Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ετυμολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ετυμολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

ονόματα των Χριστουγεννιάτικων γλυκισμάτων

Μελομακάρονα
Το γλύκισμα αλλά και το όνομα έχουν καταγωγή από την αρχαία Ελλάδα, όπου υπήρχε η συνήθεια των «μειλίχιων προσφορών» δηλαδή προσφορών μικρών στρογγυλών πιτών (πλακούντες) περιχυμένων με μέλι για να εξευμενίσουν τους καταχθόνιους θεούς και δαίμονες. Με την επικράτηση του χριστιανισμού, οι μειλίχιες προσφορές αντικαταστάθηκαν από τις  «μακαρίες» ή ψυχόπιτες, οι οποίες ήταν μικρά ψωμάκια στο σχήμα του μελομακάρονου που προσφερόταν μετα τις κηδείες, όταν μακάριζαν τον νεκρό. Στην Μικρά Ασία, η μακαρία κάποτε περιλούσθηκε με μέλι και μετατράπηκε σε μέλι + μακαρία = μελομακάρονο. 

Από την λέξη μακαρία προήλθε και η λέξη μακαρόνι για τα ζυμαρικά, όταν τον μεσαίωνα άρχισαν να προσφέρουν ζυμαρικά μετα τίς κηδείες, αντί για μικρά ψωμάκια, τα οποία ονόμαζαν «μακαρωνία». Από την λέξη μακαρωνία προήλθε η λέξη maccarone που οι Λατίνοι χρησιμοποιούσαν για τα ζυμαρικά καθώς και η λέξη macarron που χρησιμοποιούν οι Γάλλοι για το μακρόστενο αμυγδαλωτό μπισκότο (μακαρόν).

Φοινίκια
Ετσι ονομαζόταν τα μελομακάρονα στην Σμύρνη και η διαφορά τους είναι ότι τα φοινίκια δεν περιέχουν σιμιγδάλι στη συνταγή. Η πιθανότερη προέλευση του ονόματος είναι από το φοινικί (=ερυθρίζων) χρώμα του γλυκίσματος. Μία άλλη εκδοχή θέλει το όνομα να προέρχεται από τον Φοίνικα, ιερό πτηνό του θεού Απόλλωνα, ενώ έχει αναφερθεί και η εκδοχή ότι σχετίζεται με το δένδρο Φοίνικα, ο κορμός του οποίου έχει ερυθρίζων χρώμα. Σύνδεση με την Φοινίκη (Παλαιστίνη) ή τους Φοίνικες δεν φαίνεται να υπάρχει. 

Κουραμπιές
Το γλυκό προέρχεται πιθανότατα από την Περσία και το όνομα του έχει μικτή, αραβο-λατινική προέλευση, από την σύμπτυξη της τουρκικής λέξης kuru (=ξηρό) που έχει αραβική ρίζα (qura) και της λατινογενούς λέξης biye (= μπισκότο). Το γλυκό συναντάται στην Κεντρικά Ασία και την Μέση Ανατολή με το όνομα qurabiya. Η λέξη biye προέρχεται από την λατινογενή λέξη bis-cuit (= ψημένο δυο φορές) που αποτελεί μετάφραση του ελληνικού δίπυρου και προσδιορίζει την τεχνική των δύο ψησιμάτων του άρτου που διασφάλιζε την καλύτερη διατήρηση του. Τα bis-cuit διαδόθηκαν στην Ανατολή κατά τον Μεσαίωνα από τους Ενετούς και το όνομα τους παραφράσθηκε σε biya/biye.

Δίπλες
Το γλυκό κατάγεται από την Πελοπόννησο και παρασκευάζεται από λεπτή ζύμη η οποία διπλώνεται και τηγανίζεται σε καυτό λάδι, ενώ στην συνέχεια περιχύνεται με μέλι. Οι δίπλες θεωρείται ότι συμβολίζουν τα σπάργανα του Χριστού ενω το μέλι συμβολίζει την ευζωία και την δημιουργικότητα που θέλουμε να μας φέρει το νέο έτος. 

Βασιλόπιτα
Η βασιλόπιτα είναι η πίτα της Πρωτοχρονιάς και δεν συνδέεται με συγκεκριμένη συνταγή καθώς είναι γλυκιά σε κάποιες περιοχές (με προσφυγικό πληθυσμό) και αλμυρή (κρεατόπιτα, πρασόπιτα) σε άλλες (Δυτική Μακεδονία). Η κλασική γλυκιά βασιλόπιτα παρασκευάζεται με αρκετές συνταγές, με ή χωρίς προζύμι και με προσθήκη διαφόρων ειδών μπαχαρικών. Σε κάποιες περιοχές, η βασιλόπιτα φτιάχνεται με την ίδια συνταγή που χρησιμοποιείται για το τσουρέκι (corek = τούρκικη λέξη που σημαίνει ψωμί που φτιάχνεται με ζύμη που περιέχει μαγιά) ενώ αλλού ακολουθείται συνταγή που την κάνει στεγνή (τριφτή Καππαδοκίας). Το κοινό χαρακτηριστικό όλων των βασιλόπιτων είναι ότι περιέχουν νόμισμα (φλουρί) το οποίο θα φέρει τύχη σε αυτόν που θα το βρεί στο κομμάτι του. 

Η κοπή πίτας και το μοίρασμα των κομματιών της στους παρευρισκόμενους έχει αρχαιοελληνική προέλευση και τελούταν στην γιορτή των Κρονίων (21 Μαρτίου κατά την εαρινή ισημερία) και αργότερα στα ρωμαϊκά Σατουρνάλια (23 Δεκεμβρίου). Στην χριστιανική παράδοση, η κοπή της βασιλόπιτας συνδέθηκε με τον Αγιο Βασίλειο, επίσκοπο της Καισάρειας κατά τον 4ο μ.Χ. αιώνα, από τον οποίον πήρε και το όνομά της (πίτα του Βασιλείου). Σύμφωνα με την παράδοση κάποιοι επιδρομείς εισέβαλαν στην πόλη και λήστεψαν τα χρυσαφικά των κατοίκων. Τα χρυσαφικά βρέθηκαν με ένα θαυματουργό τρόπο και ο Αγιος Βασίλειος - για να αποφύγει τυχόν προστριβές - αποφάσισε να τα επιστρέψει στους συμπολίτες του βάζοντας τα σε μικρά ψωμάκια τα οποία τους μοίρασε. 

Χριστόψωμο
Είναι το ψωμί που παρασκευάζεται για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Η διαφορά του με τα άλλα ψωμιά είναι ο περίτεχνος διάκοσμός του με σχέδια από ζυμάρι, σουσάμι αλλά και καρύδια, σύκα και σταφίδες. Τα σχέδια και τα υλικά που χρησιμοποιούνται διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή αλλά είναι κοινό στοιχείο ότι το χριστόψωμο δεν κόβεται με μαχαίρι αλλά με το χέρι.

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

τα ονόματα των βουνών της Πίνδου


Η οροσειρά της Πίνδου αποτελείται από σύμπλεγμα ορεινών όγκων που εκτείνονται από το οροπέδιο της Κορυτσάς έως τον Κορινθιακό κόλπο και αποτελούν συνέχεια των Δαλματικών (Δειναρικών) Άλπεων και του Σκάρδου της Αλβανίας. Κατά την αρχαιότητα, η οροσειρά δεν θεωρούταν ενιαία οντότητα, αλλά σύνολο αυτόνομων βουνών και οροσειρών που διαχωρίζονταν από κοιλάδες ποταμών ή χαράδρες. Το όνομα Πίνδος προσδιόριζε τον ορεινό όγκο από τον οποίον πηγάζουν οι ποταμοί Αχελώος και Πηνειός και σήμερα περικλείεται από τα όρη Λάκμος, Τύμφη και Χάσια, στην ευρύτερη περιοχή του Μετσόβου. Σταδιακά το όνομα επικράτησε να προσδιορίζει όλο την ορεινό συγκρότημα από την Κορυτσά έως τα Άγραφα. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και σήμερα υπάρχει κάποια ασάφεια για τα όρια της οροσειράς, καθώς οι περισσότεροι από τους ορεινούς όγκους που την αποτελούν διατηρούν ταυτόχρονα την οντότητά τους ως αυτοτελή βουνά.

Τα περισσότερα βουνά της Πίνδου διατήρησαν αναλλοίωτο το αρχαϊκό τους όνομα έως σήμερα, ενώ κάποια από τα βουνά  μετονομάσθηκαν και σήμερα φέρουν όνομα βλάχικης ή σλάβικης προέλευσης. Τα νέα ονόματα συναντώνται κυρίως στις βορειότερες περιοχές της Πίνδου όπου η μόνιμη εγκατάσταση πληθυσμών ήταν περιορισμένη έως την ρωμαϊκή κατάκτηση και τα αρχαία ελληνικά ονόματα είχαν μικρή διάδοση. Οι νέοι κάτοικοι της περιοχής, είτε εισβολείς έποικοι (Σλάβοι) είτε εκλατινισμένοι γηγενείς (Βλάχοι) έδωσαν τα δικά τους ονόματα στα βουνά, τα οποία διατηρούνται έως σήμερα, ενώ τα προηγούμενα ονόματα χάθηκαν στην ροή της ιστορίας.

Γράμμος
Ο Γράμμος βρίσκεται στα ελληνοαλβανικά σύνορα και αποτελεί το βορειότερο βουνό της οροσειράς της Πίνδου επί Ελληνικού εδάφους. Πιθανότατα ταυτίζεται με το όρος Βερκετήσιον, το οποίο αναφέρει ο Παυσανίας τον 2ο μ.Χ. αιώνα, στο «Ελλάδος περιήγησις». Το όνομα Γράμμος είναι μεταγενέστερο και προέρχεται (όπως και ο  ομώνυμος οικισμός) από την βλάχικη λέξη Γράμμουστα (=γραμμένη, ζωγραφισμένη ομορφιά). Η υψηλότερη κορυφή του, η Τσούκα Πέτσικ (2.520 μ) έχει επίσης βλάχικο όνομα, προερχόμενο από τις λέξεις τσούκα (=ύψωμα, βουνοκορυφή) + πέτσικ (= κύριο όνομα, πιθανώς κάποιου βοσκού της περιοχής). 

Βέρνο (ή Βίτσι)
Βρίσκεται νοτιοδυτικά του Γράμμου, στα σύνορα των Ν.Φλώρινας και Καστοριάς, Ονομάζεται και Βίτσι από το όνομα της υψηλότερης κορυφής του (2.128 μ). Το όνομα Βέρνο έχει μάλλον λατινική (ή βλάχικη) ρίζα και προέρχεται από το λήμμα vernus (= ανθηρός, γεμάτος ζωή) ή σχετίζεται με το δένδρο σημύδα που στις λατινογενείς γλώσσες ονομάζεται vern, vernon κλπ. Αντίθετα, το όνομα Βίτσι είναι σλαβικό και πιθανώς προέρχεται από την λέξη βίτσα (= βέργα).

Άσκιο
Βρίσκεται στον Ν.Κοζάνης, στην νότια πλευρά του Βέρνου του οποίου αποτελεί συνέχεια. Το όνομα είναι αρχαϊκό και πιθανώς προέρχεται από το α (στερητικό) + ίσκιο = χωρίς σκιά, λόγω της ελάχιστης βλάστησης που υπάρχει στο βουνό. Υψηλότερη κορυφή το Σινιάτσικο (2.111 μ) που προέρχεται από την Σλάβικη λέξη Σνίτσνικ (=μαραμένα αγριόχορτα).

Βόϊο
Το βουνό βρίσκεται στο νότιο τμήμα του Ν.Καστοριάς στα σύνορα με τον Ν.Κοζάνης και φαίνεται ως προέκταση του Γράμμου. Το όνομα είναι αρχαϊκό και το βουνό ήταν η αρχική κοιτίδα από την οποίαν πήραν το όνομα τους οι Βοιωτοί, οι Ευβοείς και οι Βοιές (Λακωνία). Τον μεσαίωνα και έως την απελευθέρωση από τους Τούρκους το βουνό δεν είχε ενιαίο όνομα αλλά ανάλογα με τον κλάδο του ονομαζόταν Ρουσιοτάρι (νότιο τμήμα), Γκουρούτσα (ΒΔ τμήμα) και Οντρια (ΒΑ τμήμα). Το όνομα Ρουσιοτάρι είναι σλάβικης προέλευσης και προέρχεται από τις λέξεις rosa (= δρόσος) και tarj (=χορτάρι) δηλαδή σημαίνει δροσερό χορτάρι καθώς η ετυμολογία κόκκινο χορτάρι (= rus tarj) δεν φαίνεται να ευσταθεί. To όνομα Γκουρούτσα είναι επίσης σλαβικής προέλευσης και προέρχεται από την λέξη gorica (= μικρός λόφος). Το όνομα Οντρια που επίσης αναφέρεται και ως Οδρυα, πιθανότατα σχετίζεται με την ύπαρξη πολλών δρυών (=βελανιδιών) στην περιοχή, ενώ παλαιότερα ονομαζόταν και Οντρα και Λόντρια. Μετά το 1913 το βουνό μετονομάσθηκε και από τότε φέρει το αρχαίο του όνομα. Υψηλότερη κορυφή ο Προφήτης Ηλίας (1.805 μ).

Βασιλίτσα
Βρίσκεται στον Ν.Γρεβενών στα σύνορα με τον Ν.Ιωαννίνων. Το όνομα μπορεί να προέρχεται από το φυτό βασιλικός (που σε κάποιες περιοχές της χώρας ονομάζεται και βασιλίτσα) είτε από το όνομα κάποιου Βασίλη, που πρώτος εποίκησε το βουνό με την σλαβική κατάληξη –ίτσα, που είναι  δηλωτική τοποθεσίας. Υπάρχει ακόμα η εκδοχή, το όνομα να προέρχεται από τον χαρακτηρισμό «βασίλισσα των ουρανών» που προσδίδεται στην Παναγία και στην Ανατολική Μικρά Ασία αναφέρεται ως Βασιλίτσα. Υψηλότερη κορυφή Βασιλίτσα (2.249 μ).

Χάσια
Βρίσκονται στα σύνορα των Ν. Τρικάλων με τον Ν. Γρεβενών, βορειοδυτικά των Μετεώρων. Το όνομα συναντάται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδος, ως τοπωνύμιο και πιθανότατα προέρχεται από την τούρκικη λέξη hassa (=ιδιωτικός) με την οποία ονομαζόταν περιοχές που εκχωρούταν από τον Σουλτάνο σε ιδιώτες (κυρίως αξιωματούχους) ή την επίσης τούρκικη λέξη hass (=καθαρός) επειδή η εκχώρηση τους απέδιδε (καθαρό) φόρο στον Σουλτάνο. Υψηλότερη κορυφή η Βίγλα (1.564 μ) που προέρχεται από την λατινική λέξη viglare (=παρατηρώ, παραφυλάω από ψηλά) και σημαίνει παρατηρητήριο.

Σμόλικας (ή Σμόλιγγας)
Είναι το υψηλότερο βουνό της οροσειράς της Πίνδου (2.637 μ) και το όνομα του είναι προελληνικό (Σμόλυξ- Σμόλυγγος) και σημαίνει πευκώνας. Στην αρχαιότητα ονομαζόταν επίσης Βόϊον όρος.

Λύγκος
Λίγο νοτιότερα, προς το Μέτσοβο βρίσκεται το όρος Λύγκος και πήρε πιθανότατα το όνομα του από το αιλουροειδές λύγκας (λυγξ, αγριόγατα) που μάλλον ζούσε εκεί σε μεγάλους πληθυσμούς. Στην Ελληνική Μυθολογία, με το όνομα Λύγκος είναι γνωστός ένας βασιλιάς των Σκυθών, ο οποίος μεταμορφώθηκε από την θεά Δήμητρα στο ομώνυμο αιλουροειδές. Υψηλότερη κορυφή το Αυγό (2.177 μ).

Λάκμος
Το όνομα προέρχεται από το προελληνικό (πελασγικό) Λάκμων που στην πορεία μετατράπηκε σε Λάκμος. Η εκδοχή ότι το όνομα προέρχεται από το αλβανικό λjakου δεν φαίνεται να ευσταθεί καθώς το βουνό αναφέρεται με αυτό το όνομα από τον Εκαταίο, Στράβωνα κλπ αρχαίους γεωγράφους πολλούς αιώνες πριν την εμφάνιση των Αλβανών και της γλώσσας τους. Το βουνό ονομάζεται επίσης και Περιστέρι. Υψηλότερη κορυφή η Τσουκαρέλα (2.295 μ) με βλάχικη προέλευση (τσούκα = ύψωμα, βουνοκορυφή).

Τύμφη
Το όνομα είναι προελληνικό και προέρχεται ετυμολογικά με την λέξη στύμφη (στύφω= ξεραίνομαι), λόγω της γυμνής (ξερής) βουνοκορυφής του. Από το βουνό πήρε το όνομα του και το φύλο των Τυμφαίων (κλάδος των Μολοσσών) που ζούσε στην περιοχή. Το βουνό αναφέρεται από τον Στράβωνα ως όρος της Παρωραίας ή Παραυαίας, ενώ σήμερα ονομάζεται και όρος Γκαμήλα (πιθανότατα λόγω της ομοιότητας της κορυφογραμμής του με την καμπούρα καμήλας) ή βουνά του Πάπιγκου από το ομώνυμο χωριό.
  
Αθαμανικά όρη
Πήραν το όνομά τους από το αρχαίο ελληνικό φύλο των Αθαμανών που κατοικούσε στην περιοχή. Το όνομα Τζουμέρκα είναι σλαβικό και σημαίνει ελλέβορος (Helloboros cyclophyllos : ποώδες φυτό που ευδοκιμεί στα ορεινά).

Άγραφα
Σύμφωνα με τον Μιχαήλ Ψελλό, το όνομα αποκτήθηκε τα Βυζαντινά χρόνια όταν κατά την περίοδο της εικονομαχίας, οι κάτοικοι της περιοχής αρνήθηκαν να αφαιρέσουν τις εικόνες από τους ναούς και σκότωσαν τους απεσταλμένους του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Ε’. Τότε, ο αυτοκράτορας διέγραψε την περιοχή από τους χάρτες της αυτοκρατορίας. Υπάρχει επίσης και η εκδοχή ότι η περιοχή απέκτησε το όνομα της εξαιτίας της αδυναμίας των Βυζαντινών αρχών να συλλέξουν φόρους και διέγραψαν την περιοχή από τους φορολογικούς καταλόγους.  Υψηλότερη κορυφή η Καράβα ή Σχιζοκάραβο (2.184 μ)

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

τα ονόματα των βουνών της Μακεδονίας

Τα περισσότερα βουνά της Μακεδονίας έχουν αρχαϊκά ονόματα, τα οποία παρέμειναν αναλλοίωτα στην διάρκεια των αιώνων. Κάποια από τα ονόματα σχετίζονται με την Ελληνική Μυθολογία, αντικατοπτρίζοντας τις αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων για  την θεϊκή (ανθρωπόμορφη) προέλευση των γεωγραφικών σχηματισμών (βουνά, ποτάμια, θάλασσες κλπ), ενώ μερικά έχουν πελασγική προέλευση (προ του 1900 π.Χ) και υιοθετήθηκαν από τους επερχόμενους Ινδοευρωπαίους (Αχαιούς, Αιολείς κλπ). Αντίθετα, κάποια από τα βουνά της Μακεδονίας έχουν σήμερα ονόματα με σλάβικη, βλάχικη ή τούρκικη προέλευση που επικράτησαν κατά τους τελευταίους αιώνες των προγενέστερων ελληνικών. 

Όλυμπος
Είναι το υψηλότερο βουνό της Ελλάδος και φέρει το ίδιο όνομα καθ' όλη την διάρκεια της ιστορίας. Το όνομα Όλυμπος έχει δοθεί και σε άλλα βουνά του ευρύτερου Ελλαδικού χώρου ((Κύπρος, Ιωνία, Βιθυνία κλπ) δείχνοντας ότι η ετυμολογία του πρέπει να σχετίζεται με την γεωμορφολογία βουνού. Υπάρχουν διάφορες εκδοχές για την προέλευση του ονόματος, αρκετές από τις οποίες θέλουν να προέρχεται από την ρίζα λάμπ (=λαμπερός), ενώ άλλες να σημαίνει «ουρανός». Η επικρατέστερη εκδοχή ((Μπαμπινιώτης) θεωρεί ότι το όνομα είναι πελασγικό και σημαίνει «βουνό» ή «ψηλό βουνό». Μία ασυνήθιστη ερμηνεία είναι αυτή του Μ.Φίληντα (1870-1934), ο οποίος υποστηρίζει ότι το όνομα Όλυμπος είναι σημιτικής προέλευσης και προέρχεται από τις ρίζες ulu (= ψηλό) και bas (=δύναμη) και σημαίνει «δύναμη στα ύψη» ή «θεϊκή δύναμη».

Υψηλότερη κορυφή του Ολύμπου είναι ο Μύτικας (2.917 μ) του οποίου το όνομα συναντάται σε αρκετές τοποθεσίες ή πόλεις που βρίσκονται σε παραθαλάσσιες περιοχές (Χαλκίδα, Βόνιτσα, Ελαφόνησος κλπ). Πιθανά προέρχεται από την θεά Μήτι (πρώτη σύζυγος του Δία και κόρη του Ωκεανού). Μπορεί επίσης να προέρχεται και από την λέξη μύτη (με την έννοια της αιχμής, ακίδας, άκρου) παραπέμποντας στην έκφραση «η μύτη του βουνού». Ο Μύτικας στην αρχαιότητα ήταν επίσης γνωστός και ως Πάνθεον καθώς εκεί θεωρούσαν ότι συναντώνται οι θεοί και βρίσκεται ο θρόνος του Δία. 

Πίνδος
Κατά την αρχαιότητα, η οροσειρά της Πίνδου δεν θεωρούταν ενιαία οντότητα, αλλά σύμπλεγμα αυτόνομων ορεινών όγκων. Το όνομα Πίνδος προσδιόριζε ένα μέρος της οροσειράς και πιο συγκεκριμένα την ορεινή ζώνη της περιοχής του Μετσόβου από την οποίαν πηγάζουν οι ποταμοί Αχελώος και Πηνειός. Σταδιακά το όνομα επικράτησε να προσδιορίζει όλο την ορεινό συγκρότημα από την Κορυτσά έως τα Άγραφα.

Υπάρχουν διάφορες εκδοχές για την προέλευση του ονόματος, με τις περισσότερες να υποστηρίζουν ότι είναι πελασγικής προέλευσης και προέρχεται είτε από την ρίζα πούνδ (=ατελείωτος) είτε από την ρίζα πίνδ (=ιερός, θείος). Στην δεύτερη εκδοχή συνηγορεί το γεγονός ότι στην αρχαιότητα το όνομα Πίνδος είχε δοθεί σε ένα ακόμα βουνό και έναν ποταμό στην Αρκαδία καθώς και έναν ποταμό στην Περραιβία (Βόρεια Θεσσαλία) και πιθανά συνδεόταν με τόπους λατρείας. Υπάρχει επίσης η εκδοχή της ινδοευρωπαϊκής προέλευσης του ονόματος, από την ρίζα πίδ (=αναβλύζω), που δόθηκε στο βουνό λόγω των πολλών νερών που αναβλύζουν από τις πλαγιές του. Στην Ελληνική Μυθολογία, ο Πίνδος ήταν γιός του Μακεδόνα, τον οποίον σκότωσαν τα αδέλφια του στην ομώνυμη οροσειρά. 

Βόρας (ή Καϊμάκτσαλαν)
Ο ορεινός όγκος του Βόρακα βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του Ν.Πέλλας στα σύνορα με την ΠΓΔΜ και περιλαμβάνει τρία βουνά, στα δυτικά τον Βόρακα και ανατολικότερα το Πίνοβο και την Τζένα. Το όνομα Βόρας πιθανότατα προέρχεται από τον Βορέα (ή Βορρέα), ο οποίος σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία κατοικούσε στο συγκεκριμένο βουνό και ήταν ο γιός του Αιόλου και η προσωποποίηση του βόρειου ανέμου. Η τουρκική ονομασία Καϊμακτσαλάν δόθηκε στο βουνό από την διαρκώς χιονισμένη κορυφή του, η οποία προσομοιάζει με Καϊμάκι (kaymak= λευκή κρέμα + alan= ανοικτός χώρος, αλάνα). Οι Σλάβοι ονομάζουν το βουνό Νίτζε.  Η υψηλότερη κορυφή του ονομάζεται ακόμα και σήμερα Καϊμάκι (2.524 μ).

Το όνομα Τζένα έχει βλάχικη προέλευση και προέρχεται από την λέξη τζεάνα (=φρύδι) η οποία με την σειρά της προέρχεται από την λατινική λέξη gena (= μάγουλο, βλέφαρο), επιβεβαιώνοντας την παρομοίωση των βουνών με μέρη του ανθρώπινου σώματος. Οι Σλάβοι ονομάζουν το βουνό Κοζούφ.  Η υψηλότερη κορυφή του ονομάζεται Μεγάλη Τζένα ή Πόρτες (2.182 μ).

Το Πίνοβο ή Πλάτσα ή Μπλάτσα έχει πιθανότατα σλάβικη προέλευση απο την λέξη pinovo (=καρφίτσα). Η υψηλότερη κορυφή του ονομάζεται Κορφούλα (2.156 μ). 

Πάϊκο
Το βουνό βρίσκεται στα ανατολικά του Ν.Πέλλας στα σύνορα με τον Ν.Κιλκίς. Λαϊκή εικασία θέλει το όνομα να έλκει την προέλευση του από την λέξη Παναγία αλλά η πιθανότερη εκδοχή είναι να προέρχεται από την σλάβικη λέξη payak (= αράχνη) που ίσως δόθηκε στο βουνό λόγω της πυκνής (αραχνώθους) βλάστησης του. Η υψηλότερη κορυφή του ονομάζεται Γκόλα Τσούκα (1.650 μ) και προέρχεται από τις βλάχικες λέξεις gola (= γυμνό) και tsouka (= ύψωμα). 

Βέρμιο
Το βουνό βρίσκεται στην συμβολή των Ν.Ημαθίας, Πέλλας και Κοζάνης. Το βουνό αναφέρεται με το όνομα αυτό από τον Ηρόδοτο και πιθανότατα προέρχεται από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα βερμ- (werm = ψηλό, υπερκείμενο). To  ΝΔ τμήμα του βουνού αναφέρεται ως Δόξα, ενώ η απόληξη του προς Κοζάνη  αναφέρεται ως Σκοπός ( μετάφραση από το Τούρκικο Γκιόζ Τεπέ). Η ψηλότερη κορυφή του ονομάζεται Τσανακτσή (2.052 μ) και προέρχεται από την τούρκικη λέξη τσανάκα (=πιάτο) επειδή θύμιζε πιάτο. 

Καμβούνια 
Η οροσειρά των Καμβουνίων βρίσκεται στα νότια του Ν.Κοζάνης κατά μήκος των συνόρων με τον Ν.Λαρίσσης και αποτελεί το φυσικό όριο και πέρασμα από την Μακεδονία προς την Θεσσαλία. Το βουνό αναφέρεται με αυτό το όνομα από τον Ηρόδοτο, περιγράφοντας ότι από εκεί πέρασε ο Ξέρξης τον στρατό του, το 480 π.Χ. στην πορεία του προς την Αθήνα. Η πληροφορία αυτή στοιχειοθετεί την εικασία ότι το όνομα του βουνού προέρχεται από τον μηχανικό του Ξέρξη, Καμβύση ο οποίος ανακάλυψε το πέρασμα (βουνό του Καμβύση). 

Τα Καμβούνια πιθανώς να ταυτίζονται με την αρχαία Πελασγική Δωδώνη στην οποία, κατά το 3ο -5ο π.Χ. αιώνα, ήκμασε η Περραιβική Τριπολίτις. Κατά την αρχαιότητα, ο ορεινός όγκος των Καμβουνίων ονομαζόταν όρος Τιτάριο ή Τίταρος, ενώ σήμερα με το όνομα αυτό ονομάζεται η δυτική πλευρά της οροσειράς, η οποία τα μεσαιωνικά χρόνια ονομαζόταν Σιάπκα, από την σλαβική λέξη sapka (=σκούφος). Κατά τα Ελληνιστικά και Ρωμαϊκά χρόνια, η οροσειρά ονομαζόταν Βολουστάνα (Volustana) από παράφραση των λέξεων βάλλας (δωρικά- βαλός=είσοδος, πόρτα)+ στενά. 

Πιέρια
Τα βουνά βρίσκονται βορειοδυτικά του Όλυμπου, ανάμεσα στους Ν.Πιερίας και Ημαθίας. Κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν Πιερικόν όρος και πήρε το όνομα του από τους κατοίκους της περιοχής, Πίερες. Το όνομα των κατοίκων προέρχεται είτε από την λέξη πίειρα (= εύφορη γή) είτε από τον μυθικό βασιλιά τους Πίερο. Υψηλότερη κορυφή το Φλάμπουρο (2.193 μ). 

Χορτιάτης
Το βουνό βρίσκεται έξω από την Θεσσαλονίκη και στην αρχαιότητα ονομαζόταν Κισσός όπου σύμφωνα με τον Στράβωνα πήρε το όνομα του από τον βασιλιά Κισσέα της Θράκης ο οποίος έκτισε στους πρόποδες του την ομώνυμη πόλη. Μια άλλη εκδοχή θέλει το όνομα να προέρχεται από το φυτό κισσός το οποίο ευδοκιμεί στην περιοχή και σχετίζεται με την λατρεία του θεού Διόνυσου, ο οποίος αποκαλούταν και Κισσός. Στα βυζαντινά χρόνια, ιδρύθηκε στην περιοχή το μοναστήρι του Χορταϊτη, το οποίο παραφράσθηκε σε Χορτιάτης, ενώ η ψηλότερη κορυφή του (1.201 μ) διατήρησε το αρχαίο όνομα Κισσός. 

Χολομών
Το βουνό βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του Ν.Χαλκιδικής και κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν Υψίζωνον (ή Υψίζων όρος) που σημαίνει υψηλά εζωσμένον λόγω της πυκνής του βλάστησης. Κατά τον μεσαίωνα αναφέρεται ως Οψήζοντος.  Το όνομα Χολομών κατά τον Θαβώρη (2014) προέρχεται από την βουλγάρικη λέξη houlm (= λόφος, βουνό) η οποία εξελληνίστηκε από τους μοναχούς (κατά το Σολομών). 

Άθως
Σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία ο Άθως ήταν γίγαντας, υιός Ουρανού και της Γαίας. Έλαβε μέρος στην γιγαντομαχία (μάχη θεών και γιγάντων) όπου πέταξε έναν τεράστιο βράχο από την Θράκη εναντίον του Ποσειδώνα, αλλά αστόχησε και ο βράχος έπεσε στην θάλασσα, δημιουργώντας το ομώνυμο βουνό. Το όνομα πιθανότατα είναι πελασγικό και προέρχεται από τις λέξεις αεί (=πάντα) και αίθω (=λάμπω) σημαίνοντας αυτόν που πάντα λάμπει. Τα ονόματα Όρος και Άγιο Όρος είναι μεταγενέστερα και σχετίζονται με την μοναστική πολιτεία. 

Κερκίνη (ή Μπέλλες)
Το όρος Κερκίνη βρίσκεται στα βόρεια του Ν.Σερρών στο τριεθνές όριο με την Βουλγαρία και την ΠΓΔΜ. Με το όνομα αυτό μνημονεύεται από τον Θουκυδίδη και στην αρχαιότητα αποτελούσε παρακλάδι του όρους Ορβηλου. Το όνομα δόθηκε και στην παρακείμενη λίμνη Κερκίνη, η οποία την εποχή εκείνη ήταν εποχικό έλος και ονομαζόταν Κερκινίτιδα. Η ονομασία Μπέλλες είναι σλάβικη (=λευκό) ή βλάχικη, bella montagna (=ωραίο βουνό). Οι Σλάβοι το ονομάζουν Μπελάσιτσα. 

Ορβηλος
Το βουνό βρίσκεται στην Ελληνοβουλγαρική μεθόριο, ΒΔ της Δράμας και η κορυφογραμμή του οριοθετεί την Ελληνική επικράτεια. Το βουνό Ορβηλος αναφέρεται από τον Ηρόδοτο και τον Αρριανό στην περιγραφή της πορείας του Μ.Αλεξάνδρου εναντίον των Τριβαλλών και πιθανότατα το όνομα προήλθε από το όρος Βήλος (=ουρανός) καθώς με το ίδιο όνομα (Βήλος) ονομάζεται ένα βουνό στην Συρία. Τα Βυζαντινά χρόνια μετονομάσθηκε σε Βάλακρο ενώ η Σλάβικη ονομασία του είναι Belasica και η βουλγάρικη Σλαβγιάνκα. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας το βουνό ονομάσθηκε Αλή Μποτούς (=δώρο του Αλή), όνομα που ακόμα φέρει η υψηλότερη κορυφή του  (2.172 μ).

Ο ΝΔ κλάδος του σχηματίζει την οροσειρά της Βροντούς, όπου βρίσκεται το δάσος του Λαϊλιά. Το όνομα Λαϊλιάς, πιθανά προέρχεται από παραφθορά της τούρκικης λέξης Γιαϊλιάς (= οροπέδιο, ξέφωτο, τόπος αναψυχής). 

Φαλακρό
Το βουνό αυτό βρίσκεται βόρεια της Δράμας και είναι το Παγγαίο όρος της αρχαιότητας με τα γνωστά μεταλλεία χρυσού και μαρμάρου. Το πρώτο όνομα του βουνού, σύμφωνα με τον Όμηρο ήταν Νυσήϊο ή Νύσσιο όρο, ενώ στην περιοχή υπήρχε οικισμός που ονομαζόταν Νυσσαίο. Τα Ομηρικά έτη το βουνό συναντάται ως Καρμάνιο, όνομα που πιθανώς να προέρχεται από τον μυθικό ήρωα Καρμάνορα, από τον οποίον πήρε το όνομα του και το όρος Καρμανόριο της Μικράς Ασίας.

Τον 8ο π.Χ. αιώνα, το βουνό μετονομάζεται σε  Παγγαίο από το όνομα του βασιλιά Παγγαίου (γιού του θεού Άρη και της νύμφης Κριτοβούλης) ο οποίος αυτοκτόνησε με το ξίφος του σε αυτό, όταν διαπίστωσε ότι άθελα του κοιμήθηκε με την μοναχοκόρη του. Ο Λουκιανός ετυμολογεί το όνομα από τις λέξεις παν + γη, ερμηνεύοντας το όνομα Παγγαίο ως το βουνό που είναι όλο γη (χώμα). Μία ενδιαφέρουσα εκδοχή, είναι αυτή του Πλίνιου, που ετυμολογεί το όνομα Παγγαίο από την φοινικική λέξη paga (= συνένωση, συμβολή), η οποία συνάδει με την αρχαία ονομασία (σύμβολο) του γειτονικού σημερινού Παγγαίου.

Τα Βυζαντινά χρόνια το βουνό ονομάζεται Εγριαζόν Κασταγνιά ή Καστανιά, προφανώς από τις αιωνόβιες καστανιές που ακόμα υπάρχουν στην ΒΑ πλευρά του.  Την περίοδο της Τουρκοκρατίας το συναντάμε επίσης με πολλά ονόματα, αρχικά ως Κεστανέ Ντάγ (= βουνό της καστανιάς), μεταφράζοντας την Βυζαντινή ονομασία, στην συνέχεια ως Πουρνάρ Ντάγ (βουνό των πηγαδιών) από τις πολλές στοές των μεταλλείων της αρχαιότητας και τελικά ως Μπόζ Ντάγ (boz dag = γυμνό ή φαλακρό βουνό) το οποίο στην συνέχεια μεταφράσθηκε στα Ελληνικά. Το όνομα προέρχεται από το ΝΔ τμήμα του βουνού το οποίο είναι γυμνό από βλάστηση, λόγω των γρανιτικών του πετρωμάτων τα οποία αποστραγγίζουν γρήγορα το νερό της βροχής. 

Παγγαίο
Κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν Σύμβολο όρος επειδή σε αυτό συμβάλλουν (ενώνονται) τα γειτονικά βουνά Φαλακρό (αρχαίο Παγγαίο) και Μενοίκιο (αρχαίο Δύσωρο). Την Ρωμαϊκή περίοδο το συναντάμε με το όνομα Empoli (από το όνομα Σύμβολο) και στην συνέχεια με το όνομα Σελμάτιο (=φωτεινό βουνό) αλλά και Σεμάλτιον (sem + alto = ημίψηλος λόφος). Τα Βυζαντινά χρόνια το βουνό ονομάζεται Μακέτιο (= μακρύ βουνό) αλλά και βουνό της Ματικίας. Κατά την Τουρκοκρατία μετονομάσθηκε σε Μπουνάρ Ντάγ (bounar dag =βουνό των πουρναριών) από τα πολλά πουρνάρια του, ενώ οι Έλληνες το ονόμαζαν  Πρινάρη. Οι Τούρκοι το αποκαλούσαν επίσης Παναήρ Ντάγ (= βουνό του πανηγυριού) από το πανηγύρι του γινόταν στην εκκλησία της Παναγίας της Εικοσιφοίνισσας που υπάρχει σε αυτό από τον 5ο μ.Χ. αιώνα. 

Οι Βούλγαροι ονόμαζαν το βουνό Κόσνιτσα ή Κουσνίτσα που μπορεί να προέρχεται από την βουλγαρική λέξη kosnicka (= βάτος, πουρνάρι) αλλά το πιθανότερο είναι να προέρχεται από εκβουλγαρισμό της λέξης εικοσιφοίνισσα (κοσσυφινίτσα > κοσφινίτσα > κόσνιτσα). Το βουνό πήρε το σημερινό του όνομα, μετά την απελευθέρωση (1912) στην προσπάθεια εκκαθάρισης  από τα τουρκικά και σλαβικά ονόματα, θεωρώντας λανθασμένα ότι ταυτίζεται με το αρχαίο Παγγαίο όρος. Η υψηλότερη κορυφή του ονομάζεται Κούτρα (1.956 μ) που προέρχεται από την λατινική λέξη scutra (= κούτελο, κεφάλι) και συναντάται σε πολλές κορυφές βουνών της Ελλάδος. 

Σήμερα, με το αρχαίο του όνομα Σύμβολο, ονομάζεται το νότιο τμήμα του, το οποίο στην αρχαιότητα ονομαζόταν Βίβλινο όρος, όνομα που προέρχεται απο τους αμπελώνες του (από βιβλία άμπελο) που παρήγαγαν τον διάσημο στην αρχαιότητα, βίβλινο οίνο.

Παρασκευή 6 Αυγούστου 2010

τα ονόματα των ποταμών της Μακεδονίας

Τις προάλλες, οδηγώντας έξω απο την Θεσσαλονίκη, πέρασα απο την γέφυρα του Γαλλικού ποταμού και αναρωτήθηκα, πώς πήρε το όνομά του. Έψαξα, λοιπόν σε πηγές του διαδικτύου, για την προέλευση των ονομάτων, όχι μόνο αυτού, αλλά όλων των ποταμών της Μακεδονίας και εντυπωσιάσθηκα απο την διαχρονικότητα των ονομάτων τους, που διατηρήθηκαν αναλοίωτα στο διάβα της ιστορίας, παρ' όλες τις κατακτήσεις, μετακινήσεις και μετοικήσεις πληθυσμών.

Αξιός
Ο ποταμός αναφέρεται με αυτό το όνομα από τον Όμηρο,τον Ηρόδοτο και πολλούς άλλους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, ενώ συναντάται και ώς Αξειός ή Ναξειός. Σύμφωνα, με τον Ησύχιο τον Αλεξανδρέα, στο "Λεξικόν Ησυχίου" που συνέταξε τον 5ο μ.Χ. αιώνα, το όνομα αξιός έχει μακεδονική ρίζα και προέρχεται απο το αξός που σημαίνει δάσος ή ύλη και ο ποταμός ονομάσθηκε έτσι, επειδή οι όχθες του ήταν (και είναι ακόμα) δασωμένες.
Την περίοδο της ρωμαικής κατοχής, ο ποταμός αναφέρεται ώς axius.
Τα Βυζαντινά χρόνια, αρχίζει να ονομάζεται και Βαρδάρης, απο την μογγολική φυλή των Βαρδάρων, οι οποίοι τον 7ο μ.Χ αιώνα, εμφανίσθηκαν στην περιοχή και μετά απο επιδρομές, συνθηκολόγησαν με τον αυτοκράτορα και πήραν άδεια εγκατάστασης στην κοιλάδα του Αξιού. Οι Βάρδαροι, αφομοιώθηκαν γρήγορα απο τους ντόπιους Ελληνικούς πληθυσμούς και εξαφανίσθηκαν απο την ιστορία. Το όνομα παρέμεινε έως σήμερα, κυρίως στους σλαβικούς λαούς.
Κατά κάποιους, το όνομα βαρδάρης, είναι παλαιότερο και προέρχεται απο το ρήμα βαρβαρίζω(=προκαλώ θόρυβο), εξ΄αιτίας της θορυβώδους ροής του ποταμού. Τέλος κάποιοι προσδίδουν στο όνομα βαρδάρης τουρκική ή μογγολική προέλευση απο την τουρκομογγολική λέξη vardar (= μεγάλος ποταμός). Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, οι Βάρδαροι πήραν το όνομά τους από τον "μεγάλο ποταμό" στον οποίον εγκαταστάθηκαν και όχι το αντίστροφο.

Αλιάκμων
Το όνομα είναι σύνθετο και προέρχεται απο την σύνδεση των λέξεων αλς (=άλας, θάλασσα) και άκμων (=αμόνι). Σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία, ο Αλιάκμων ήταν θεός, παιδί του Ωκεανού κι της Τηθύος. Ο Ωκεανός ήταν για τους αρχαίους Έλληνες, το τεράστιο ποτάμι που περιέβαλε την γή, ενω η Τηθύς μία απο τις Τιτανίδες, κόρη του Ουρανού και της Γής.
Οι Τούρκοι ονόμαζαν τον Αλιάκμωνα, Ιντζέ καρά (=ψηλός μαύρος) και οι Σλάβοι, Μπιστρίτσα (=γοργοπόταμος), ονόματα που όμως δεν επικράτησαν.

Λουδίας
Το όνομα έχει ελληνική ρίζα, και σημαίνει μαύρο νερό, όπως και τα υπόλοιπα ονόματα, Λυδίας ή Λοιδίας, με τα οποία αναφέρεται στην αρχαία βιβλιογραφία . Αργότερα, οι Τούρκοι τον ονόμαζαν και Καρά Ασμάν (=μαύρο νερό), μεταφράζοντας στα τούρκικα το ελληνικό του όνομα.

Γαλλικός
Το πρώτο του όνομα ήταν Ηδωνός, πιθανότατα προερχόμενο απο τους Ηδωνούς Μυγδόνες, Θρακικό φύλο που κατοικούσε στις όχθες του, τα προϊστορικά χρόνια. Κατά τα ιστορικά χρόνια μετονομάσθηκε σε Εχείδωρο και μετά σε Εχέδωρο, όταν βρέθηκε χρυσάφι (=δώρο) στην κοίτη του και άρχισε η εκμετάλευσή του.
Το όνομα Γαλλικός, προήλθε απο την ρωμαϊκή αποικία Callicum (=δερμάτινο κόσκινο) που ιδρύθηκε τον 1ο μ.Χ. αιώνα στις όχθες του για την εκμετάλευση του χρυσού, η οποία ονομάσθηκε έτσι απο το δερμάτινο κόσκινο από δέρμα κατσίκας, που χρησιμοποιούσαν οι άποικοι για την συλλογή της χρυσόσκονης. Με τον καιρό, το όνομα Callicum παραφράσθηκε σε Gallicum, απο όπου και το όνομα Γαλλικός.
Τα μεσαιωνικά χρόνια, ονομαζόταν από τους κατοίκους της περιοχής και Γομαροπνίχτης από τις ξαφνικές πλημύρες του, που έπνιγαν τα ζώα τους.

Στρυμών
Στην Ελληνική Μυθολογία, ο ποταμός αναφέρεται ώς Παλαιστίνος, και πήρε το όνομα του απο τον μυθικό βασιληά της Θράκης Παλαιστίνο, που σύμφωνα με τον μύθο πνίγηκε στα νερά του ποταμού, πού μέχρι τότε ονομαζόταν Κορνάζος.
Το όνομα Στρυμών, έχει θρακική ρίζα και προέρχεται από την θρακική λέξη sru (=ρέμα) , συνώνυμη της κελτικής struaimm (=ρεύμα) και της αγγλικής stream.
Οι Βούλγαροι, τον αναφέρουν ώς Στρούμα ενώ οι Τούρκοι ώς Καρά Σού (=μαύρο ρέμα)

Νέστος
Κατά την Ελληνική Μυθολογία, ο Νέστος ήταν ένας απο τους ποταμούς που γέννησαν ο Ωκεανός και η Τηθύς, ενώ ο Ησίοδος στην "θεογονία" του, τον αναφέρει ώς Νέσσο με τα γοργοστρόβιλα νερά, θεό της Θράκης και πατέρα της Καλλιρόης. Ο Νέστος αναφέρεται απο τον Θουκιδίδη, τον Στράβωνα και τον Παυσανία, ενώ ο Ηρόδοτος τον αναφέρει ώς το βόρειο άκρο εξάπλωσης των λιονταριών στην Ελλάδα.
Κατά την ρωμαϊκή περίοδο, μετονομάζεται σε mestus, ενώ αναφέρεται ως Μέστος απο την Αννα Κομνηνή τον 11ο μ.Χ. αιώνα.
Απο το όνομα αυτό, προήλθε και το σλάβικο όνομα mesta, με το οποίο ακόμα και σήμερα ονομάζουν οι Βούλγαροι το τμήμα του, που ρέει στην χώρα τους.