) ζει στην Νότιο Αφρική. Στην Ευρώπη κατοικούν πάνω από 800.000 Έλληνες από τους οποίους 370.000 στην Γερμανία, 220.000 στην Βρετανία, 35.000 στο Βέλγιο, 35.000 στην Γαλλία και 30.000 στην Ιταλία.

Αντίθετα, στις παραδοσιακές εστίες του ελληνισμού στην ευρύτερη περιοχή, οι Έλληνες έχουν συρρικνωθεί σημαντικά. Στο Καύκασο, οι Έλληνες δεν ξεπερνούν σήμερα τις 250.000 άτομα ενώ άλλες 100.000 κατοικούν στις γειτονικές χώρες (Αλβανία, Τουρκία, Βουλγαρία, Σερβία κλπ). Στην άλλοτε πολυπληθή Κάτω Ιταλία σήμερα οι ελληνικής καταγωγής Γραικάνοι εκτιμάται ότι είναι λιγότεροι από 80.000 άτομα.

Οι Έλληνες ήταν πάντα μετανάστες και έποικοι. Στην μακραίωνη ιστορία τους επηρεάσθηκαν αλλά κυρίως επηρέασαν άλλους λαούς προσφέροντας σημαντικά στην ευρωπαϊκή ιστορία και τον παγκόσμιο πολιτισμό. Οι Έλληνες ήταν από τους πρώτους λαούς που ανέπτυξαν πολιτισμό, επιστήμες και τεχνολογία, τα οποία μετέφεραν ως έποικοι στις νέες τους πατρίδες, διαμορφώνοντας την ταυτότητα αρκετών λαών της Μεσογείου, της Μαύρης Θάλασσας και την Μέσης Ανατολής.

Από την αρχαιότητα έως τον μεσαίωνα, οι Έλληνες επέδειξαν μια εκπληκτική ικανότητα να επιβάλουν τον πολιτισμό, τα ήθη, τα έθιμα και τις συνήθειες τους στους λαούς με τους οποίους ήρθαν σε επαφή, με αποτέλεσμα να εξελληνίσουν αρκετούς λαούς, κυρίως στην Μικρά Ασία, την Μέση Ανατολή και την Κάτω Ιταλία. Η επικράτηση του χριστιανισμού (με εξαναγκασμό σε πολλές περιοχές του Ελλαδικού χώρου) κατέστρεψε τον ανώτερο αρχαιοελληνικό πολιτισμό και μετέφερε στους Έλληνες πολιτιστικά στοιχεία της Μέσης Ανατολής (μεσσιανισμός, μεταφυσική, εχθρότητα προς το σώμα και το σεξ, αποστροφή για τις τέχνες κλπ) αλλοιώνοντας σημαντικά την ταυτότητα τους. Η νέα ομογενοποιημένη ταυτότητα του χριστιανού Ρωμαίου που επικράτησε την Βυζαντινή περίοδο  υποβάθμισε το έθνος, τις επιστήμες, τις τέχνες και τους πολιτικούς θεσμούς και οδήγησε στην απώλεια πολλών στοιχείων του ανώτερου πολιτισμού των Ελλήνων (ορθολογισμός, αναλυτική σκέψη κλπ). Η ικανότητα διάδοσης πολιτισμού που για αιώνες επέδειξαν οι Έλληνες, περιορίστηκε στο επίπεδο της επιβολής της θρησκείας, ομογενοποιώντας ένα σύνολο λαών, εντός και εκτός της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, κάτω από το πέπλο του χριστιανού. Η μεταστροφή αυτή έκανε ευκολότερη την προσχώρηση των Ελλήνων σε άλλα δόγματα ή θρησκείες, ιδίως όταν ήταν ο μόνος τρόπος αντιπαράθεσης με την κεντρική εξουσία ή επιβίωσης σε συνθήκες εγκατάλειψης από την Διοίκηση. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, την μαζική στροφή Ελληνικών πληθυσμών κάποιων περιοχών στο Ισλάμ ή τον Καθολικισμό, ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο  τους πληθυσμούς των νέων εθνών της περιοχής (Τούρκοι, ΝοτιοΙταλοί κλπ).

Αντίθετα, στον Ελλαδικό χώρο, όπου υπήρχαν πάντα πολυπληθείς και συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί, οι Έλληνες κατάφερναν πάντα να ενσωματώνουν τους λαούς που μετακινούταν εδώ, είτε ως επιδρομείς (Σλάβοι τον 6ο-7ο αιώνα) είτε ως οικονομικοί μετανάστες (Αλβανοί τον 14ο –15ο αιώνα) είτε ως συγκυριακοί έποικοι ή επικυρίαρχοι που εγκαταστάθηκαν μεμονωμένα ή σε μικρό-ομάδες (Ρωμαίοι, Γότθοι, Βαράγγοι, Ενετοί, Φράγκοι, Καταλανοί κλπ).

Στην πολύχρονη πορεία της ιστορίας τους, οι Έλληνες αντάλλαξαν «αίμα» με πολλούς λαούς. Πήραν «αίμα» από τους λαούς που εξελλήνισαν, κυρίως τα ελληνιστικά χρόνια (Μικρασιατικοί λαοί) ενώ ταυτόχρονα έδωσαν «αίμα» σε όλους τους λαούς της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας. Ας αναλογισθούμε τους έποικους που ενσωματώθηκαν στην Νότιο Γαλλία, την Ιταλία, την Αίγυπτο, την Συρία και τον Καύκασο και έγιναν μέρος των τοπικών πληθυσμών αλλά κυρίως των Ελλήνων που εξισλαμίσθηκαν και διαμόρφωσαν τον πληθυσμό της σημερινής Τουρκίας. Επίσης, ας μην ξεχνάμε όλους αυτούς τους Έλληνες που μετανάστευσαν – ήδη από τον 16ο αιώνα –στον Νέο Κόσμο και έχασαν την ταυτότητα τους στο πέρασμα των αιώνων. 

Τα τελευταία 25 χρόνια, η Ελλάδα – λόγω ευημερίας αλλά και γεωγραφικής θέσης- έγινε χώρα υποδοχής μεταναστών και σήμερα φιλοξενεί πάνω από 900.000 μετανάστες που αντιπροσωπεύουν το 8% του πληθυσμού της. Η συντριπτική πλειοψηφία των μεταναστών (750.000 άτομα) είναι Ευρωπαίοι, προερχόμενοι κυρίως από τις γειτονικές χώρες, καθώς πάνω από 500.000 είναι Αλβανοί (17% πληθυσμού της Αλβανίας), 75.000 Βούλγαροι, 45.000 Ρουμάνοι και 70.000 από τις χώρες του Καυκάσου (Γεωργία, Ουκρανία, Ρωσία). Οι μη Ευρωπαίοι, περίπου 150.000 άτομα, προέρχονται από την Ασία (Πακιστάν, Μπαγκλαντές, Φιλιππίνες) και την Αφρική (Αίγυπτος, Νιγηρία) ενώ υπάρχουν και λιγότεροι από 20.000 άτομα από την Δυτική Ευρώπη (Γερμανία, Αγγλία, Ιταλία) και τις ΗΠΑ.

Η μετακίνηση προς την Ελλάδα δεν είναι νέο φαινόμενο και έχει ξανασυμβεί πολλές φορές στην ιστορία και μάλιστα με μεγαλύτερη επιθετικότητα. Οι Σλάβοι τον 6ο-7ο αιώνα μετακινήθηκαν εδώ ως επιδρομείς και διαφέντεψαν για δύο αιώνες την Πελοπόννησο. Το ίδιο και οι Άραβες που κυριάρχησαν στην Κρήτη για πάνω από έναν αιώνα. Οι Αλβανοί, που ξαναήρθαν εδώ τον 14ο -15ο αιώνα, έφτασαν να αποτελούν τον μισό πληθυσμό κάποιων περιοχών (Αττικοβοιωτία, Πελοπόννησος). Το αποτέλεσμα σε όλες τις περιπτώσεις ήταν το ίδιο : η σταδιακή αφομοίωση των επήλυδων από τον ελληνικό πληθυσμό. Τα εκατοντάδες επίθετα με Λατινική, Γερμανική και Αλβανική προέλευση το επιβεβαιώνουν, παρόλο που στις περισσότερες περιπτώσεις έχει χαθεί στους απογόνους τους, ακόμα και η ανάμνηση της καταγωγής τους.

«και άλλους εμείς εφάγαμε» όπως θα έλεγε ο Μακρυγιάννης, αν ζούσε σήμερα. Και πιο πολλούς και πιο ισχυρούς. Η αφομοιωτική ικανότητα του Ελληνισμού θα λειτουργήσει για άλλη μια φορά και οι απόγονοι των περισσότερων από τους σημερινούς μετανάστες θα μετατραπούν γρήγορα σε νεοέλληνες, με τα καλά και τα κακά τους. 

Οι Έλληνες ήταν πάντα μετανάστες και ακόμα είναι. Για πολλούς αιώνες ήταν έποικοι που μετέφεραν τον ελληνικό πολιτισμό. Στην συνέχεια έγιναν μετανάστες που προσαρμόσθηκαν και κάποιοι αφομοιώθηκαν στις νέες πατρίδες τους. Στον Ελλαδικό χώρο, οι επήλυδες πάντα αφομοιώνονταν, άλλοι γρήγορα και άλλοι αργά, αποκτώντας την «ελληνική παιδεία» της κάθε εποχής, για την οποίαν ήταν τόσο περήφανοι οι αρχαίοι μας πρόγονοι. 

Δευτέρα 9 Μαΐου 2016

Μεταναστεύσεις στον Ελλαδικό χώρο κατά τον μεσαίωνα


Το τέλος της αρχαιότητας σηματοδοτείται από την πτώση της Ρώμης (476 μ.Χ) και βρίσκει το δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας καθημαγμένο και διαλυμένο σε μικρά Γερμανικά βασίλεια, τα οποία προσπαθούν να επεκταθούν, το ένα εις βάρος του άλλου, στηριζόμενα στον θεσμό του φέουδου, δηλαδή της υποτέλειας σε κάποιον ισχυρότερο έναντι φόρων και προστασίας. 

Αντίθετα, το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας έχει μετασχηματισθεί σε μια νέα και ακμαία αυτοκρατορία, την Βυζαντινή, η οποία διατηρεί την αυτοκρατορική της δομή με ισχυρό στρατό, ενιαία διοίκηση και ανθηρή οικονομία. Η νέα αυτή αυτοκρατορία, οικοδομεί την υπόσταση της πάνω στην χριστιανική θρησκεία, υποβαθμίζοντας την σημασία του έθνους και της φυλής, με την ελληνική γλώσσα να λειτουργεί ως συγκολλητική ουσία. Στο μεγαλύτερο μέρος της έκτασης της νέας αυτοκρατορίας κυριαρχεί το Ελληνικό στοιχείο, το οποίο ομογενοποιείται με τους εξελληνισμένους μικρασιατικούς πληθυσμούς σε μια νέα ταυτότητα, αυτή του χριστιανού Ρωμαίου.

Κατά την διάρκεια του μεσαίωνα, η Βυζαντινή αυτοκρατορία θα δεχθεί πλήθος επιθέσεων και εποικισμών από νεοφερμένους λαούς, οι οποίοι θα αποσπάσουν εδάφη και θα φθείρουν σταδιακά την δομή και την συνοχή της αυτοκρατορίας έως την πλήρη κατάρρευση της με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453). Στην πορεία αυτή, ο πληθυσμός της αυτοκρατορίας θα ενσωματώσει νέους λαούς και θα δεχθεί επιδράσεις από άλλους, οι οποίες  θα αλλοιώσουν την εθνολογική της υπόσταση. Παρ’ όλα αυτά, η αυτοκρατορία θα καταφέρει να επιζήσει για 1000 έτη, παραμένοντας ο πυλώνας εξέλιξης της νέας ταυτότητας του Ελληνισμού.

Στις αρχές του 6ου μ.Χ. αιώνα, πριν την εμφάνιση των Σλαβικών και Τουρανο-Αλταϊκών λαών, ο πληθυσμός της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας εκτιμάται ότι προσέγγιζε τα 25-30 εκατ. από τα οποία οι 600.000 ζούσαν στην πρωτεύουσα. Η πολύβουη Κωνσταντινούπολη συγκέντρωνε, εκτός του κυρίαρχου Ελληνικού στοιχείου,  μωσαϊκό εθνοτήτων που είτε υπηρετούσαν στην διοίκηση και στον στρατό (Λατίνοι, Γότθοι, Ιλλυριοί κλπ ως κατάλοιπο της οικουμενικότητας της ρωμαϊκής περιόδου) είτε ανέπτυσσαν εμπορικές και διπλωματικές δραστηριότητες (Εβραίοι, Πέρσες, Άραβες κλπ) στην σημαντικότερη μητρόπολη του τότε κόσμου. Η ίδια πολυεθνική σύνθεση συναντάται την περίοδο εκείνη, σε όλες τις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας (Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια κλπ) με πληθυσμό μεγαλύτερο των 250.000 κατοίκων.

Αντίθετα με τις μεγάλες πόλεις, η ύπαιθρος διατηρεί ακόμα τον αμιγή της χαρακτήρα καθώς έως την περίοδο εκείνη, δεν είχαν πραγματοποιηθεί σημαντικές μετακινήσεις λαών προς το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με αποτέλεσμα οι πληθυσμοί των ανατολικών επαρχιών να παραμείνουν εθνολογικά σταθεροί καθ’ όλη την διάρκεια της ρωμαϊκής περιόδου. 

Στην Βαλκανική χερσόνησο, ο πληθυσμός στις αρχές του 6ου αιώνα υπολογίζεται στα 5 εκατ, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου ήταν Έλληνες στο γένος. Στον Ελλαδικό χώρο, ο πληθυσμός των κατοίκων παραμένει αμιγώς Ελληνικός, αν και μειωμένος από τις επιδρομές των Γερμανικών φύλων (2ος – 4ος αιώνας), τις επιδημίες και τις θρησκευτικές διώξεις. Από τον 3ο έως τον 7ο αιώνα οι υποστηρικτές του δωδεκάθεου, στην πλειονότητά τους Έλληνες,  σφαγιάζονται και προσηλυτίζονται με την βία στον χριστιανισμό. Τα αρχαία μνημεία και οι ναοί της παλιάς θρησκείας καταστρέφονται ή μετατρέπονται σε χριστιανικές εκκλησίες, τα κείμενα των αρχαίων φιλοσόφων παραδίδονται στην πυρά, ενώ πολύτιμα έργα τέχνης του αρχαίου κόσμου τεμαχίζονται ή αλλοιώνονται. Έως τον 6ο αιώνα έχει εξαλειφθεί οτιδήποτε Ελληνικό και η λέξη Έλληνας γίνεται πλέον ταυτόσημη με τον υποστηρικτή του δωδεκάθεου (Εθνικός). Η πλειοψηφία των Ελλήνων υποτάσσεται στην νέα κατάσταση, και αποποιείται του ονόματος και της παλαιάς θρησκείας. Οι Έλληνες αλλάζουν όνομα και μετατρέπονται σε Ρωμαίους.

Στα βορειοανατολικά της Βαλκανικής χερσονήσου (Μοισία και παραδουνάβιες περιοχές) κατοικούν ακόμα τα θρακικά φύλα των Δακών και Γετών, εμπλουτισμένα με Γότθους που εγκαταστάθηκαν εκεί επί Θεοδοσίου, ενώ στο βορειοδυτικό τμήμα της χερσονήσου (Δαλματία) συναντούμε σποραδικούς πληθυσμούς Ιλλυριών, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων κατοικεί βορειότερα, εκτός των ορίων της αυτοκρατορίας. 

Στην ιταλική χερσόνησο, η οποία έχει επανακτηθεί (533) επί Ιουστινιανού, κυριαρχούν οι Λατινικοί και Γοτθικοί πληθυσμοί στο βόρειο μέρος, ενώ νότια της γραμμής Νάπολι-Μπάρι, το Ελληνικό στοιχείο είναι ακόμα σημαντικό. Ειδικότερα στην Σικελία και την Νότιο Ιταλία (Καμπανία, Απουλία, Καλαβρία) το Ελληνικό στοιχείο είναι κυρίαρχο όπως και η Ελληνική γλώσσα.
 
Στην Μικρά Ασία, πυλώνα της αυτοκρατορίας, η πλειοψηφία των κατοίκων στις αρχές του 6ου αιώνα είναι Έλληνες, απόγονοι των μεγάλων εποικισμών (β’ ελληνικός αποικισμός, εποικισμοί Ελληνιστικών χρόνων) καθώς και διάφοροι μικρασιατικοί πληθυσμοί (Παφλαγόνες, Βιθυνοί, Καππαδόκες κλπ) οι οποίοι εξελληνίστηκαν πλήρως τους προηγούμενους αιώνες (Ελληνιστική περίοδος). Εκτός από αυτούς, στην περιοχή συναντώνται και κάποιοι ελληνόφωνοι πληθυσμοί (Ισαυροι, Κίλικες κλπ) οι οποίοι  διατηρούν ακόμα την αυτονομία τους, αλλά όμως σταδιακά έως τον 10ο αιώνα, θα ενσωματωθούν πλήρως στην νέα ταυτότητα του χριστιανού ρωμαίου. Εξαίρεση θα αποτελέσουν, οι χριστιανικοί  πληθυσμοί  των Αρμενίων και Σύρων, οι οποίοι θα διατηρήσουν την γλώσσα τους και την εθνική τους υπόσταση την οποία προσπαθούν να διαφοροποιήσουν μέσω αιρέσεων (Μονοφυσιτισμός, Αρειανισμός κλπ) που εκείνη την περίοδο λειτουργούσαν ως φορείς αντίστασης στην κεντρική εξουσία. Η συνήθης αντίδραση της αυτοκρατορικής διοίκησης ήταν οι διώξεις και οι μετακινήσεις των πληθυσμών αυτών σε πιο ελεγχόμενες περιοχές, που οδήγησαν σε πολλαπλές εσωτερικές μεταναστεύσεις από τον 6ο έως τον 10ο αιώνα, κυρίως Αρμενίων αιρετικών στην Θράκη.

Νοτιότερα, στην Μέση Ανατολή κυριαρχούν οι Σύροι και οι Άραβες, όπως και οι Αιγύπτιοι στην Βυζαντινή Βόρειο Αφρική, της οποίας ο πληθυσμός στις αρχές του 6ου αιώνα εκτιμάται στα 6-7 εκατ,  με έντονη την Ελληνική παρουσία κυρίως στις μεγάλες πόλεις (Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια).

Διακινδυνεύοντας μία εκτίμηση, στις αρχές του 6ου αιώνα, ο πληθυσμός των ελληνόφωνων (Έλληνες και εξελληνισμένοι) υπολογίζεται στα 15 εκατ., αναδεικνύοντας τους σε κυρίαρχο στοιχείο της πρώιμης Βυζαντινής αυτοκρατορίας των 25-30 εκατ, κατοίκων.

Όμως, στα μέσα του 6ου μ.Χ. αιώνα, η κατάσταση αυτή θα αλλάξει οριστικά καθώς η «μεγάλη μετανάστευση των λαών», θα δημιουργήσει ανακατατάξεις και μετακινήσεις πληθυσμών και θα αλλοιώσει την εθνολογική σύσταση της αυτοκρατορίας. Ο Ελλαδικός χώρος, αποδυναμωμένος πληθυσμιακά από τις επιδρομές των Γερμανικών φύλων (2ος – 4ος αιώνας) δεν θα μπορέσει να αντιμετωπίσει δυναμικά τις εισβολές των Σλαβικών και Τουρανο-Αλταϊκών φύλων που θα ακολουθήσουν, που σε αντίθεση με αυτές των Γερμανικών φύλων, θα αλλοιώσουν τον αμιγή πληθυσμό της Ελληνικής χερσονήσου, καθώς μέρος αυτών θα αναζητήσει μόνιμη εγκατάσταση στην περιοχή. Τους επόμενους τρείς αιώνες, η Βυζαντινή αυτοκρατορία, θα χάσει όλα τα εδάφη στα οποία δεν κυριαρχούν οι Ελληνικοί πληθυσμοί (Β.Αφρική, Μέση Ανατολή, Ν.Ιταλία) και θα ανακτήσει σταδιακά τον ελληνικό της χαρακτήρα, ως ελληνορθόδοξη αυτοκρατορία.

Οι πρώτοι που θα μετακινηθούν προς Νότο και θα εγκατασταθούν σε Βυζαντινά εδάφη είναι οι Σλάβοι. Η μετακίνηση τους ξεκίνησε τον 4ο αιώνα από την κοιτίδα τους στην σημερινή Λευκορωσία, λόγω της εισβολής τουρκομογγολικών φύλων (Ούννοι, Αβάροι, Βούλγαροι) που ανάγκασαν τους Σλάβους να κινηθούν δυτικότερα, φτάνοντας στις αρχές του 6ου αιώνα στα βόρεια του Δούναβη. Την ίδια περίοδο, οι Αβαροι μετακινούνται δυτικότερα στην πεδιάδα της Παννονίας (σημερινή Ουγγαρία και Δυτική Ρουμανία) και υποτάσσοντας τους Γέτες και τα υπολείμματα των Ούννων, δημιουργούν την αυτοκρατορία τους στα βορειοδυτικά σύνορα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Οι πρώτες εισβολές των Σλαβικών φύλων στον Ελλαδικό χώρο, επιχειρήθηκαν επί της βασιλείας του Ιουστινιανού (527-565) αλλά απωθήθηκαν από τον Βυζαντινό στρατό. Οι επιδρομές εντάθηκαν στα μέσα του 6ου αιώνα, αναγκάζοντας τον Ιουστινιανό να οργανώσει σύστημα παρατηρητηρίων και φρουρίων που έφτανε μέχρι τον Ισθμό της Κορίνθου. Η πρώτη σημαντική εισβολή των Σλάβων πραγματοποιήθηκε το 577, όπου κατά τον Μένανδρο (ιστορικό του 6ου αιώνα) 100 χιλιάδες Σλάβοι λεηλάτησαν την Μακεδονία και την Θεσσαλία και παρέμειναν διασκορπισμένοι στις περιοχές αυτές έως το 584. Οι επιδρομές επαναλήφθηκαν το 588, σε συνεργασία με τους Αβαρους, καταστρέφοντας τις βόρειες περιοχές της αυτοκρατορίας. Οι Βυζαντινοί αντιδρούν και το 593 απωθούν τους Σλάβους βόρεια του Δούναβη λεηλατώντας τις περιοχές τους.

Οι Αβαροι επανέρχονται το 600 και το 619 ενώ τον Αύγουστο του 626 φθάνουν λεηλατώντας και πολιορκούν την Κωνσταντινούπολη σε συνεργασία με τους Πέρσες, αλλά  απωθούνται. Μετά την αποτυχία τους, οι Αβαροι αποσύρθηκαν στην Παννονία, αφήνοντας την Βαλκανική στα χέρια των σλαβικών φύλων, τα οποία ανεξέλεγκτα προωθούνται νότια του Δούναβη. Η αδυναμία ελέγχου των εισβολέων Σλάβων οδήγησε τους Βυζαντινούς στην διπλωματία της εγκατάστασης σε συγκεκριμένες περιοχές, με στόχο τον εκχριστιανισμό και την ενσωμάτωσή τους. Οι πρώτες σλαβικές φυλές (Ρηγχίνοι, Σμολεάνες, Βελεγεζήτες κλπ) εγκαταστάθηκαν σε αγροτικές περιοχές των Βόρειων Επαρχιών της αυτοκρατορίας (Μοισία, Δαλματία), δημιουργώντας αυτόνομες νησίδες πληθυσμού με υποτυπώδη οργάνωση και διοίκηση που στις Βυζαντινές πηγές ονομάζονται «σκλαβηνίες», πληρώνοντας φόρο υποτέλειας στο Βυζαντινό κράτος. Σύντομα όμως, οι σκλαβηνίες επεκτάθηκαν και μετατράπηκαν σε εστίες εξεγέρσεων και επιδρομών στις γειτονικές περιοχές, ενώ στις απομακρυσμένες ΒΔ περιοχές της αυτοκρατορίας διαμόρφωσαν τις βάσεις για τα βασίλεια των Σέρβων και Κροατών. 

Στα μέσα του 7ου αιώνα,  οι Σλάβοι εγκαθίστανται στην πεδιάδα του Στρυμόνα αλλά το 657 υποτάσσονται από τον αυτοκράτορα Κώνστα τον Β’, δημιουργώντας την ομώνυμη σκλαβηνία. Όμως λίγα χρόνια αργότερα εξεγείρονται και από το 675 έως το 681 πραγματοποιούν επιδρομές στην Θεσσαλονίκη ενώ το 687 λεηλατούν την Προποντίδα. Ταυτόχρονα, μετακινούνται νοτιότερα και εγκαθίστανται στην Θεσσαλία (Παγασητικό κόλπο) και στην Θεσπρωτία. Στα τέλη του 7ου αιώνα,  οι μετακινήσεις των Σλαβικών φύλων έχουν δημιουργήσει μία ρευστή κατάσταση στις βόρειες περιοχές του Ελλαδικού χώρου, αναγκάζοντας τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β’, να πραγματοποιήσει το 688 εκστρατεία από την Κωνσταντινούπολη έως την Θεσσαλονίκη, με σκοπό την επιβολή της τάξης και την μεταφορά 80.000 Σλάβων από την Θράκη στην Μ.Ασία (θέμα Οψικίου) για ελάττωση του πληθυσμού τους. 

Παρ’ όλα αυτά, η μετακίνηση τους δεν μπορεί να ανακοπεί και στα μέσα του 8ου αιώνα οι περισσότερες πεδινές και ημιορεινές περιοχές της Μακεδονίας, Θεσσαλίας και Ηπείρου κατακλύζονται από Σλαβικούς πληθυσμούς. Εξαίρεση αποτελούν τα νησιά, οι παράκτιες περιοχές και οι πόλεις, οι οποίες μπορούν να προστατευθούν καλύτερα από τον Βυζαντινό στρατό. Στο πέρασμά τους, οι Σλάβοι δημιουργούν σκλαβηνίες στις εκβολές του Αλιάκμονα, του Νέστου και του Στρυμόνα, στην περιοχή της Βέροιας, στην ανατολική Θεσσαλία και στην Ήπειρο.  Η εγκατάσταση τους είναι σε γενικές γραμμές ειρηνική και στις περιοχές που εποικούν συνυπάρχουν με τον γηγενή πληθυσμό. Ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία και την γεωργία, εμπορευόμενοι τα προϊόντα τους στις γειτονικές βυζαντινές πόλεις. 

Το 746, η Πελοπόννησος χτυπιέται ξανά από πανώλη, η οποία αποδεκατίζει μεγάλο μέρος του πληθυσμού και προκαλεί την ανοχή των αρχών στην παραπέρα εγκατάσταση σλαβικών φύλων (Μίληγγες, Εζερίτες), στις ημιορεινές περιοχές του Ερύμανθου, Χελμού και Ταΰγετου. Η πανώλη αναγκάζει τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Ε΄ να μετακινήσει Ελληνικούς πληθυσμούς από τα νησιά του Αιγαίου και την ηπειρωτική Ελλάδα στην Κωνσταντινούπολη, της οποίας ο πληθυσμός έχει υποστεί σημαντική μείωση. Η μετακίνηση αυτή ενισχύει την επιθετικότητα των Σλάβων και το 758 οι Σλάβοι του Στρυμόνα εξεγείρονται και επιτίθενται στην  Θεσσαλονίκη, όμως το 783 υποτάσσονται από τον στρατηγό Σταυράκιο και το 792 τουλάχιστον 100 χιλ Σλάβοι μεταφέρονται απο τις ευρωπαϊκές επαρχίες της αυτοκρατορίας στην Βυθινία. Στις αρχές του 9ου αιώνα, οι Σλάβοι της Πελοποννήσου εξεγείρονται και προσπαθούν να εγκαθιδρύσουν κυριαρχία στην Πελοπόννησο. Το 805 πολιορκούν την Πάτρα, συνεπικουρούμενοι από τους Άραβες της Βορείου Αφρικής, αλλά αποκρούονται και η εξέγερση τους καταστέλλεται από τον αυτοκράτορα Νικηφόρο τον Α’. Οι στασιαστές παραδίδονται ως σκλάβοι στην εκκλησία και ο Νικηφόρος μεταφέρει κατοίκους από την νότιο Ιταλία και την Μ. Ασία στην Πελοπόννησο για ενίσχυση του πληθυσμού της.

Η προσπάθεια Σλαβικής κυριαρχίας στον Ελλαδικό χώρο τελειώνει μετά από δυο αιώνες αστάθειας, εξεγέρσεων και επιδρομών και η Βυζαντινή διοίκηση ξεκινά τον εκχριστιανισμό και την ενσωμάτωση τους. Οι σκλαβηνίες διαλύονται και  απορροφούνται από τις διοικητικές δομές της αυτοκρατορίας («θέματα») και οι Σλαβικοί πληθυσμοί αφομοιώνονται  σταδιακά έως τον 10ο αιώνα. Παρ’ όλα αυτά, σλαβικοί θύλακες διατηρούν την ταυτότητα τους έως την Φραγκοκρατία (13ος αιώνας) κυρίως στα ορεινά της Πελοποννήσου (Μήλιγγες, Εζερίτες) και της Πίνδου,  αντιδρώντας περιοδικά σε οικονομικά μέτρα της βυζαντινής διοίκησης.

Η Σλαβική εισβολή και εγκατάσταση στον Ελλαδικό χώρο απασχόλησε αρκετά την επιστημονική κοινότητα, κυρίως λόγω της εμμονής του Αυστριακού ιστορικού Jacob Fallmerayer , ο οποίος στα μέσα του 18ου αιώνα διατύπωσε την υπόθεση ότι οι ο Σλαβικός εποικισμός ήταν καθολικός, εξαφανίζοντας τους Έλληνες από την Βαλκανική χερσόνησο. Η θεωρία της «ελληνικής φυλετικής ασυνέχειας» που διατύπωσε, καταρρίφτηκε από αρκετούς σημαντικούς ιστορικούς (Karl Hopf, Κ.Παπαρηγόπουλος, Ν. Σβορώνος κλπ) οι οποίοι απέδειξαν ότι βασίσθηκε σε επιλεκτικές πηγές (χρονικό της Μονεμβασιάς) και παρερμηνείες Βυζαντινών πηγών, όπως του αυτοκράτορα Κων/νου Ποργυρογέννητου (905-959), ο οποίος δύο αιώνες αργότερα γράφει «εσλαβώθη δε πάσα η χώρα και γέγονε βάρβαρος» (περί των Θεμάτων).

Η κάθοδος των Σλάβων στην Βαλκανική χερσόνησο αλλοίωσε φυλετικά τους πληθυσμούς των βόρειων επαρχιών της αυτοκρατορίας (Μοισία, Δαλματία) οι οποίες σταδιακά αποσχίσθηκαν δημιουργώντας Σλαβικά κράτη (Σερβία, Βουλγαρία, Κροατία). Αντίθετα, η εισβολή σλαβικών πληθυσμών στο Ελλαδικό χώρο είχε μικρότερη ένταση και δεν αλλοίωσε σημαντικά τον μέχρι τότε αμιγή Ελληνικό πληθυσμό. Μεγάλο μέρος των εισβολέων επέστρεψε στις σλαβοκρατούμενες βόρειες επαρχίες ενώ οι Σλαβικοί πληθυσμοί που εγκαταστάθηκαν εδώ εξελληνίσθηκαν και αφομοιώθηκαν πλήρως από τον πολυπληθέστερο ελληνικό πληθυσμό. Σε κάθε περίπτωση, ο γηγενής Ελληνικός πληθυσμός του Ελλαδικού χώρου ξεπερνούσε τα 4 εκατ πρίν την κάθοδο των Σλάβων, από τους οποίους, μετά τις εκτοπίσεις, δεν πρέπει να παρέμειναν εδώ πάνω από 300 χιλ άτομα.  Ανάμνηση του εποικισμού τους παραμένουν κάποια σλαβικά τοπωνύμια, κυρίως σε ορεινές περιοχές της Πελοποννήσου και κάποιες λέξεις της καθημερινής αγροτικής ζωής. 

Την περίοδο της Σλαβικής εισβολής στην Βαλκανική (6ος - 8ος αιώνας), μία άλλη απειλή αναπτύσεται στην άλλη άκρη της αυτοκρατορίας, οι Άραβες. Το νέο πολιτικοθρησκευτικό κίνημα του Μωάμεθ διαμορφώνει νέες συνθήκες στην Μέση Ανατολή και την Αφρική που θα επηρεάσουν την Βυζαντινή αυτοκρατορία και τους Ελληνικούς πληθυσμούς που κατοικούν στις περιοχές αυτές. Μετά τον θάνατο του Μωάμεθ (632), ο δεύτερος χαλίφης, Ομάρ ξεκίνησε την επέκταση του Αραβικού χαλιφάτου εισβάλοντας στο Βυζάντιο. Το 635 , οι Αραβες καταλαμβάνουν την Δαμασκό και έως το 637 όλη την Συρία. Το 638 παραδίδεται η Ιερουσαλήμ, λαμβάνοντας εγγυήσεις για τους Χριστιανούς της περιοχής. Στην συνέχεια, οι Άραβες στρέφονται προς τα δυτικά και το 641 καταλαμβάνουν την Αλεξάνδρεια. Έως το 650, οι Άραβες είχαν αποσπάσει από την Βυζαντινή αυτοκρατορία , την Συρία, την Μεσοποταμία, την Παλαιστίνη, την Αίγυπτο  και μεγάλο μέρος των επαρχιών της Β. Αφρικής.

Η επαφή τους με την Μεσόγειο, δημιούργησε την ανάγκη απόκτησης στόλου, ο οποίος κατασκευάζεται και επανδρώνεται από ντόπιους Έλληνο-Σύριους οι οποίοι ήταν ειδικοί στην ναυσιπλοΐα. Με τον στόλο αυτό, οι Άραβες αρχίζουν επιδρομές στον ελλαδικό χώρο και καταλαμβάνουν το 652 την Κύπρο ενω το 653 λεηλατούν την Κρήτη, Κώ και Ρόδο, την οποίαν καταλαμβάνουν το 654 καταστρέφοντας τον Κολοσσό της Ρόδου. Το 673, ο Αραβικός στόλος διασχίζει το Αιγαίο και τον Ελλήσποντο και πολιορκεί την Κωνσταντινούπολη, κάθε καλοκαίρι από το 673 έως το 677. Το υγρό ή ελληνικό πυρ σώσει την πρωτεύουσα. Έως το τέλος του 7ου αιώνα οι Άραβες έχουν κατακτήσει όλη την Βόρεια Αφρική και την Ισπανία.

Στις αρχές του 8ου αιώνα, οι Άραβες επιχειρούν την δεύτερη πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, εκμεταλλευόμενοι εσωτερικές διαμάχες των Βυζαντινών. Το 716 εισβάλλουν στην Μικρά Ασία, όπου και διαχειμάζουν και το καλοκαίρι το 717 διασχίζουν τον Ελλήσποντο και καταλαμβάνουν την Θράκη. Η Κωνσταντινούπολη πολιορκείται από ξηράς και θαλάσσης, όμως ο Αραβικός στόλος εξουδετερώνεται από τους Βυζαντινούς χρησιμοποιώντας το υγρό πυρ. Ο βαρύς χειμώνας που ακολούθησε δημιούργησε περισσότερα προβλήματα (λιμός, ασθένειες) στους πολιορκητές από όσα στους πολιορκημένους που οδήγησαν την άνοιξη του 718 σε ολοσχερή καταστροφή του Αραβικού στόλου από το Βυζαντινό ναυτικό, παρά την ενίσχυση των Αράβων με νέο στόλο. Η πολιορκία λύθηκε στις 15 Αυγούστου 718 και οι Άραβες αποσύρθηκαν από την Μικρά Ασία, διατηρώντας τα εδάφη νοτιότερα της Αντιόχειας. Ακολούθησε μία μικρή περίοδος Αραβικών επιδρομών στην Καππαδοκία έως το 740, όπου οι Βυζαντινοί συνέτριψαν τους Άραβες στην μάχη του Ακρωϊνού (σημερινό Αφιόν Καραχισάρ) και έθεσαν οριστικό τέλος στις βλέψεις των Αράβων στην Βυζαντινή επικράτεια. Η επιτυχής άμυνα των Βυζαντινών ανέκοψε την Αραβική επέκταση στην Δύση μέσω του Βυζαντίου, και παράλληλα  με την νίκη των Φράγκων στην μάχη του Πουατιέ (732) αποσόβησαν την κατάκτηση της Ευρώπης από τους Άραβες.
 
Στίς αρχές του 9ου αιώνα, η Κρήτη δέχεται επίθεση από Άραβες, προερχόμενους από την Κόρδοβα της Ισπανίας, οι οποίοι στασίασαν και μετακινήθηκαν στην Αλεξάνδρεια. Από εκεί, το 823 περίπου 15.000 Άραβες Σαρακηνοί, καταγόμενοι από την Βερβερία (Βόρειο Αφρική) καταλαμβάνουν την περιοχή του σημερινού Ηρακλείου. Ιδρύουν τον Χάνδακα (αραβικά = χαντάκι) τον οποίον οχυρώνουν με τείχη και μεγάλη τάφρο και ξεκινούν μαζικούς εξισλαμισμούς και στρατολόγηση νέων στον στρατό τους. Παράλληλα, προσελκύουν ομόφυλους τους και  έως το 828 ολοκληρώνουν την κατάκτηση της Κρήτης, υποδεχόμενοι επιπλέον 40.000 Άραβες μετανάστες στο νησί. Παρ’ όλο που ο πληθυσμός του νησιού αλλοιώθηκε και η θρησκεία του άλλαξε, η κυριαρχία των Αράβων δεν υπήρξε πλήρης στο νησί και αρκετές ορεινές περιοχές (Σφακιά, Γόρτυνη, Κυδωνία κλπ) απέφυγαν τον εξισλαμισμό και την εγκατάσταση Αράβων. Οι Βυζαντινοί αντιδρούν άμεσα και προσπαθούν να ανακαταλάβουν την Κρήτη αντιλαμβανόμενοι την γεωστρατηγική σημασία του νησιού. Σε διαδοχικές εκστρατείες οι στρατηγοί Φωτεινός (825), Κρατερός (826) και Νικήτας Ωορύφας (828) αποτυγχάνουν να ανακαταλάβουν το νησί. Η προσπάθεια επαναλαμβάνεται το 843 από τον στρατηγό Θεόκτιστο και το 866 από τον Βάρδα και πάλι χωρίς αποτέλεσμα.
  
Ταυτόχρονα, οι Άραβες επιτίθενται και στην Σικελία, στην οποία εισβάλλουν το 827 προσκεκλημένοι του έπαρχου Ευφήμιου, ο οποίος στασίασε εναντίον του αυτοκράτορα Μιχαήλ Β’. Ο Ευφήμιος σκοτώνεται από πιστούς στον αυτοκράτορα και οι Άραβες επεκτείνουν την κυριαρχία τους σε όλη την Σικελία. Στο Βυζάντιο απομένει η Νότιος Ιταλία, όπου το Ελληνικό στοιχείο πυκνώνει από τους Σικελιώτες Έλληνες που εγκατέλειψαν την Σικελία.

Στις αρχές του 10ου αιώνα, οι Άραβες ισχυροποιούν την θέση τους στην Κρήτη και ονομάζουν την κτήση τους εμιράτο της Κρήτης, απ’ όπου ξεκινούν επιδρομές στην Πελοπόννησο και την Στερεά Ελλάδα. Το 904, υπό την αρχηγία του Έλληνα εξωμότη Λέοντα Τριπολίτη (Ρασίκ αλ Βαρντάμι)  επιχειρούν και επιτυγχάνουν την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, την οποία λεηλατούν. Οι Βυζαντινοί οργανώνουν και πάλι εκστρατεία εναντίον τους, το 911 υπό τον στρατηγό Ίμερο και το 956 υπό τον Κων/νο Γόγγυλο, αλλά πάλι αποτυγχάνουν. Άραβες περιηγητές αναφέρουν ότι ο πληθυσμός της Κρήτης στα μέσα του 10ου αιώνα είχε πλήρως εξισλαμισθεί, ενώ αντίθετα Λατίνοι έμποροι περιγράφουν ότι οι μουσουλμάνοι (Άραβες και εξισλαμισμένοι) κυριαρχούν στον Χάνδακα και τις πεδινές περιοχές, όμως υπάρχουν ακόμα χριστιανικές κοιτίδες στα ορεινά και ημιορεινά.

 Η Αραβική κατοχή της Κρήτης συνεχίζει να ενοχλεί τους Βυζαντινούς. Το 961, ο στρατηγός και μετέπειτα αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς οργανώνει νέα εκστρατεία εναντίον της Κρήτης με 75.000 άνδρες και καταφέρνει να καταλάβει τον Χάνδακα. Η πόλη γκρεμίζεται εκ θεμελίων και κτίζεται ξανά με το όνομα Τέμενος. Ο Φωκάς γκρεμίζει όλα τα μουσουλμανικά τεμένη της Κρήτης και όλα τα κτίρια με αραβικά χαρακτηριστικά. Παράλληλα, σφαγιάζει αδιακρίτως τον μουσουλμανικό πληθυσμό, μη εξαιρώντας τους εξισλαμισμένους Κρήτες. Η Κρήτη επανεντάσσεται με φωτιά και τσεκούρι στον Βυζαντινό κορμό μετά από 138 χρόνια Αραβικής κατοχής. Υπολογίζεται ότι σφαγιάσθηκαν 200.000 από τις 250.000 κατοίκους  του νησιού. Οι ελάχιστοι επιζώντες μουσουλμάνοι εκχριστιανίζονται βιαίως. Η μείωση του πληθυσμού αντιμετωπίσθηκε με μετακινήσεις από όλη την αυτοκρατορία, γεγονός που άφησε το αποτύπωμά του στα ονόματα πολλών χωριών (Αρμενοχώρι, Σκλάβοι, Ρωσοχώρι κλπ). Ταυτόχρονα, η Κρήτη διαιρέθηκε σε μεγάλες ιδιοκτησίες, οι οποίες δόθηκαν στις ισχυρές οικογένειες της Κωνσταντινούπολης (Φωκάδες, Μουσούροι, Γαβαλάδες, Μελισσηνοί κλπ) με σκοπό την διασφάλιση της σταθερότητας στο νησί αλλά και την σύνδεση του με την υπόλοιπη αυτοκρατορία.

Η Αραβική εξάπλωση θα αποσπάσει απο την Βυζαντινή αυτοκρατορία την ελληνοκρατούμενη Σικελία και τις κτήσεις της στην Μέση Ανατολή και την Βόρειο Αφρική. Πολλοί απο τους  Έλληνες των περιοχών αυτών εξισλαμίζονται ενώ άλλοι μεταναστεύουν στην Βυζαντινή Νότιο Ιταλία. Η Βυζαντινή αυτοκρατορία χάνει οριστικά τις κτήσεις της στην Μέση Ανατολή και την Βόρειο Αφρική και μαζί με αυτές 10 αιώνες επιρροής του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού στις περιοχές αυτές. Ο Ελληνισμός εκεί συρικνώνεται, παραμένοντας μόνο στις μεγάλες πόλεις, όπου προσπαθεί να διατηρήσει την ταυτότητά του. Ο πληθυσμός της υπαίθρου που ουδέποτε εξελληνίσθηκε (Σύροι, Εβραίοι, Αραβες κλπ), ασπάζεται ραγδαία το Ισλάμ και διαμορφώνει Αραβική συνείδηση.  Η Βυζαντινή αυτοκρατορία χάνοντας από τους Άραβες τις περιοχές με μη ελληνικό πληθυσμό (Αίγυπτος, Β.Αφρική, Μέση Ανατολή) στρέφει την προσοχή της στην Βαλκανική χερσόνησο και την Μικρά Ασία όπου το Ελληνικό στοιχείο ήταν πιο συμπαγές και ομοιογενές.

Καθ΄όλη την διάρκεια του πρώϊμου μεσαίωνα (6ος - 10ος αιώνας), μία σημαντική αιτία μεταναστεύσεων στην Βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν οι εσωτερικές μετακινήσεις που υλοποιούταν  για την αντιμετώπιση των αιρέσεων ή των μειώσεων του πληθυσμού (επιδρομές, επιδημίες κλπ). Τον  7ο αιώνα ξεσπά στην αυτοκρατορία η κρίση της εικονομαχίας, που διαίρεσε τους κατοίκους σε Εικονομάχους και Εικονολάτρες. Εικονομάχοι ήταν κυρίως οι κάτοικοι της Μικράς Ασίας και της Μέσης Ανατολής, οι οποίοι είχαν επηρεασθεί από τις ανεικονικές πρακτικές της ιουδαϊκής και ισλαμικής θρησκείας, ενώ αντίθετα η εκκλησία και οι κάτοικοι της πρωτεύουσας και των ευρωπαϊκών εδαφών ήταν σφόδρα εικονολάτρες. Η πρώτη περίοδος της εικονομαχίας (726-787) χαρακτηρίσθηκε από την εικονομαχική στάση του αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄ η οποία προκάλεσε εξέγερση του θέματος της Ελλάδος και βίαιη καταστολή του στόλου που εστάλη στην Κωνσταντινούπολη για διαμαρτυρία (727). Ο διάδοχος και υιός του  Κωνσταντίνος Ε’ εξαπέλυσε διωγμούς και πολλοί εικονολάτρες, κληρικοί και κάτοικοι του Ελλαδικού χώρου κατέφυγαν στην εικονόφιλη Σικελία και Νότιο Ιταλία ενισχύοντας τον εκεί ελληνικό πληθυσμό. Η εικονομαχία αναζωπυρώνεται τον επόμενο αιώνα, όμως η δεύτερη περίοδος της εικονομαχίας (814-842) θα αναλωθεί σε αντιπαραθέσεις μεταξύ κράτους και εκκλησίας με καθαιρέσεις επισκόπων, συγκλήσεις συνόδων και αυτοκρατορικά διατάγματα, χωρίς όμως διωγμούς ή μετακινήσεις πληθυσμών.

Στα μέσα του 9ου αιώνα, η αυτοκρατορία καλείται να αντιμετωπίσει στην Μικρά Ασία την αίρεση των Παυλικανών που απειλεί την συνοχή του κράτους. Στο κίνημα πρωτοστατούν Αρμενικοί πληθυσμοί οι οποίοι διώκονται από την αυτοκράτειρα Θεοδώρα (843) και καταφεύγουν στην αραβοκρατούμενη επαρχία Μελιτηνή, ιδρύοντας το πριγκιπάτο της Τεφρικής. Από εκεί, συμμετείχαν στις αραβικές επιδρομές εναντίον της Βυζαντινής Μικράς Ασίας έως το 863 όπου η περιοχή ανακατελήφθη από τους Βυζαντινούς. Εκτιμάται, ότι κατά την περίοδο των διωγμών των Παυλικανών εξοντώθηκαν έως και 100.000 άτομα, ενώ τα υπολείμματα τους μεταφέρονται σταδιακά στην βορειοδυτική Μικρά Ασία και στην Θράκη. Οι τελευταίοι Παυλικανοί της Μικράς Ασίας (περίπου 50 χιλ. άτομα) μεταφέρονται επί Ιωάννη Τσιμισκή (969-976) στην Θράκη, δημιουργώντας το πρόπλασμα για την επόμενη αίρεση του Βογομιλισμού

Στα τέλη του 9ου αιώνα, οι σλαβικοί πληθυσμοί του Ελλαδικού χώρου έχουν σχεδόν ενσωματωθεί στην Βυζαντινή κοινωνία, όμως οι βόρειοι γείτονες της αυτοκρατορίας, οι Βούλγαροι αρχίζουν να επεκτείνονται. Οι Βούλγαροι, φυλή τουρκομογγολικής προέλευσης, εγκαταστάθηκε στα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας στα τέλη του 7ου αιώνα. Το 681 ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος ο Δ’ συνάπτει ειρήνη με τον χάνο Ασπαρούχ και οι Βούλγαροι (bulga = ανακατεύω) εγκαθίστανται στις όχθες του Δούναβη. Εκεί αναμειγνύονται με Θράκες και Σλάβους και σταδιακά (έως τον 10ο αιώνα) εκσλαβίζονται, επιβάλλοντας όμως την υπέρτερη στρατιωτική τους οργάνωση. Το 893, ο Συμεών ο Μέγας δημιουργεί την Πρώτη Βουλγαρική Αυτοκρατορία επεκτείνοντας τα σύνορα της σε μία περιοχή που εκτείνεται από την Αδριατική έως τον Εύξεινο Πόντο και από την Βουδαπέστη έως τα περίχωρα της Θεσσαλονίκης με πρωτεύουσα τα Σκόπια. Οι αραβικές επιθέσεις και οι διαδοχικοί θάνατοι Βυζαντινών αυτοκρατόρων δίνουν την δυνατότητα στον Συμεών να επιτεθεί στην Κωνσταντινούπολη (913) και να εισβάλει στον ελλαδικό χώρο (918-922) όπου έφτασε λεηλατώντας έως την Κόρινθο.  Έως το 925 ο Συμεών πολιορκεί την Κωνσταντινούπολη αρκετές φορές διεκδικώντας ανεπιτυχώς το Βυζαντινό στέμμα. Το 927, ο Συμεών πεθαίνει και ο διάδοχός του Πέτρος Α’ υπογράφει συνθήκη με τους Βυζαντινούς και παντρεύεται την Βυζαντινή πριγκίπισσα Μαρία.

Στα τέλη του 10ου αιώνα αναζωπυρώνεται η Βουλγαρική απειλή, όταν το 971 εξεγείρονται εναντίον του Βυζαντίου, οι γιοί του Κόμη Νικολά της Σόφιας. Οι «Κομητόπουλοι» όπως έμειναν γνωστοί στην ιστορία, εξαπολύουν επιδρομές αρχικά στην μεθόριο και στην συνέχεια στον Ελλαδικό κορμό, όπου κατέλαβαν την Λάρισα (983) την Βέροια (989) φτάνοντας έως την Πελοπόννησο (996). Οι Βυζαντινοί ανασυντάχθηκαν και μετά από νικηφόρες αντιπαραθέσεις (Σπερχειός, 996) απώθησαν τους Βούλγαρους στις περιοχές τους. Το 997, ενθρονίζεται τσάρος των Βουλγάρων ο νεότερος και τελευταίος επιζών Κομητόπουλος, Σαμουήλ ο Β’. Ο νέος τσάρος μετέφερε την πρωτεύουσα του από τα Σκόπια στην Οχρίδα και εξαπέλυσε εκστρατεία εναντίον των Σέρβων και Κροατών επεκτείνοντας προς βορά την βουλγαρική επικράτεια.

Η αντεπίθεση των Βυζαντινών ξεκινά στην αυγή της νέας χιλιετίας (1001) όπου ο Βασίλειος ο Β’ ανακαταλαμβάνει έως το 1003 το μεγαλύτερο μέρος των κατεκτημένων περιοχών και απωθεί τους Βούλγαρους στην Θράκη (μεταξύ των ποταμών Νέστου και Έβρου). Μετά από σειρά αντιπαραθέσεων και μαχών, ο Βασίλειος ο Β’ συντρίβει τους Βούλγαρους το 1014 στην μάχη στο Κλειδί διαλύοντας την Πρώτη Βουλγαρική Αυτοκρατορία, μετατρέποντας τα εδάφη της στο Θέμα της Βουλγαρίας με πρωτεύουσα τα Σκόπια. Ακολουθεί προσπάθεια αποδιοργάνωσης της Βουλγαρικής κοινωνίας και ενσωμάτωσης της στην Βυζαντινή, με συνεχείς αντιδράσεις από πλευρά τους και περιορισμένα αποτελέσματα. Η προσπάθεια δυσχεραίνεται από τις επιδρομές τουρκικών φύλων (Πετσενέγοι, Κουμάνοι, Κιπτσάκοι, Ογούζοι κλπ) οι οποίοι λεηλατούν τις Βόρειες επαρχίες της αυτοκρατορίας, ενώ κάποιοι από αυτούς εγκαθίστανται στην Μακεδονία (Βάρδαροι στις όχθες Αξιού) και στην Ροδόπη.

Στα μέσα τού 10ο αιώνα, ο βασιλιάς της Σαξωνίας Οθων Α΄ συνενώνει τα γερμανικά κρατίδια και το 951 καταλαμβάνει την Λομβαρδία. Το 962 καταλαμβάνει την Ρώμη και ιδρύει την Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, της οποίας στέφεται αυτοκράτορας από τον Πάπα. Η γερμανική εισβολή στην Ιταλική χερσόνησο απειλεί την Βυζαντινή Ιταλία. Το 975 ο Ιωάννης Τσιμισκής συνένωσε τα τρία θέματα της Ιταλίας ιδρύοντας το κατεπανάτο Ιταλίας με έδρα το Βάριον (Μπάρι). Ο Οθων, παρά το γάμο του (972) με την αδελφή του Βυζαντινού αυτοκράτορα, Θεοφανώ, εισβάλει στα βυζαντινά εδάφη της Ιταλίας με πρόσχημα της εκδίωξη των Αράβων από την Σικελία, αλλά συντρίβεται από αυτούς στην ναυμαχία του Κρότωνα (982). Η Νότιος Ιταλία παραμένει Βυζαντινή.

Στα μέσα του 11ου αιώνα, η οι Νορμανδοί εισβάλλουν στην Βυζαντινή Ιταλία. Οι Νορμανδοί (Nord man = άνθρωπος του Βορρά), φύλο γερμανικής/σκανδιναβικής προέλευσης (Βίκινγκς) μετά από αλλεπάλληλες επιδρομές στην Βόρειο Ευρώπη, εγκαταστάθηκαν στην βορειοδυτική Γαλλία. Εκεί, εκχριστιανίσθηκαν και υιοθέτησαν την ρωμανική διάλεκτο. Η πολεμική τους δεξιότητα οδήγησε το 1017 τους κατοίκους της Λομβαρδίας να τους προσλάβουν ως μισθοφόρους εναντίον των Σαρακηνών Αράβων. Όμως, η νότιος Ιταλία τους άρεσε και αποφάσισαν να την καταλάβουν για λογαριασμό τους και να εγκατασταθούν εκεί. Με την παρότρυνση του Πάπα και αρχηγό τον Ροβέρτο Γυισκάρδο εισβάλλουν στις βυζαντινές περιοχές και κυριεύουν το 1059 την Απουλία και το 1060 την Καλαβρία. Το 1068 ξεκινούν την πολιορκία του Βάριου (Μπάρι) το οποίο καταλαμβάνουν το 1071 δίνοντας τέλος στην βυζαντινή κυριαρχία στην Νότιο Ιταλία. Παράλληλα, το 1072 καταφέρνουν να καταλάβουν την Σικελία από τους Άραβες. Στην συνέχεια οι Νορμανδοί περνούν την Αδριατική και καταλαμβάνουν την Κέρκυρα και τις ακτές της Ηπείρου. Όμως, οι Ενετοί, φοβούμενοι τον αποκλεισμό τους από τους Νορμανδούς συμμαχούν με τους Βυζαντινούς και τους νικούν στην θάλασσα, αναγκάζοντας τους να υποχωρήσουν στην Ιταλία. Οι Νορμανδοί προχωρούν σε εκκλησιαστική αναδιάρθρωση και εκλατινισμό των ελληνορθόδοξων κατοίκων της Νοτίου Ιταλίας. Το έως τότε κραταιό Ελληνικό στοιχείο αρχίζει να παρακμάζει. Η εισβολή των Νορμανδών έδωσε τέλος στην Ελληνική κυριαρχία στην Νότιο Ιταλία μετά απο 20 αιώνες συνεχούς παρουσίας και ανάπτυξης.

Στα τέλη του 11ου αιώνα, ένα άλλος επικίνδυνος εισβολέας εμφανίζεται στα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας, οι Σελτζούκοι. Μέλος της ομοφυλίας των Ογούζων Τούρκων και συγγενείς με τους Ούννους και τους Αβαρους μετακινήθηκαν στις αρχές του 9ου αιώνα από την κοιτίδα τους (Αλτάϊα Όρη, νότια της λίμνης Βαϊκάλης στην σημερινή Μογγολία) προς τα δυτικά. Στις αρχές του 11ου αιώνα, το πιο δυναμικό φύλο των Ογούζων, το φύλο του Σελτζούκ εισβάλει στην Περσία και καταλύει την δυναστεία των Βουιδών. Εκεί, οι Σελτζούκοι ασπάζονται το σουνιτικό Ισλάμ και υιοθετούν τον περσικό πολιτισμό και πολλά στοιχεία της περσικής γλώσσας (φαρσί). Οι Σελτζούκοι ξεκινούν επιδρομές στα ανατολικά σύνορα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και το 1071 συντρίβουν τον Βυζαντινό στρατό στο Ματζικέρτ. Μετά την νίκη τους και εκμεταλλευόμενοι τις εμφύλιες συρράξεις των Βυζαντινών, εισέρχονται στην Μ.Ασία προελαύνοντας έως την Νίκαια και δημιουργούν μουσουλμανικό κράτος με το όνομα Σουλτανάτο του Ρούμ (η σουλτανάτο του Ικονίου) υιοθετώντας σαν έμβλημα παραλλαγή του βυζαντινού δικέφαλου αετού. Στην συνέχεια, επιτίθεται στην αυτοκρατορία των Φατιμίδων της Αιγύπτου και  καταλαμβάνουν την Συρία και το 1076 την Ιερουσαλήμ. 

Η εισβολή των Σελτζούκων απετέλεσε και την αιτία της Α’ Σταυροφορίας (1096-1099) που οδήγησε στον περιορισμό των Σελτζούκων και στην δημιουργία Λατινικών βασιλείων στην Μέση Ανατολή. Η Δυτική Μ.Ασία επιστρέφει στην Βυζαντινή αυτοκρατορία και το Σουλτανάτο περιορίζεται στην Ανατολική Μ.Ασία με πρωτεύουσα το Ικόνιο. Οι Σελτζούκοι προχωρούν σε εξισλαμισμούς των Ελλήνων και Ελληνοφώνων κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι ασπάζονται το Ισλάμ είτε από φόβο και κόπωση από τις διαρκείς επιδρομές είτε από αγανάκτηση εναντίον της Βυζαντινής εξουσίας λόγω των συνεχών εμφυλίων πολέμων και της υψηλής φορολογίας.

Στην άλλη πλευρά της αυτοκρατορίας, οι Ενετοί μονοπωλούν το εμπόριο και την ναυσιπλοΐα χάρη στα προνόμια που τους δόθηκαν για την υποστήριξη  εναντίον των Νορμανδών, επηρεάζοντας αρνητικά το Βυζαντινό εμπόριο, Όταν ο αυτοκράτορας Ιωάννης Β’ προσπάθησε να τα καταργήσει, ο ενετικός στόλος επιτέθηκε (1124) στα νησιά Ρόδο, Σάμο, Λέσβο, Κεφαλονιά καθώς και στην Τορώνη, λεηλατώντας τα και αναγκάζοντας τον αυτοκράτορα να υποχωρήσει.

Το 1147 οι Νορμανδοί επιχειρούν για δεύτερη φορά να καταλάβουν Βυζαντινά εδάφη. Με πρόσχημα την 2η σταυροφορίας (1147-49), ο Ροβήρος Β’ της Σικελίας επιτίθεται και καταλαμβάνει ξανά την Κέρκυρα. Στην συνέχεια, ξεκινάει επιδρομές στην Κορινθία και στην Βοιωτία, όπου έρχεται σε επαφή με την σηροτροφία που εξασκούταν ήδη στην περιοχή και μεταφέρει 15.000 σηροτρόφους και μεταξουργούς στο Παλέρμο, όπου αναπτύσσει την παραγωγή μεταξιού. Ο αυτοκράτορας Μανουήλ Α’ Κομνηνός αντιδρά και στέλνει στρατό όπου μετά από τρίμηνη πολιορκία ανακαταλαμβάνει την Κέρκυρα και εισβάλει στην Ιταλία. Όμως η επιθυμία του να ανασυστήσει την Βυζαντινή Ιταλία αποτυγχάνει καθώς ηττάται από τους Νορμανδούς το 1156 στο Μπρίντιζι και εγκαταλείπει την Ιταλία.
Το 1171, ο αυτοκράτορας Μανουήλ αποπειράται να απομακρύνει τους Ενετούς εμπόρους από την αυτοκρατορία, προκαλώντας την Βενετία να έρθει σε συμφωνία με τους Νορμανδούς και να λεηλατήσει την Χίο και Λέσβο ως αντίποινα. Ο  αυτοκράτορας αναδιπλώνεται (1179).

Το 1185, οι Νορμανδοί επιστρέφουν με αρχηγό τον Γουλιέλμο Β’ και καταλαμβάνουν το Δυρράχιο. Στην συνέχεια,  κατέλαβαν την Κέρκυρα, την Κεφαλονιά και την Ζάκυνθο και έπλευσαν προς την Θεσσαλονίκη, την οποίαν κατέλαβαν και λεηλάτησαν, εξοντώνοντας 7.000 από τους κατοίκους της. Μετά την άλωση της Θεσσαλονίκης, στρέφονται κατά της Κωνσταντινούπολης, προκαλώντας λεηλασίες και αναταραχές στους τοπικούς πληθυσμούς. Όμως, στην πορεία αυτή, ο στρατός τους εκφυλίσθηκε από καταχρήσεις και επιδημίες και νικήθηκε από τον στρατηγό Βρανά. Τα υπολείμματα τους υποχώρησαν στην Ιταλία, διατηρώντας όμως στην κατοχή τους την Κεφαλονιά και την Ζάκυνθο, οι οποίες χάθηκαν οριστικά για το Βυζάντιο.

Η τελευταία εισβολή των Νορμανδών αποδιοργάνωσε την κεντρική εξουσία και ενθάρρυνε τους Βούλγαρους σε εξεγέρσεις. Οι Ιβάν Ασέν και Πέτρος πρωτοστατούν και το 1185, επανιδρύουν το Βουλγαρικό κράτος (στα εδάφη της σημερινής Βουλγαρίας) με πρωτεύουσα το Τάρνοβο  θέτοντας τα θεμέλια της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας.  Το κράτος αυτό θα ακμάσει εμπορικά και πολιτιστικά και θα διατηρηθεί, χωρίς ιδιαίτερες προστριβές με την παρακμάζουσα Βυζαντινή αυτοκρατορία έως το 1396 (Οθωμανική κατάκτηση).

Η κήρυξη της Δ’ σταυροφορίας (1201-1204) έδωσε την δυνατότητα στον νέο δόγη της Βενετίας, Ερρίκο Δάνδολο (1192-1205) να υλοποιήσει τα σχέδια του για κυριαρχία στην Ανατολική Μεσόγειο και έλεγχο των εμπορικών δρόμων προς την Ανατολή. Το 1204, οι σταυροφόροι επιτίθενται και λεηλατούν την Κωνσταντινούπολη διαμελίζοντας την Βυζαντινή αυτοκρατορία σε λατινικά και ελληνικά βασίλεια. Η Φραγκοκρατία (ή Λατινοκρατία) δεν ήταν ούτε καθολική ούτε ίδιας διάρκειας για όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας. Το μεγαλύτερο μέρος της Μ.Ασίας παραμένει υπό βυζαντινό έλεγχο (αυτοκρατορία της Νίκαιας) και αμέσως ξεκινάει η προσπάθεια ανακατάληψης των κατεκτημένων εδαφών. Έως το 1224 οι Λατίνοι έχουν εκδιωχθεί από την Μ.Ασία και έως το 1261 έχει απελευθερωθεί η Μακεδονία, Θράκη και η Κωνσταντινούπολη και ο Μιχαήλ Παλαιολόγος επανιδρύει την Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Ο Πόντος παραμένει επίσης υπό βυζαντινό έλεγχο (Κομνηνοί) δημιουργώντας της αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, η οποία θα παραμείνει ανεξάρτητη έως την κατάληψη της από τους Οθωμανούς το 1461. Η Ήπειρος και η Αιτωλοακαρνανία δεν περιήλθαν επίσης υπό λατινικό έλεγχο δημιουργώντας το δεσποτάτο της Ηπείρου, το οποίο παρέμεινε υπό βυζαντινό έλεγχο έως το 1318, όπου πέρασε στον έλεγχο Σέρβων και Ιταλών έως την οριστική κατάληψη τους από τους Οθωμανούς το 1479. 

Οι περιοχές που παρέμειναν υπό λατινικό έλεγχο έως την Οθωμανική κατάκτηση ήταν η Αττικοβοιωτία (Δουκάτο των Αθηνών έως το 1456), η Εύβοια (Negreponte έως το 1470), η Αχαΐα (Πριγκιπάτο της Αχαΐας έως το 1430), η Κρήτη έως το 1669, τα νησιά του Αιγαίου έως το 1566 ενώ υπήρξαν και περιοχές (Ιόνια νησιά, Δωδεκάνησα) οι οποίες δεν κατακτήθηκαν ποτέ από τους Οθωμανούς και παρέμειναν υπό Λατινική κυριαρχία έως την ένταξη τους στο νέο Ελληνικό κράτος.
Κατά την περίοδο αυτή, ο Ελλαδικός χώρος χαρακτηρίζεται από ποικιλία δυτικών επικυρίαρχων : Φράγκοι (Βουργουνδοί), Φλαμανδοί, Γενουάτες, Ενετοί, Καταλανοί, Λομβαρδοί, Φλωρεντινοί  και διάφορα τάγματα ιπποτών (Ναϊτες, Ιωαννίτες κλπ) με κοινό χαρακτηριστικό την θρησκεία (Καθολικοί) αλλά και τα φεουδαλικά πρότυπα εγκαθίστανται στις λατινοκρατούμενες περιοχές ως επικυρίαρχοι επηρεάζοντας την γλώσσα, τις τέχνες και την οικονομία. Κυρίως όμως επιδρούν στην αφύπνιση της ελληνικής εθνικής συνείδησης η οποία ήταν δυσδιάκριτη στην θεοκρατούμενη βυζαντινή αυτοκρατορία. Οι μετακινήσεις Λατινικών πληθυσμών στις λατινοκρατούμενες περιοχές δεν ήταν σημαντικές και περιορίσθηκαν σε στρατιωτικά τμήματα επιφορτισμένα με την διατήρηση της κυριαρχίας τους. Παρ' όλα αυτά κάποιοι Λατίνοι στρατιωτικοί παρέμειναν, εξελληνιζόμενοι σταδιακά, κυρίως στην Αττική, την Αχαϊα και τα νησιά του Αιγαίου. 

Τον 13ο αιώνα, το σουλτανάτο του Ρούμ αρχίζει να παρακμάζει και διασπάται από την επέλαση των Μογγόλων, σε πολλά μικρά αυτόνομα μουσουλμανικά κρατίδια τα οποία παλεύουν για την επιβίωση τους. Το 1299, ο φύλαρχος ενός από αυτά, ο Οσμάν, κηρύττει την πλήρη ανεξαρτησία του από τον Σουλτάνο του Ρούμ και γίνεται ο γενάρχης των Οθωμανών. Οι Οθωμανοί, πιεζόμενοι από τους Μογγόλους και εκμεταλλευόμενοι την αδράνεια της Βυζαντινής διοίκησης, κινούνται δυτικά κατακτώντας σταδιακά πόλεις (Νίκαια, Νικομήδεια κλπ). Η διάλυση του Βυζαντινού κράτους ήταν τόσο μεγάλη στην Μικρά Ασία, που όταν ο Μιχαήλ Παλαιολόγος ταξίδεψε στις ανατολικές επαρχίες, μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους (1261), την βρήκε σχεδόν ακατοίκητη και κατεστραμμένη από τις επιδρομές των τούρκικων φύλων.

Οι Οθωμανοί ενοποιούν τα μουσουλμανικά κρατίδια και διαμορφώνουν κρατική οντότητα μιμούμενοι την Βυζαντινή διοίκηση. Το 1326 κατακτούν την Προύσα και το 1354 περνούν σε ευρωπαϊκό έδαφος κατακτώντας την Καλλίπολη, μετά από πρόσκληση του «ισχυρού» Ιωάννη Κατακουζηνού ο οποίος σφετερίζεται τον θρόνο του αυτοκράτορα Ιωάννη Ε’ Παπαιολόγου. Το 1361 κατακτούν την Αδριανούπολη και την ονομάζουν πρωτεύουσα τους.

Την ίδια περίοδο (μέσα 14ου αιώνα), ο Στέφανος Δουσάν γίνεται βασιλιάς των Σέρβων (1331) και ξεκινά επεκτατικούς πολέμους εναντίον του Βυζαντίου και της Βουλγαρίας. Έως το 1354 έχει κατακτήσει την Μακεδονία (εκτός της Θεσσαλονίκης), Αλβανία, Ήπειρο, Θεσσαλία και δυτική στερεά Ελλάδα, ανακηρυσσόμενος «αυτοκράτορας των Ρωμαίων, Σέρβων και Αλβανών». Απώτερος στόχος του Δουσάν ήταν η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης και η δημιουργία χριστιανικής αυτοκρατορίας συνεχιστή της Βυζαντινής. Όμως, μετά τον θάνατο του Δουσάν (1355) οι επίγονοι του δεν μπόρεσαν να διατηρήσουν τις κατακτήσεις του,  οι οποίες διασπάσθηκαν  σε μικρές ηγεμονίες που σταδιακά κατακτήθηκαν από τους επερχόμενους Οθωμανούς. Ο αδελφός του, Συμεών Ούρεσης μετακινεί Βλάχους απο την Τρανσυλβανία στην Θεσσαλία και ιδρύει την βραχόβεια Μεγάλη Βλαχία. Το όνειρο του Δουσάν έσβησε  1389 όταν οι Οθωμανοί νίκησαν στην μάχη του Κοσσυφοπεδίου τους συνασπισμένους βαλκανικούς σλαβικούς λαούς και επέκτειναν την κυριαρχία τους έως τα όρια της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας.

Η ολοκληρωτική κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ανεστάλη στις αρχές του 15ου αιώνα, όταν οι Μογγόλοι ξεκίνησαν επιδρομές προς τα δυτικά. Οι Οθωμανοί κατατροπώθηκαν το 1401 στην μάχη της Άγκυρας και οι Μογγόλοι έφτασαν έως την Σμύρνη, αλλά αποχώρησαν από τα Οθωμανικά εδάφη για να επιτεθούν στην Κίνα.
  
Ο κατακερματισμός της Βυζαντινής αυτοκρατορίας σε συνδυασμό με την λειψανδρία που δημιουργήθηκε σε κάποιες περιοχές, έδωσαν την δυνατότητα σε μετακινήσεις στο εσωτερικό της πρώην αυτοκρατορίας. Από τα μέσα του 14ου αιώνα, Αλβανικά φύλα μετακινούνται στην Θεσσαλία για να καλύψουν τα κενά στις αγροτικές περιοχές. Οι Αλβανοί εμφανίζονται για πρώτη φορά στην ιστοριογραφία, το 1043, όπου κατά τον Μιχαήλ Ατταλειάτη συνέδραμαν τον στρατηγό Γεώργιο Μανιάκη στην στάση του εναντίον του αυτοκράτορα, ενώ αναφέρονται ως Αρβανοί και στην «Αλεξιάδα» της Άννας Κομνηνούς (1148). Η κάθοδός τους ξεκινά το 1325 από το όρος Αρβανον (ή αλβανον= λευκό) και σε διάστημα 30 ετών, τουλάχιστον 10.000 άτομα εγκαταστάθηκαν στην κοιλάδα του Σπερχειού. Το 1382 ζητούν και παίρνουν άδεια να εγκατασταθούν στο (Καταλανικό) Δουκάτο των Αθηνών ως στρατιώτες. Η οθωμανική κατάληψη της Θεσσαλίας (1393) αναγκάζει περίπου 10.000 Αλβανούς να μετακινηθούν προς Νότο και το 1404-05 περνούν τον ισθμό της Κορίνθου και εγκαθίσταται στο Δεσποτάτο του Μυστρά. Η έκρηξη του «Μαύρου Θανάτου» (πανώλη) το 1347-49 δημιουργεί δημογραφική κρίση και ευνοεί την μετεγκατάσταση των Αλβανών στα πεδινά, τα οποία επλήγησαν περισσότερο από την αρρώστια. Στο δεσποτάτο της Ηπείρου, η αλβανική παρουσία είναι έντονη και σταδιακά εντάσσονται στον στρατό και στην αριστοκρατία του Δεσποτάτου. Οι Αλβανοί που μετακινήθηκαν στον Ελλαδικό χώρο, διατήρησαν την ελληνορθόδοξη θρησκεία τους και πολλοί αφομοιώθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό. Εκτιμάται, ότι πάνω από 100.000 Αλβανοί εγκαταστάθηκαν στον Ελλαδικό χώρο από το 1325 έως το 1418, άλλοι ως μισθοφόροι στρατιώτες και άλλοι ως νομάδες-κτηνοτρόφοι, τους οποίους η διαρκής αναζήτηση βοσκοτόπων οδήγησε στην δημιουργία πολλών μικρών χωριών διάσπαρτων στον Ελλαδικό χώρο.
 
Το 1425 οι Ενετοί προσελκύουν Αλβανούς στην Εύβοια (Negreponte) η οποία παρουσίαζε δημογραφική πτώση, οριοθετώντας τους στην περιοχή της Καρυστίας ώστε να λειτουργούν ως μεθοριακοί φρουροί. Οι Ενετοί προσκαλούν Αλβανούς και στις υπόλοιπες ενετοκρατούμενες περιοχές και έως το 1470 έχουν εγκατασταθεί 15.000 Αλβανοί στην Λευκάδα και 10.000 στην Ζάκυνθο. Η κατάληψη της Αλβανίας από τους Οθωμανούς (1431) αναγκάζει πολλούς Αλβανούς να μεταναστεύσουν προς  την Πελοπόννησο και την Νότιο Ιταλία, για να αποφύγουν τον εξισλαμισμό. Στα μέσα του 15ου αιώνα, οι Αλβανοί της Πελοποννήσου υπολογίζονται σε 30.000 ίσοι περίπου σε πληθυσμό με τους Έλληνες.
 
Στα μέσα του 15ου αιώνα, ολοκληρώνεται η κατάκτηση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας από τους Οθωμανούς με την Άλωση της Πόλης (1453). Η χιλιόχρονη αυτοκρατορία καταλύεται και οι χριστιανοί Ρωμαίοι κάτοικοί της γίνονται υποτελείς ενός λαού με πρωτόγονο πολιτισμό, ασαφή ταυτότητα και αδυναμία διοίκησης. Τα τουρκικά φύλα (Σελτζούκοι, Οθωμανοί) στην πορεία τους προς την δύση, κατέλυσαν αρχικά την πανάρχαια Περσική αυτοκρατορία και το χαλιφάτο της Βαγδάτης και στην συνέχεια την Βυζαντινή αυτοκρατορία, υιοθετώντας στοιχεία των υψηλότερων πολιτισμών τους και του τρόπου διακυβέρνησης που ακολουθούσαν. Σημαντικό χαρακτηριστικό της Οθωμανικής ανάπτυξης ήταν η έντονη ενσωμάτωση τοπικών πληθυσμών (Έλληνες, Αρμένιοι, Πέρσες κλπ) μέσω της διαδικασίας του εξισλαμισμού, σε τέτοιο βαθμό που διαφοροποίησε τα φυλετικά χαρακτηριστικά του πληθυσμού τους. Οι σύγχρονοι Τούρκοι προσομοιάζουν περισσότερο στους λαούς που κατέκτησαν παρά στους προγόνους τους, καθώς λίγες χιλιάδες τουρκομογγολικής προέλευσης Σελτζούκοι και Οθωμανοί κυριάρχησαν σε μία περιοχή (Μ.Ασία, Βαλκάνια, Μέση Ανατολή) με πληθυσμό τουλάχιστον 25 εκατ ανθρώπων.

Η Οθωμανική αυτοκρατορία συγκροτήθηκε μιμούμενοι τον Βυζαντινό τρόπο διοίκησης, εμπλουτισμένο με την Περσική παράδοση και τις αρχές του Ισλάμ. Οι Οθωμανοί, κατά βάση πολεμική ομάδα κυριάρχησαν σε ετερόκλητους λαούς στηριζόμενοι στην στρατιωτική δύναμη. Θετικό χαρακτηριστικό της Οθωμανικής διοίκησης ήταν η ανεκτικότητα προς τους μη μουσουλμάνους (σύστημα των μιλλέτ) που βοήθησε στην διατήρηση της αυτοτέλειας των χριστιανών και λειτούργησε σαν συνέχεια του ομογενοποιημένου χριστιανού ρωμαίου πολίτη της Βυζαντινής περιόδου. Η γαιοκτησία περνάει στον σουλτάνο, ως εκπρόσωπο του Θεού, και η νέα αυτοκρατορία εφαρμόζει το τιμαριακό σύστημα, δηλαδή την παραχώρηση της χρήσης της γης σε αξιωματούχους και στρατιώτες έναντι τιμήματος προς την διοίκηση. Η αλλαγή αυτή στερεί την γη από τους υπόδουλους πληθυσμούς, οι οποίοι είτε παραμένουν ως δουλοπάροικοι είτε μετακινούνται στις πόλεις δραστηριοποιούμενοι στο εμπόριο, στις τέχνες και στην βιοτεχνία.

Το τέλος του μεσαίωνα βρίσκει τον Ελληνισμό καθημαγμένο και  διαιρεμένο κάτω από διαφορετικούς επικυρίαρχους. Στην βαλκανική χερσόνησο και την Μικρά Ασία, οι Έλληνες προσπαθούν να προσαρμοσθούν στην Οθωμανική κατοχή, ενώ δεν είναι λίγοι αυτοί που ενδίδουν στον εξισλαμισμό προσδοκώντας μία καλύτερη ζωή. Η προσαρμοστικότητα του Έλληνα, οδηγεί πολλούς σε μία νέα ταυτότητα, αυτή του Οθωμανού. Πολλοί από τους απόγονους των Ελλήνων που έγιναν χριστιανοί Ρωμαίοι, μετατρέπονται τώρα σε Οθωμανούς μουσουλμάνους. Στις Ενετοκρατούμενες περιοχές (Κρήτη, Κυκλάδες, Ιόνια νησιά, Δωδεκάνησα) ο Ελληνισμός διατηρείται σε μεγάλο βαθμό, με μικρούς επηρεασμούς στην γλώσσα και στον πολιτισμό, καθώς οι μετακινήσεις Ενετών στις κυριαρχούμενες περιοχές είναι περιορισμένες. Αντίθετα, στην Ιταλική χερσόνησο, ο κυρίαρχος Ελληνισμός του νότου, σταδιακά εκλατινίζεται κάτω από την Νορμανδική κατοχή, διατηρώντας ήθη και έθιμα και σε κάποιες περιοχές (Απουλία, Καλαβρία) την Ελληνική γλώσσα (γκρεκάνικα).  Στην Μέση Ανατολή και την Βόρειο Αφρική, οι εναπομείναντες Έλληνες, κυρίως στις μεγάλες πόλεις (Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια κλπ), προσαρμοσμένοι στην Αραβική κυριαρχία, βιώνουν μαζί με αρκετούς λαούς που επηρεάσθηκαν από τον Ελληνισμό (Σύρους, Κόπτες στην Αίγυπτο κλπ) την Οθωμανική κατοχή.

Η Άλωση της Πόλης που σηματοδότησε την αρχή της Οθωμανικής κατοχής, προκάλεσε σοκ στους Έλληνες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας καθώς έως τότε πίστευαν ότι η θεόσταλτη αυτοκρατορία τους δεν θα κατέρρεε ποτέ. Πολλοί την συνέδεσαν με το τέλος του κόσμου και οι περισσότεροι δέχθηκαν την μοίρα τους. Η Οθωμανική κυριαρχία οδήγησε αρκετούς Έλληνες, ιδίως τους πλούσιους αριστοκράτες και τους διανοούμενος στην μετανάστευση κυρίως στην Ιταλία, αλλά και στην Αυστρία και Ρωσία. Με τον τρόπο αυτό, οι Έλληνες μετέφεραν στην Δύση τον Ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, την γνώση και την κοσμοθεωρία τους πυροδοτώντας την Αναγέννηση που ακολούθησε. 

Οι Έλληνες παρά τις προγενέστερες μετακινήσεις Σλάβων, Βλάχων και Αλβανών, παρέμειναν η κυρίαρχη φυλετική ομάδα στον Ελλαδικό χώρο και στα παράλια του Πόντου και της Μικράς Ασίας. Στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας οι εξισλαμισμοί τροφοδοτούν με νέο αίμα το μουσουλανικό στοιχείο μειώνοντας τους Ελληνικούς πληθυσμούς, καθώς οι εξισλαμισθέντες εντάσσονται στην ομάδα των κατακτητών. Αντίθετα στον Ελλαδικό χώρο, η αφομοιωτική δύναμη του Ελληνισμού έχει εμπλουτίσει τους τοπικούς πληθυσμούς με νέους κατοίκους (Αλβανοί, Βλάχοι, Λατίνοι), οι οποίοι, ως Έλληνες πλέον, θα παίξουν  σημαντικό ρόλο στην παλιγεννεσία που θα ακολουθήσει λίγους αιώνες μετά.