Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

γιατί πάλι στην Γαλλία ?

Το τελευταίο τρομοκρατικό χτύπημα στην Νίκαια αρχίζει να δημιουργεί ένα κρίσιμο ερώτημα. Γιατί οι τζιχαντιστές επιλέγουν συνεχώς την Γαλλία για τις τρομοκρατικές επιθέσεις τους?  Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, έχουν πραγματοποιηθεί στην Γαλλία τρία σημαντικά τρομοκρατικά χτυπήματα με πάνω από 200 νεκρούς, ενώ ταυτόχρονα έχουν καταγραφεί και πολλές τρομοκρατικές ενέργειες μικρότερης εμβέλειας με μικρές ή χωρίς ανθρώπινες απώλειες. Οι δράστες έχουν στην πλειοψηφία τους τα ίδια χαρακτηριστικά : μουσουλμάνοι Γάλλοι πολίτες, μετανάστες 2ης γενιάς με καταγωγή από την Βόρειο Αφρική, άνεργοι ή χαμηλά αμειβόμενοι, με παρελθόν μικροεγκλημάτων  και χωρίς προφίλ θρησκευόμενων. Μέλη του Ισλαμικού κράτους, ή «μοναχικοί λύκοι», ελάχιστη σημασία έχει. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, ξαφνικά ριζοσπαστικοποιούνται θρησκευτικά και σκορπούν τον θάνατο με τυφλά χτυπήματα στα οποία κάποια από τα θύματα πιθανώς να είναι επίσης μουσουλμάνοι.

Γιατί όμως συνεχώς στην Γαλλία ? για ποιούς λόγους, η χώρα αυτή συγκεντρώνει τόσο μίσος από τους φανατικούς ισλαμιστές?

Ναι, η Γαλλία συμμετέχει στους βομβαρδισμούς εναντίον του ISIS στην Μέση Ανατολή, όπως άλλωστε και η Αγγλία, οι ΗΠΑ, η Ρωσία και άλλοι, ενώ το αποικιακό της παρελθόν δεν είναι χειρότερο από άλλων. Η Γαλλία είχε αποικίες με μουσουλμανικό πληθυσμό (Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία κλπ) όμως δεν είχε χαρακτηρισθεί από ιδιαίτερη σκληρότητα όπως άλλοι (Άγγλοι, Ολλανδοί) ούτε από σημαντικές γεωπολιτικές επεμβάσεις τα τελευταία πενήντα χρόνια, όπως οι ΗΠΑ και η Ρωσία. 

Τα κενά ασφαλείας της χώρας (γραφειοκρατία,  έλλειψη συντονισμού μεταξύ υπηρεσιών κλπ) μπορεί να είναι υπαρκτά αλλά όχι τέτοια που να επιτρέπουν εύκολη τρομοκρατική δράση.

Ένα σημαντικό αίτιο φαίνεται ότι είναι η αδυναμία ενσωμάτωσης των μεταναστών στην Γαλλία και κυρίως αυτών με μουσουλμανικό υπόβαθρο. Το πρόβλημα υφίσταται εδώ και δεκαετίες και όσοι έχουν ζήσει στην Γαλλία γνωρίζουν καλά ότι η ενσωμάτωση των ξένων σχετίζεται με την αποδοχή της γαλλικής κουλτούρας, που είναι περιορισμένη στους μουσουλμάνους. Όμως, παλαιότερα, παρόλη την ίδια αδυναμία ενσωμάτωσης δεν παρατηρούταν τέτοια φαινόμενα. Η οικονομική κρίση και η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους μάλλον έπαιξε κάποιο ρόλο σε αυτό. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ανεργία των νέων με μεταναστευτική προέλευση ξεπερνά το 40% σε πολλές περιοχές της Γαλλίας, όταν η μέση ανεργία της χώρας είναι 10%. Πολλοί από αυτούς, εκτός από άνεργοι έχουν χάσει και κάθε κοινωνικό στήριγμα (επιδόματα κλπ) ωθώντας τους στην περιθωριοποίηση.

Παρόλα αυτά, η προσωπική μου άποψη είναι ότι η Γαλλία δέχεται τζιχαντιστική επίθεση εξαιτίας αυτών που συμβολίζει στην παγκόσμια ιστορία και πολιτισμό. Ας μην ξεχνάμε ότι η Γαλλία είναι η πρώτη χώρα που διαχώρισε το κράτος από την εκκλησία (1905) ενώ τα εκκλησιαστικά προνόμια και η απόλυτη ανεξιθρησκία καθιερώθηκαν από την περίοδο της Γαλλικής επανάστασης (1789). Η Γαλλία είναι το πρώτο κοσμικό κράτος και κατά τους θρησκόληπτους, η κοιτίδα του αθεϊσμού.

Επιπλέον αυτού, η Γαλλία είναι η χώρα στην οποία ξεκίνησε και αναπτύχθηκε ο ευρωπαϊκός διαφωτισμός και οι κοινωνικές αξίες, αναδεικνύοντας την σε πυλώνα του δυτικού πολιτισμού. Το σύνθημα της Γαλλικής επανάστασης «ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη» υιοθετήθηκε όσο κανένα άλλο από όλα τα προοδευτικά κινήματα του πλανήτη και μισήθηκε όσο κανένα άλλο από όλα τα απολυταρχικά και αυταρχικά καθεστώτα.

Χτυπώντας την Γαλλία, οι τζιχαντιστές χτυπούν αυτά που συμβολίζει ο δυτικός πολιτισμός και κυρίως την ελευθερία σε κάθε επίπεδο (πολιτικό, σεξουαλικό, θρησκευτικό κλπ) θέτοντας την χώρα ενώπιον μιας σημαντικής ευθύνης. Η Γαλλία δεν πρέπει να αλλάξει, διολισθαίνοντας στο φόβο ή στην αντεκδίκηση γιατί και τα δύο συνιστούν περιορισμό της ελευθερίας και άρα νίκη των τζιχαντιστών. Γιατί αυτό επιδιώκουν οι τζιχαντιστές και οι απανταχού φανατικοί. Να σταματήσουν να υπάρχουν οι κοινωνίες που αποδεικνύουν καθημερινά ότι οι άνθρωποι μπορούν να ευημερήσουν έχοντας ελευθερία και όχι καταναγκασμό.

Σήμερα, το σύνθημα της Γαλλικής επανάστασης «ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη» γίνεται επίκαιρο όσο ποτέ άλλοτε.

Σάββατο 16 Ιουλίου 2016

Γιαλαντζί πραξικόπημα στην Τουρκία


Αυτό που συνέβη χθες στην Τουρκία είναι μοναδικό όχι μόνο για την Τουρκία αλλά και για όλο τον πλανήτη. Ο λαός βγήκε στον δρόμο, μετά από έκκληση του Ερντογάν και απέτρεψε στρατιωτικό πραξικόπημα. Είδαμε πολίτες να ανεβαίνουν στα άρματα και να αντιτίθενται σε πάνοπλους στρατιώτες που παρατηρούσαν αμήχανοι. Ο λαός και το διαδίκτυο έσωσαν τον Σουλτάνο καθώς ή έκκληση του για αντίσταση έγινε μέσω του διαδικτύου που τόσο αντιπαθεί ενώ η αντιπαράθεση λαού-στρατού μεταδιδόταν ζωντανά από όλα τα δίκτυα του πλανήτη. 

Το γεγονός είναι εντυπωσιακό, ιδιαίτερα για την Τουρκία όπου ο λαός σέβεται και φοβάται τον στρατό και ουδέποτε αντέδρασε στις πρακτικές του. Φαίνεται ότι στην εποχή του διαδικτύου είναι δύσκολο ακόμα και να κάνεις ένα κλασικό πραξικόπημα.Το πραξικόπημα  φαίνεται ότι απέτυχε και οι υπαίτιοι θα πληρώσουν βαρύ τίμημα σε μια χώρα σαν την Τουρκία. Ήδη παρατηρούνται αντεκδικήσεις πολιτών σε στρατιώτες ενώ αναφέρθηκαν ακόμα και λυντσαρίσματα. 

Ευτυχώς για εμάς, ο Σουλτάνος συνεχίζει να κυβερνά. Η νεοθωμανική πολιτική του τον έφερε σε αντίθεση με όλους σχεδόν τους γείτονες του (Ιράν, Συρία κλπ) αλλά κυρίως με το Ισραήλ και την Ρωσία, δημιουργώντας σε εμάς χώρο συνεργασίας μαζί τους. Η ισλαμική του ταυτότητα και ο αυταρχισμός του μπορεί να ενοχλούν την άρχουσα τάξη της χώρας του αλλά διασφαλίζουν σε εμάς την παραγκώνιση των Κεμαλιστών με τους οποίους οι διεθνείς σχέσεις της Τουρκίας θα ήταν σαφώς καλύτερες. Το διακύβευμα στο εσωτερικό της Τουρκίας είναι απλό : κοινωνική ή πολιτική ελευθερία ? διότι η διασφάλιση και των δύο έχει πολύ δρόμο στην Τουρκική (κατ’ επίφαση) δημοκρατία.

Ο Ερντογάν μπορεί να προωθεί την ισλαμική αυταρχικότητα και τον θρησκευτικό φανατισμό αλλά είναι σαφώς ηπιότερος με τους Κούρδους και τους πολιτικούς του αντιπάλους. Μπορεί να θέλει να επιβάλει την μαντήλα και τον μουσουλμανικό τρόπο ζωής αλλά οι πολιτικές του πρακτικές είναι δημοκρατικότερες από αυτές των Κεμαλιστών.  Αυτοί, εντελώς κοσμικοί και απαλλαγμένοι από θρησκευτικές ιδεοληψίες προσανατολίζονται στην ξενόδουλη (ΗΠΑ) δυτικοποίηση της Τουρκίας και την ορθολογική διατήρηση των εσωτερικών (κόμματα, συνδικάτα, Κούρδοι) και των εξωτερικών εχθρών (Ελλάδα) της πατρίδος τους. 

Πρέπει να ομολογήσουμε ότι την περίοδο Ερντογάν είχαμε τις λιγότερες προκλήσεις από πλευρά Τουρκίας, ενώ η οικονομική ανάπτυξη που επέτυχε ο Σουλτάνος βελτίωσε τις σχέσεις των λαών μας (τουρισμός, εμπόριο κλπ). Είχε την διακριτικότητα να μην εκμεταλλευτεί την οικονομική κρίση και την αρνητική διεθνή κατάσταση στην οποία βρέθηκε (και βρίσκεται) η χώρα μας. Αν αντί αυτού, κυβερνούσαν οι Κεμαλιστές πιστεύω ακράδαντα ότι η χώρα μας θα αντιμετώπιζε, εκτός από οικονομικά και εθνικά θέματα.

Για όλα αυτά, ο Αλλάχ (αλλά και ο Θεός μας) να φυλάει τον Σουλτάνο.

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

τα ονόματα των βουνών της Πίνδου


Η οροσειρά της Πίνδου αποτελείται από σύμπλεγμα ορεινών όγκων που εκτείνονται από το οροπέδιο της Κορυτσάς έως τον Κορινθιακό κόλπο και αποτελούν συνέχεια των Δαλματικών (Δειναρικών) Άλπεων και του Σκάρδου της Αλβανίας. Κατά την αρχαιότητα, η οροσειρά δεν θεωρούταν ενιαία οντότητα, αλλά σύνολο αυτόνομων βουνών και οροσειρών που διαχωρίζονταν από κοιλάδες ποταμών ή χαράδρες. Το όνομα Πίνδος προσδιόριζε τον ορεινό όγκο από τον οποίον πηγάζουν οι ποταμοί Αχελώος και Πηνειός και σήμερα περικλείεται από τα όρη Λάκμος, Τύμφη και Χάσια, στην ευρύτερη περιοχή του Μετσόβου. Σταδιακά το όνομα επικράτησε να προσδιορίζει όλο την ορεινό συγκρότημα από την Κορυτσά έως τα Άγραφα. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και σήμερα υπάρχει κάποια ασάφεια για τα όρια της οροσειράς, καθώς οι περισσότεροι από τους ορεινούς όγκους που την αποτελούν διατηρούν ταυτόχρονα την οντότητά τους ως αυτοτελή βουνά.

Τα περισσότερα βουνά της Πίνδου διατήρησαν αναλλοίωτο το αρχαϊκό τους όνομα έως σήμερα, ενώ κάποια από τα βουνά  μετονομάσθηκαν και σήμερα φέρουν όνομα βλάχικης ή σλάβικης προέλευσης. Τα νέα ονόματα συναντώνται κυρίως στις βορειότερες περιοχές της Πίνδου όπου η μόνιμη εγκατάσταση πληθυσμών ήταν περιορισμένη έως την ρωμαϊκή κατάκτηση και τα αρχαία ελληνικά ονόματα είχαν μικρή διάδοση. Οι νέοι κάτοικοι της περιοχής, είτε εισβολείς έποικοι (Σλάβοι) είτε εκλατινισμένοι γηγενείς (Βλάχοι) έδωσαν τα δικά τους ονόματα στα βουνά, τα οποία διατηρούνται έως σήμερα, ενώ τα προηγούμενα ονόματα χάθηκαν στην ροή της ιστορίας.

Γράμμος
Ο Γράμμος βρίσκεται στα ελληνοαλβανικά σύνορα και αποτελεί το βορειότερο βουνό της οροσειράς της Πίνδου επί Ελληνικού εδάφους. Πιθανότατα ταυτίζεται με το όρος Βερκετήσιον, το οποίο αναφέρει ο Παυσανίας τον 2ο μ.Χ. αιώνα, στο «Ελλάδος περιήγησις». Το όνομα Γράμμος είναι μεταγενέστερο και προέρχεται (όπως και ο  ομώνυμος οικισμός) από την βλάχικη λέξη Γράμμουστα (=γραμμένη, ζωγραφισμένη ομορφιά). Η υψηλότερη κορυφή του, η Τσούκα Πέτσικ (2.520 μ) έχει επίσης βλάχικο όνομα, προερχόμενο από τις λέξεις τσούκα (=ύψωμα, βουνοκορυφή) + πέτσικ (= κύριο όνομα, πιθανώς κάποιου βοσκού της περιοχής). 

Βέρνο (ή Βίτσι)
Βρίσκεται νοτιοδυτικά του Γράμμου, στα σύνορα των Ν.Φλώρινας και Καστοριάς, Ονομάζεται και Βίτσι από το όνομα της υψηλότερης κορυφής του (2.128 μ). Το όνομα Βέρνο έχει μάλλον λατινική (ή βλάχικη) ρίζα και προέρχεται από το λήμμα vernus (= ανθηρός, γεμάτος ζωή) ή σχετίζεται με το δένδρο σημύδα που στις λατινογενείς γλώσσες ονομάζεται vern, vernon κλπ. Αντίθετα, το όνομα Βίτσι είναι σλαβικό και πιθανώς προέρχεται από την λέξη βίτσα (= βέργα).

Άσκιο
Βρίσκεται στον Ν.Κοζάνης, στην νότια πλευρά του Βέρνου του οποίου αποτελεί συνέχεια. Το όνομα είναι αρχαϊκό και πιθανώς προέρχεται από το α (στερητικό) + ίσκιο = χωρίς σκιά, λόγω της ελάχιστης βλάστησης που υπάρχει στο βουνό. Υψηλότερη κορυφή το Σινιάτσικο (2.111 μ) που προέρχεται από την Σλάβικη λέξη Σνίτσνικ (=μαραμένα αγριόχορτα).

Βόϊο
Το βουνό βρίσκεται στο νότιο τμήμα του Ν.Καστοριάς στα σύνορα με τον Ν.Κοζάνης και φαίνεται ως προέκταση του Γράμμου. Το όνομα είναι αρχαϊκό και το βουνό ήταν η αρχική κοιτίδα από την οποίαν πήραν το όνομα τους οι Βοιωτοί, οι Ευβοείς και οι Βοιές (Λακωνία). Τον μεσαίωνα και έως την απελευθέρωση από τους Τούρκους το βουνό δεν είχε ενιαίο όνομα αλλά ανάλογα με τον κλάδο του ονομαζόταν Ρουσιοτάρι (νότιο τμήμα), Γκουρούτσα (ΒΔ τμήμα) και Οντρια (ΒΑ τμήμα). Το όνομα Ρουσιοτάρι είναι σλάβικης προέλευσης και προέρχεται από τις λέξεις rosa (= δρόσος) και tarj (=χορτάρι) δηλαδή σημαίνει δροσερό χορτάρι καθώς η ετυμολογία κόκκινο χορτάρι (= rus tarj) δεν φαίνεται να ευσταθεί. To όνομα Γκουρούτσα είναι επίσης σλαβικής προέλευσης και προέρχεται από την λέξη gorica (= μικρός λόφος). Το όνομα Οντρια που επίσης αναφέρεται και ως Οδρυα, πιθανότατα σχετίζεται με την ύπαρξη πολλών δρυών (=βελανιδιών) στην περιοχή, ενώ παλαιότερα ονομαζόταν και Οντρα και Λόντρια. Μετά το 1913 το βουνό μετονομάσθηκε και από τότε φέρει το αρχαίο του όνομα. Υψηλότερη κορυφή ο Προφήτης Ηλίας (1.805 μ).

Βασιλίτσα
Βρίσκεται στον Ν.Γρεβενών στα σύνορα με τον Ν.Ιωαννίνων. Το όνομα μπορεί να προέρχεται από το φυτό βασιλικός (που σε κάποιες περιοχές της χώρας ονομάζεται και βασιλίτσα) είτε από το όνομα κάποιου Βασίλη, που πρώτος εποίκησε το βουνό με την σλαβική κατάληξη –ίτσα, που είναι  δηλωτική τοποθεσίας. Υπάρχει ακόμα η εκδοχή, το όνομα να προέρχεται από τον χαρακτηρισμό «βασίλισσα των ουρανών» που προσδίδεται στην Παναγία και στην Ανατολική Μικρά Ασία αναφέρεται ως Βασιλίτσα. Υψηλότερη κορυφή Βασιλίτσα (2.249 μ).

Χάσια
Βρίσκονται στα σύνορα των Ν. Τρικάλων με τον Ν. Γρεβενών, βορειοδυτικά των Μετεώρων. Το όνομα συναντάται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδος, ως τοπωνύμιο και πιθανότατα προέρχεται από την τούρκικη λέξη hassa (=ιδιωτικός) με την οποία ονομαζόταν περιοχές που εκχωρούταν από τον Σουλτάνο σε ιδιώτες (κυρίως αξιωματούχους) ή την επίσης τούρκικη λέξη hass (=καθαρός) επειδή η εκχώρηση τους απέδιδε (καθαρό) φόρο στον Σουλτάνο. Υψηλότερη κορυφή η Βίγλα (1.564 μ) που προέρχεται από την λατινική λέξη viglare (=παρατηρώ, παραφυλάω από ψηλά) και σημαίνει παρατηρητήριο.

Σμόλικας (ή Σμόλιγγας)
Είναι το υψηλότερο βουνό της οροσειράς της Πίνδου (2.637 μ) και το όνομα του είναι προελληνικό (Σμόλυξ- Σμόλυγγος) και σημαίνει πευκώνας. Στην αρχαιότητα ονομαζόταν επίσης Βόϊον όρος.

Λύγκος
Λίγο νοτιότερα, προς το Μέτσοβο βρίσκεται το όρος Λύγκος και πήρε πιθανότατα το όνομα του από το αιλουροειδές λύγκας (λυγξ, αγριόγατα) που μάλλον ζούσε εκεί σε μεγάλους πληθυσμούς. Στην Ελληνική Μυθολογία, με το όνομα Λύγκος είναι γνωστός ένας βασιλιάς των Σκυθών, ο οποίος μεταμορφώθηκε από την θεά Δήμητρα στο ομώνυμο αιλουροειδές. Υψηλότερη κορυφή το Αυγό (2.177 μ).

Λάκμος
Το όνομα προέρχεται από το προελληνικό (πελασγικό) Λάκμων που στην πορεία μετατράπηκε σε Λάκμος. Η εκδοχή ότι το όνομα προέρχεται από το αλβανικό λjakου δεν φαίνεται να ευσταθεί καθώς το βουνό αναφέρεται με αυτό το όνομα από τον Εκαταίο, Στράβωνα κλπ αρχαίους γεωγράφους πολλούς αιώνες πριν την εμφάνιση των Αλβανών και της γλώσσας τους. Το βουνό ονομάζεται επίσης και Περιστέρι. Υψηλότερη κορυφή η Τσουκαρέλα (2.295 μ) με βλάχικη προέλευση (τσούκα = ύψωμα, βουνοκορυφή).

Τύμφη
Το όνομα είναι προελληνικό και προέρχεται ετυμολογικά με την λέξη στύμφη (στύφω= ξεραίνομαι), λόγω της γυμνής (ξερής) βουνοκορυφής του. Από το βουνό πήρε το όνομα του και το φύλο των Τυμφαίων (κλάδος των Μολοσσών) που ζούσε στην περιοχή. Το βουνό αναφέρεται από τον Στράβωνα ως όρος της Παρωραίας ή Παραυαίας, ενώ σήμερα ονομάζεται και όρος Γκαμήλα (πιθανότατα λόγω της ομοιότητας της κορυφογραμμής του με την καμπούρα καμήλας) ή βουνά του Πάπιγκου από το ομώνυμο χωριό.
  
Αθαμανικά όρη
Πήραν το όνομά τους από το αρχαίο ελληνικό φύλο των Αθαμανών που κατοικούσε στην περιοχή. Το όνομα Τζουμέρκα είναι σλαβικό και σημαίνει ελλέβορος (Helloboros cyclophyllos : ποώδες φυτό που ευδοκιμεί στα ορεινά).

Άγραφα
Σύμφωνα με τον Μιχαήλ Ψελλό, το όνομα αποκτήθηκε τα Βυζαντινά χρόνια όταν κατά την περίοδο της εικονομαχίας, οι κάτοικοι της περιοχής αρνήθηκαν να αφαιρέσουν τις εικόνες από τους ναούς και σκότωσαν τους απεσταλμένους του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Ε’. Τότε, ο αυτοκράτορας διέγραψε την περιοχή από τους χάρτες της αυτοκρατορίας. Υπάρχει επίσης και η εκδοχή ότι η περιοχή απέκτησε το όνομα της εξαιτίας της αδυναμίας των Βυζαντινών αρχών να συλλέξουν φόρους και διέγραψαν την περιοχή από τους φορολογικούς καταλόγους.  Υψηλότερη κορυφή η Καράβα ή Σχιζοκάραβο (2.184 μ)

Σάββατο 21 Μαΐου 2016

Τάταροι


Με την ονομασία Τάταροι, οι Ρώσοι αποκαλούν τους τουρκο-μογγολικούς πληθυσμούς της Νότιας Ρωσίας, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Βόλγα στα νότια Ουράλια. Ο πληθυσμός τους διαμορφώθηκε από την ανάμιξη των Μογγόλων της Χρυσής Ορδής (που ανεξαρτητοποιήθηκαν μετά την διάλυση της Μογγολικής αυτοκρατορίας, το 1294) με τους Βούλγαρους του Βόλγα και διάφορα τουρκικά φύλα (Πετσενέκοι, Τσετσένοι, Κουμάνοι κλπ) που εποίκησαν τις στέπες της Ουκρανίας τον 14ο αιώνα. Το όνομα προέρχεται από την μογγολική φυλή των Τατά (φυλή καταγωγής Τζέγκις χάν), η οποία ήταν από τις πρώτες που μετακινήθηκαν στην περιοχή. Οι Τάταροι είναι στην πλειοψηφία τους μουσουλμάνοι και μιλούν την ταταρική γλώσσα που ανήκει στην οικογένεια των τουρκικών γλωσσών.

Οι Τάταροι δημιούργησαν στην περιοχή κρατίδια (χανάτα), από τα οποία λεηλατούσαν τις ρωσικές επαρχίες για περισσότερο από 100 χρόνια, επιβάλλοντας σε αρκετές περιπτώσεις, την πληρωμή φόρου υποτέλειας. Στα μέσα του 16ου αιώνα, ο Ιβάν ο τρομερός κατέκτησε και διέλυσε τα χανάτα. Εξαίρεση απετέλεσε το «χανάτο της Κριμαίας», το οποίο ιδρύθηκε το 1441 και επιβίωσε ως υποτελές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας έως το 1774, οπότε ανεξαρτητοποιήθηκε. Το 1783, η τσαρίνα Αικατερίνη η Β΄ κατέλαβε την Κριμαία, την οποία ονόμασε «πετράδι του στέμματος» σηματοδοτώντας την ρώσικη επιδίωξη για κάθοδο στις «θερμές θάλασσες». Αρκετοί από τους Τάταρους, εκδιώχθηκαν και μετακινήθηκαν στην Οθωμανική επικράτεια. 

Στον πόλεμο της Κριμαίας (1853-1856) οι Τάταροι συμμάχησαν με τους εχθρούς της Ρωσίας πολεμώντας στο πλευρό των Τούρκων. Μετά το τέλος του πολέμου και την διατήρηση της Κριμαίας από την Ρωσία, αρκετοί Τάταροι μετανάστευσαν ξανά προς την Οθωμανική αυτοκρατορία. 

Όταν ξέσπασε η Οκτωβριανή επανάσταση οι Τάταροι συντάχθηκαν με τους Λευκούς (τσαρικοί) ελπίζοντας σε κάποια ανταλλάγματα μετά την αποκατάσταση της τάξης. Κατά  την σοβιετική περίοδο που ακολούθησε, οι Τάταροι ανέπτυξαν αντικαθεστωτική δράση, κυρίως λόγω των μέτρων περιορισμού της θρησκείας και της οικογενειοκρατίας που χαρακτήριζε την κοινωνική τους δομή.

Κατά την διάρκεια του Β’ παγκοσμίου πολέμου, οι Τάταροι τάχθηκαν στο πλευρό των Γερμανών (ο εχθρός του εχθρού) συμβάλλοντας στην προσπάθεια κατοχής της Σοβιετικής Ένωσης από τους Γερμανούς. Όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν και κατέκτησαν την Ουκρανία και την Κριμαία, οι Τάταροι υποδέχθηκαν τους Γερμανούς ως απελευθερωτές και τουλάχιστον 20 χιλ από αυτούς εντάχθηκαν στις «Ταταρικές Εθνικές Επιτροπές» πολεμώντας μαζί τους εναντίον του Κόκκινου Στρατού. Κατά την διάρκεια της Γερμανικής κατοχής, πολλοί Τάταροι λειτούργησαν ως καταδότες, ενώ άλλοι επάνδρωσαν τα τάγματα των SS και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ως φύλακες. Στις 29/9/1941 αρκετοί Τάταροι συμμετείχαν στην σφαγή των 35 χιλ Εβραίων της Κριμαίας (Μπάμπι Γιάρ) ενώ κατέδωσαν και ευθύνονται για τον θάνατο Ρώσων και Ελλήνων αντιναζιστών της περιοχής. Βασική επιδίωξή τους (πιθανότατα υπόσχεση των Γερμανών) ήταν η απόσπαση της Κριμαίας από την Σοβιετική Ένωση και δημιουργία «καθαρού» Τατάρικου κράτους. Μετά την λήξη του πολέμου, οι Τάταροι εκδιώχθηκαν από την Κριμαία και τις υπόλοιπες ρώσικες περιοχές και μετακινήθηκαν σε ειδικές ζώνες στο Ουζμπεκιστάν. Η μετεγκατάσταση πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 1944 και συνολικά μεταφέρθηκαν με τραίνα 238.000 Τάταροι.

Λίγα χρόνια μετά, το 1954, με απόφαση του Ουκρανικής καταγωγής Νικήτα Χουρτσώφ, η Κριμαία αποσπάσθηκε από την Ρώσικη Δημοκρατία και εκχωρήθηκε στην Ουκρανία. Οι Τάταροι άρχισαν να επιστρέφουν στην Κριμαία μεμονωμένα από το 1969, ενώ το 1989, οι Ρώσοι αναγνώρισαν και καταδίκασαν την υποχρεωτική μετεγκατάσταση τους και άρχισε η συστηματικότερη επιστροφή τους στην Κριμαία. Παρόλα αυτά σήμερα δεν ξεπερνούν το 10% πληθυσμού της Κριμαίας καθώς οι περισσότεροι ζουν στις νότιες επαρχίες της Ρωσίας, κυρίως στις περιοχές του Βόλγα και των Ουραλίων. Ο συνολικός πληθυσμός τους υπολογίζεται στα 5,5 εκατ άτομα, ενώ οι Τάταροι της Κριμαίας δεν ξεπερνούν τα 200.000 άτομα.

Το 2014 οι Ρώσοι κάτοικοι της Κριμαίας, μετά από δημοψήφισμα, ανακηρύσσουν την περιοχή ως Αυτόνομη Δημοκρατία της Κριμαίας, αποσπώμενοι από τον Ουκρανικό κορμό, πράξη που δεν αναγνώρισε η Ουκρανία και η διεθνής κοινότητα. Από τότε, η κατάσταση στην περιοχή είναι ρευστή ενώ υποβόσκει η σύρραξη με την Ουκρανία.

Οι Τάταροι, λαός με μικρό ιστορικό αποτύπωμα και χαμηλή πολιτισμική ταυτότητα, ουδέποτε εντάχθηκε στην ρωσική κοινωνία, προσπαθώντας πάντα να αυτονομηθεί και να διατηρήσει την οντότητα του, κυρίως θρησκευτική.  Αποτελούν μέρος της Ρωσικής ιστορίας, αναφερόμενοι πάντα ως ο εσωτερικός εχθρός καθώς οι Τάταροι συντασσόταν πάντα με τους αντιπάλους της Ρωσίας, βαθαίνοντας κάθε φορά το χάσμα που χωρίζει τους δύο λαούς.

Οι Τάταροι της Ρωσίας είναι ένα κλασικό παράδειγμα λαού που δεν κατάφερε να δημιουργήσει αυτεξούσια πατρίδα και ζει διαρκώς σε αντιπαράθεση με τον λαό, στου οποίου την πατρίδα κατοικεί. Αντί να αναπτύξει μειονοτική πολιτική διεκδικώντας δικαιώματα ισοτιμίας και ισονομίας σε ένα ισχυρό κράτος, μετατρέπεται περιοδικά σε υποχείριο των εχθρών της θετής του πατρίδας (Τούρκοι, Ουκρανοί, ισλαμιστές κλπ) διεκδικώντας ένα όνειρο που μπορεί να αποδειχθεί εφιάλτης.  

Δευτέρα 9 Μαΐου 2016

Μεταναστεύσεις στον Ελλαδικό χώρο κατά τον μεσαίωνα


Το τέλος της αρχαιότητας σηματοδοτείται από την πτώση της Ρώμης (476 μ.Χ) και βρίσκει το δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας καθημαγμένο και διαλυμένο σε μικρά Γερμανικά βασίλεια, τα οποία προσπαθούν να επεκταθούν, το ένα εις βάρος του άλλου, στηριζόμενα στον θεσμό του φέουδου, δηλαδή της υποτέλειας σε κάποιον ισχυρότερο έναντι φόρων και προστασίας. 

Αντίθετα, το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας έχει μετασχηματισθεί σε μια νέα και ακμαία αυτοκρατορία, την Βυζαντινή, η οποία διατηρεί την αυτοκρατορική της δομή με ισχυρό στρατό, ενιαία διοίκηση και ανθηρή οικονομία. Η νέα αυτή αυτοκρατορία, οικοδομεί την υπόσταση της πάνω στην χριστιανική θρησκεία, υποβαθμίζοντας την σημασία του έθνους και της φυλής, με την ελληνική γλώσσα να λειτουργεί ως συγκολλητική ουσία. Στο μεγαλύτερο μέρος της έκτασης της νέας αυτοκρατορίας κυριαρχεί το Ελληνικό στοιχείο, το οποίο ομογενοποιείται με τους εξελληνισμένους μικρασιατικούς πληθυσμούς σε μια νέα ταυτότητα, αυτή του χριστιανού Ρωμαίου.

Κατά την διάρκεια του μεσαίωνα, η Βυζαντινή αυτοκρατορία θα δεχθεί πλήθος επιθέσεων και εποικισμών από νεοφερμένους λαούς, οι οποίοι θα αποσπάσουν εδάφη και θα φθείρουν σταδιακά την δομή και την συνοχή της αυτοκρατορίας έως την πλήρη κατάρρευση της με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453). Στην πορεία αυτή, ο πληθυσμός της αυτοκρατορίας θα ενσωματώσει νέους λαούς και θα δεχθεί επιδράσεις από άλλους, οι οποίες  θα αλλοιώσουν την εθνολογική της υπόσταση. Παρ’ όλα αυτά, η αυτοκρατορία θα καταφέρει να επιζήσει για 1000 έτη, παραμένοντας ο πυλώνας εξέλιξης της νέας ταυτότητας του Ελληνισμού.

Στις αρχές του 6ου μ.Χ. αιώνα, πριν την εμφάνιση των Σλαβικών και Τουρανο-Αλταϊκών λαών, ο πληθυσμός της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας εκτιμάται ότι προσέγγιζε τα 25-30 εκατ. από τα οποία οι 600.000 ζούσαν στην πρωτεύουσα. Η πολύβουη Κωνσταντινούπολη συγκέντρωνε, εκτός του κυρίαρχου Ελληνικού στοιχείου,  μωσαϊκό εθνοτήτων που είτε υπηρετούσαν στην διοίκηση και στον στρατό (Λατίνοι, Γότθοι, Ιλλυριοί κλπ ως κατάλοιπο της οικουμενικότητας της ρωμαϊκής περιόδου) είτε ανέπτυσσαν εμπορικές και διπλωματικές δραστηριότητες (Εβραίοι, Πέρσες, Άραβες κλπ) στην σημαντικότερη μητρόπολη του τότε κόσμου. Η ίδια πολυεθνική σύνθεση συναντάται την περίοδο εκείνη, σε όλες τις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας (Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια κλπ) με πληθυσμό μεγαλύτερο των 250.000 κατοίκων.

Αντίθετα με τις μεγάλες πόλεις, η ύπαιθρος διατηρεί ακόμα τον αμιγή της χαρακτήρα καθώς έως την περίοδο εκείνη, δεν είχαν πραγματοποιηθεί σημαντικές μετακινήσεις λαών προς το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με αποτέλεσμα οι πληθυσμοί των ανατολικών επαρχιών να παραμείνουν εθνολογικά σταθεροί καθ’ όλη την διάρκεια της ρωμαϊκής περιόδου. 

Στην Βαλκανική χερσόνησο, ο πληθυσμός στις αρχές του 6ου αιώνα υπολογίζεται στα 5 εκατ, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου ήταν Έλληνες στο γένος. Στον Ελλαδικό χώρο, ο πληθυσμός των κατοίκων παραμένει αμιγώς Ελληνικός, αν και μειωμένος από τις επιδρομές των Γερμανικών φύλων (2ος – 4ος αιώνας), τις επιδημίες και τις θρησκευτικές διώξεις. Από τον 3ο έως τον 7ο αιώνα οι υποστηρικτές του δωδεκάθεου, στην πλειονότητά τους Έλληνες,  σφαγιάζονται και προσηλυτίζονται με την βία στον χριστιανισμό. Τα αρχαία μνημεία και οι ναοί της παλιάς θρησκείας καταστρέφονται ή μετατρέπονται σε χριστιανικές εκκλησίες, τα κείμενα των αρχαίων φιλοσόφων παραδίδονται στην πυρά, ενώ πολύτιμα έργα τέχνης του αρχαίου κόσμου τεμαχίζονται ή αλλοιώνονται. Έως τον 6ο αιώνα έχει εξαλειφθεί οτιδήποτε Ελληνικό και η λέξη Έλληνας γίνεται πλέον ταυτόσημη με τον υποστηρικτή του δωδεκάθεου (Εθνικός). Η πλειοψηφία των Ελλήνων υποτάσσεται στην νέα κατάσταση, και αποποιείται του ονόματος και της παλαιάς θρησκείας. Οι Έλληνες αλλάζουν όνομα και μετατρέπονται σε Ρωμαίους.

Στα βορειοανατολικά της Βαλκανικής χερσονήσου (Μοισία και παραδουνάβιες περιοχές) κατοικούν ακόμα τα θρακικά φύλα των Δακών και Γετών, εμπλουτισμένα με Γότθους που εγκαταστάθηκαν εκεί επί Θεοδοσίου, ενώ στο βορειοδυτικό τμήμα της χερσονήσου (Δαλματία) συναντούμε σποραδικούς πληθυσμούς Ιλλυριών, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων κατοικεί βορειότερα, εκτός των ορίων της αυτοκρατορίας. 

Στην ιταλική χερσόνησο, η οποία έχει επανακτηθεί (533) επί Ιουστινιανού, κυριαρχούν οι Λατινικοί και Γοτθικοί πληθυσμοί στο βόρειο μέρος, ενώ νότια της γραμμής Νάπολι-Μπάρι, το Ελληνικό στοιχείο είναι ακόμα σημαντικό. Ειδικότερα στην Σικελία και την Νότιο Ιταλία (Καμπανία, Απουλία, Καλαβρία) το Ελληνικό στοιχείο είναι κυρίαρχο όπως και η Ελληνική γλώσσα.
 
Στην Μικρά Ασία, πυλώνα της αυτοκρατορίας, η πλειοψηφία των κατοίκων στις αρχές του 6ου αιώνα είναι Έλληνες, απόγονοι των μεγάλων εποικισμών (β’ ελληνικός αποικισμός, εποικισμοί Ελληνιστικών χρόνων) καθώς και διάφοροι μικρασιατικοί πληθυσμοί (Παφλαγόνες, Βιθυνοί, Καππαδόκες κλπ) οι οποίοι εξελληνίστηκαν πλήρως τους προηγούμενους αιώνες (Ελληνιστική περίοδος). Εκτός από αυτούς, στην περιοχή συναντώνται και κάποιοι ελληνόφωνοι πληθυσμοί (Ισαυροι, Κίλικες κλπ) οι οποίοι  διατηρούν ακόμα την αυτονομία τους, αλλά όμως σταδιακά έως τον 10ο αιώνα, θα ενσωματωθούν πλήρως στην νέα ταυτότητα του χριστιανού ρωμαίου. Εξαίρεση θα αποτελέσουν, οι χριστιανικοί  πληθυσμοί  των Αρμενίων και Σύρων, οι οποίοι θα διατηρήσουν την γλώσσα τους και την εθνική τους υπόσταση την οποία προσπαθούν να διαφοροποιήσουν μέσω αιρέσεων (Μονοφυσιτισμός, Αρειανισμός κλπ) που εκείνη την περίοδο λειτουργούσαν ως φορείς αντίστασης στην κεντρική εξουσία. Η συνήθης αντίδραση της αυτοκρατορικής διοίκησης ήταν οι διώξεις και οι μετακινήσεις των πληθυσμών αυτών σε πιο ελεγχόμενες περιοχές, που οδήγησαν σε πολλαπλές εσωτερικές μεταναστεύσεις από τον 6ο έως τον 10ο αιώνα, κυρίως Αρμενίων αιρετικών στην Θράκη.

Νοτιότερα, στην Μέση Ανατολή κυριαρχούν οι Σύροι και οι Άραβες, όπως και οι Αιγύπτιοι στην Βυζαντινή Βόρειο Αφρική, της οποίας ο πληθυσμός στις αρχές του 6ου αιώνα εκτιμάται στα 6-7 εκατ,  με έντονη την Ελληνική παρουσία κυρίως στις μεγάλες πόλεις (Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια).

Διακινδυνεύοντας μία εκτίμηση, στις αρχές του 6ου αιώνα, ο πληθυσμός των ελληνόφωνων (Έλληνες και εξελληνισμένοι) υπολογίζεται στα 15 εκατ., αναδεικνύοντας τους σε κυρίαρχο στοιχείο της πρώιμης Βυζαντινής αυτοκρατορίας των 25-30 εκατ, κατοίκων.

Όμως, στα μέσα του 6ου μ.Χ. αιώνα, η κατάσταση αυτή θα αλλάξει οριστικά καθώς η «μεγάλη μετανάστευση των λαών», θα δημιουργήσει ανακατατάξεις και μετακινήσεις πληθυσμών και θα αλλοιώσει την εθνολογική σύσταση της αυτοκρατορίας. Ο Ελλαδικός χώρος, αποδυναμωμένος πληθυσμιακά από τις επιδρομές των Γερμανικών φύλων (2ος – 4ος αιώνας) δεν θα μπορέσει να αντιμετωπίσει δυναμικά τις εισβολές των Σλαβικών και Τουρανο-Αλταϊκών φύλων που θα ακολουθήσουν, που σε αντίθεση με αυτές των Γερμανικών φύλων, θα αλλοιώσουν τον αμιγή πληθυσμό της Ελληνικής χερσονήσου, καθώς μέρος αυτών θα αναζητήσει μόνιμη εγκατάσταση στην περιοχή. Τους επόμενους τρείς αιώνες, η Βυζαντινή αυτοκρατορία, θα χάσει όλα τα εδάφη στα οποία δεν κυριαρχούν οι Ελληνικοί πληθυσμοί (Β.Αφρική, Μέση Ανατολή, Ν.Ιταλία) και θα ανακτήσει σταδιακά τον ελληνικό της χαρακτήρα, ως ελληνορθόδοξη αυτοκρατορία.

Οι πρώτοι που θα μετακινηθούν προς Νότο και θα εγκατασταθούν σε Βυζαντινά εδάφη είναι οι Σλάβοι. Η μετακίνηση τους ξεκίνησε τον 4ο αιώνα από την κοιτίδα τους στην σημερινή Λευκορωσία, λόγω της εισβολής τουρκομογγολικών φύλων (Ούννοι, Αβάροι, Βούλγαροι) που ανάγκασαν τους Σλάβους να κινηθούν δυτικότερα, φτάνοντας στις αρχές του 6ου αιώνα στα βόρεια του Δούναβη. Την ίδια περίοδο, οι Αβαροι μετακινούνται δυτικότερα στην πεδιάδα της Παννονίας (σημερινή Ουγγαρία και Δυτική Ρουμανία) και υποτάσσοντας τους Γέτες και τα υπολείμματα των Ούννων, δημιουργούν την αυτοκρατορία τους στα βορειοδυτικά σύνορα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Οι πρώτες εισβολές των Σλαβικών φύλων στον Ελλαδικό χώρο, επιχειρήθηκαν επί της βασιλείας του Ιουστινιανού (527-565) αλλά απωθήθηκαν από τον Βυζαντινό στρατό. Οι επιδρομές εντάθηκαν στα μέσα του 6ου αιώνα, αναγκάζοντας τον Ιουστινιανό να οργανώσει σύστημα παρατηρητηρίων και φρουρίων που έφτανε μέχρι τον Ισθμό της Κορίνθου. Η πρώτη σημαντική εισβολή των Σλάβων πραγματοποιήθηκε το 577, όπου κατά τον Μένανδρο (ιστορικό του 6ου αιώνα) 100 χιλιάδες Σλάβοι λεηλάτησαν την Μακεδονία και την Θεσσαλία και παρέμειναν διασκορπισμένοι στις περιοχές αυτές έως το 584. Οι επιδρομές επαναλήφθηκαν το 588, σε συνεργασία με τους Αβαρους, καταστρέφοντας τις βόρειες περιοχές της αυτοκρατορίας. Οι Βυζαντινοί αντιδρούν και το 593 απωθούν τους Σλάβους βόρεια του Δούναβη λεηλατώντας τις περιοχές τους.

Οι Αβαροι επανέρχονται το 600 και το 619 ενώ τον Αύγουστο του 626 φθάνουν λεηλατώντας και πολιορκούν την Κωνσταντινούπολη σε συνεργασία με τους Πέρσες, αλλά  απωθούνται. Μετά την αποτυχία τους, οι Αβαροι αποσύρθηκαν στην Παννονία, αφήνοντας την Βαλκανική στα χέρια των σλαβικών φύλων, τα οποία ανεξέλεγκτα προωθούνται νότια του Δούναβη. Η αδυναμία ελέγχου των εισβολέων Σλάβων οδήγησε τους Βυζαντινούς στην διπλωματία της εγκατάστασης σε συγκεκριμένες περιοχές, με στόχο τον εκχριστιανισμό και την ενσωμάτωσή τους. Οι πρώτες σλαβικές φυλές (Ρηγχίνοι, Σμολεάνες, Βελεγεζήτες κλπ) εγκαταστάθηκαν σε αγροτικές περιοχές των Βόρειων Επαρχιών της αυτοκρατορίας (Μοισία, Δαλματία), δημιουργώντας αυτόνομες νησίδες πληθυσμού με υποτυπώδη οργάνωση και διοίκηση που στις Βυζαντινές πηγές ονομάζονται «σκλαβηνίες», πληρώνοντας φόρο υποτέλειας στο Βυζαντινό κράτος. Σύντομα όμως, οι σκλαβηνίες επεκτάθηκαν και μετατράπηκαν σε εστίες εξεγέρσεων και επιδρομών στις γειτονικές περιοχές, ενώ στις απομακρυσμένες ΒΔ περιοχές της αυτοκρατορίας διαμόρφωσαν τις βάσεις για τα βασίλεια των Σέρβων και Κροατών. 

Στα μέσα του 7ου αιώνα,  οι Σλάβοι εγκαθίστανται στην πεδιάδα του Στρυμόνα αλλά το 657 υποτάσσονται από τον αυτοκράτορα Κώνστα τον Β’, δημιουργώντας την ομώνυμη σκλαβηνία. Όμως λίγα χρόνια αργότερα εξεγείρονται και από το 675 έως το 681 πραγματοποιούν επιδρομές στην Θεσσαλονίκη ενώ το 687 λεηλατούν την Προποντίδα. Ταυτόχρονα, μετακινούνται νοτιότερα και εγκαθίστανται στην Θεσσαλία (Παγασητικό κόλπο) και στην Θεσπρωτία. Στα τέλη του 7ου αιώνα,  οι μετακινήσεις των Σλαβικών φύλων έχουν δημιουργήσει μία ρευστή κατάσταση στις βόρειες περιοχές του Ελλαδικού χώρου, αναγκάζοντας τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β’, να πραγματοποιήσει το 688 εκστρατεία από την Κωνσταντινούπολη έως την Θεσσαλονίκη, με σκοπό την επιβολή της τάξης και την μεταφορά 80.000 Σλάβων από την Θράκη στην Μ.Ασία (θέμα Οψικίου) για ελάττωση του πληθυσμού τους. 

Παρ’ όλα αυτά, η μετακίνηση τους δεν μπορεί να ανακοπεί και στα μέσα του 8ου αιώνα οι περισσότερες πεδινές και ημιορεινές περιοχές της Μακεδονίας, Θεσσαλίας και Ηπείρου κατακλύζονται από Σλαβικούς πληθυσμούς. Εξαίρεση αποτελούν τα νησιά, οι παράκτιες περιοχές και οι πόλεις, οι οποίες μπορούν να προστατευθούν καλύτερα από τον Βυζαντινό στρατό. Στο πέρασμά τους, οι Σλάβοι δημιουργούν σκλαβηνίες στις εκβολές του Αλιάκμονα, του Νέστου και του Στρυμόνα, στην περιοχή της Βέροιας, στην ανατολική Θεσσαλία και στην Ήπειρο.  Η εγκατάσταση τους είναι σε γενικές γραμμές ειρηνική και στις περιοχές που εποικούν συνυπάρχουν με τον γηγενή πληθυσμό. Ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία και την γεωργία, εμπορευόμενοι τα προϊόντα τους στις γειτονικές βυζαντινές πόλεις. 

Το 746, η Πελοπόννησος χτυπιέται ξανά από πανώλη, η οποία αποδεκατίζει μεγάλο μέρος του πληθυσμού και προκαλεί την ανοχή των αρχών στην παραπέρα εγκατάσταση σλαβικών φύλων (Μίληγγες, Εζερίτες), στις ημιορεινές περιοχές του Ερύμανθου, Χελμού και Ταΰγετου. Η πανώλη αναγκάζει τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Ε΄ να μετακινήσει Ελληνικούς πληθυσμούς από τα νησιά του Αιγαίου και την ηπειρωτική Ελλάδα στην Κωνσταντινούπολη, της οποίας ο πληθυσμός έχει υποστεί σημαντική μείωση. Η μετακίνηση αυτή ενισχύει την επιθετικότητα των Σλάβων και το 758 οι Σλάβοι του Στρυμόνα εξεγείρονται και επιτίθενται στην  Θεσσαλονίκη, όμως το 783 υποτάσσονται από τον στρατηγό Σταυράκιο και το 792 τουλάχιστον 100 χιλ Σλάβοι μεταφέρονται απο τις ευρωπαϊκές επαρχίες της αυτοκρατορίας στην Βυθινία. Στις αρχές του 9ου αιώνα, οι Σλάβοι της Πελοποννήσου εξεγείρονται και προσπαθούν να εγκαθιδρύσουν κυριαρχία στην Πελοπόννησο. Το 805 πολιορκούν την Πάτρα, συνεπικουρούμενοι από τους Άραβες της Βορείου Αφρικής, αλλά αποκρούονται και η εξέγερση τους καταστέλλεται από τον αυτοκράτορα Νικηφόρο τον Α’. Οι στασιαστές παραδίδονται ως σκλάβοι στην εκκλησία και ο Νικηφόρος μεταφέρει κατοίκους από την νότιο Ιταλία και την Μ. Ασία στην Πελοπόννησο για ενίσχυση του πληθυσμού της.

Η προσπάθεια Σλαβικής κυριαρχίας στον Ελλαδικό χώρο τελειώνει μετά από δυο αιώνες αστάθειας, εξεγέρσεων και επιδρομών και η Βυζαντινή διοίκηση ξεκινά τον εκχριστιανισμό και την ενσωμάτωση τους. Οι σκλαβηνίες διαλύονται και  απορροφούνται από τις διοικητικές δομές της αυτοκρατορίας («θέματα») και οι Σλαβικοί πληθυσμοί αφομοιώνονται  σταδιακά έως τον 10ο αιώνα. Παρ’ όλα αυτά, σλαβικοί θύλακες διατηρούν την ταυτότητα τους έως την Φραγκοκρατία (13ος αιώνας) κυρίως στα ορεινά της Πελοποννήσου (Μήλιγγες, Εζερίτες) και της Πίνδου,  αντιδρώντας περιοδικά σε οικονομικά μέτρα της βυζαντινής διοίκησης.

Η Σλαβική εισβολή και εγκατάσταση στον Ελλαδικό χώρο απασχόλησε αρκετά την επιστημονική κοινότητα, κυρίως λόγω της εμμονής του Αυστριακού ιστορικού Jacob Fallmerayer , ο οποίος στα μέσα του 18ου αιώνα διατύπωσε την υπόθεση ότι οι ο Σλαβικός εποικισμός ήταν καθολικός, εξαφανίζοντας τους Έλληνες από την Βαλκανική χερσόνησο. Η θεωρία της «ελληνικής φυλετικής ασυνέχειας» που διατύπωσε, καταρρίφτηκε από αρκετούς σημαντικούς ιστορικούς (Karl Hopf, Κ.Παπαρηγόπουλος, Ν. Σβορώνος κλπ) οι οποίοι απέδειξαν ότι βασίσθηκε σε επιλεκτικές πηγές (χρονικό της Μονεμβασιάς) και παρερμηνείες Βυζαντινών πηγών, όπως του αυτοκράτορα Κων/νου Ποργυρογέννητου (905-959), ο οποίος δύο αιώνες αργότερα γράφει «εσλαβώθη δε πάσα η χώρα και γέγονε βάρβαρος» (περί των Θεμάτων).

Η κάθοδος των Σλάβων στην Βαλκανική χερσόνησο αλλοίωσε φυλετικά τους πληθυσμούς των βόρειων επαρχιών της αυτοκρατορίας (Μοισία, Δαλματία) οι οποίες σταδιακά αποσχίσθηκαν δημιουργώντας Σλαβικά κράτη (Σερβία, Βουλγαρία, Κροατία). Αντίθετα, η εισβολή σλαβικών πληθυσμών στο Ελλαδικό χώρο είχε μικρότερη ένταση και δεν αλλοίωσε σημαντικά τον μέχρι τότε αμιγή Ελληνικό πληθυσμό. Μεγάλο μέρος των εισβολέων επέστρεψε στις σλαβοκρατούμενες βόρειες επαρχίες ενώ οι Σλαβικοί πληθυσμοί που εγκαταστάθηκαν εδώ εξελληνίσθηκαν και αφομοιώθηκαν πλήρως από τον πολυπληθέστερο ελληνικό πληθυσμό. Σε κάθε περίπτωση, ο γηγενής Ελληνικός πληθυσμός του Ελλαδικού χώρου ξεπερνούσε τα 4 εκατ πρίν την κάθοδο των Σλάβων, από τους οποίους, μετά τις εκτοπίσεις, δεν πρέπει να παρέμειναν εδώ πάνω από 300 χιλ άτομα.  Ανάμνηση του εποικισμού τους παραμένουν κάποια σλαβικά τοπωνύμια, κυρίως σε ορεινές περιοχές της Πελοποννήσου και κάποιες λέξεις της καθημερινής αγροτικής ζωής. 

Την περίοδο της Σλαβικής εισβολής στην Βαλκανική (6ος - 8ος αιώνας), μία άλλη απειλή αναπτύσεται στην άλλη άκρη της αυτοκρατορίας, οι Άραβες. Το νέο πολιτικοθρησκευτικό κίνημα του Μωάμεθ διαμορφώνει νέες συνθήκες στην Μέση Ανατολή και την Αφρική που θα επηρεάσουν την Βυζαντινή αυτοκρατορία και τους Ελληνικούς πληθυσμούς που κατοικούν στις περιοχές αυτές. Μετά τον θάνατο του Μωάμεθ (632), ο δεύτερος χαλίφης, Ομάρ ξεκίνησε την επέκταση του Αραβικού χαλιφάτου εισβάλοντας στο Βυζάντιο. Το 635 , οι Αραβες καταλαμβάνουν την Δαμασκό και έως το 637 όλη την Συρία. Το 638 παραδίδεται η Ιερουσαλήμ, λαμβάνοντας εγγυήσεις για τους Χριστιανούς της περιοχής. Στην συνέχεια, οι Άραβες στρέφονται προς τα δυτικά και το 641 καταλαμβάνουν την Αλεξάνδρεια. Έως το 650, οι Άραβες είχαν αποσπάσει από την Βυζαντινή αυτοκρατορία , την Συρία, την Μεσοποταμία, την Παλαιστίνη, την Αίγυπτο  και μεγάλο μέρος των επαρχιών της Β. Αφρικής.

Η επαφή τους με την Μεσόγειο, δημιούργησε την ανάγκη απόκτησης στόλου, ο οποίος κατασκευάζεται και επανδρώνεται από ντόπιους Έλληνο-Σύριους οι οποίοι ήταν ειδικοί στην ναυσιπλοΐα. Με τον στόλο αυτό, οι Άραβες αρχίζουν επιδρομές στον ελλαδικό χώρο και καταλαμβάνουν το 652 την Κύπρο ενω το 653 λεηλατούν την Κρήτη, Κώ και Ρόδο, την οποίαν καταλαμβάνουν το 654 καταστρέφοντας τον Κολοσσό της Ρόδου. Το 673, ο Αραβικός στόλος διασχίζει το Αιγαίο και τον Ελλήσποντο και πολιορκεί την Κωνσταντινούπολη, κάθε καλοκαίρι από το 673 έως το 677. Το υγρό ή ελληνικό πυρ σώσει την πρωτεύουσα. Έως το τέλος του 7ου αιώνα οι Άραβες έχουν κατακτήσει όλη την Βόρεια Αφρική και την Ισπανία.

Στις αρχές του 8ου αιώνα, οι Άραβες επιχειρούν την δεύτερη πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, εκμεταλλευόμενοι εσωτερικές διαμάχες των Βυζαντινών. Το 716 εισβάλλουν στην Μικρά Ασία, όπου και διαχειμάζουν και το καλοκαίρι το 717 διασχίζουν τον Ελλήσποντο και καταλαμβάνουν την Θράκη. Η Κωνσταντινούπολη πολιορκείται από ξηράς και θαλάσσης, όμως ο Αραβικός στόλος εξουδετερώνεται από τους Βυζαντινούς χρησιμοποιώντας το υγρό πυρ. Ο βαρύς χειμώνας που ακολούθησε δημιούργησε περισσότερα προβλήματα (λιμός, ασθένειες) στους πολιορκητές από όσα στους πολιορκημένους που οδήγησαν την άνοιξη του 718 σε ολοσχερή καταστροφή του Αραβικού στόλου από το Βυζαντινό ναυτικό, παρά την ενίσχυση των Αράβων με νέο στόλο. Η πολιορκία λύθηκε στις 15 Αυγούστου 718 και οι Άραβες αποσύρθηκαν από την Μικρά Ασία, διατηρώντας τα εδάφη νοτιότερα της Αντιόχειας. Ακολούθησε μία μικρή περίοδος Αραβικών επιδρομών στην Καππαδοκία έως το 740, όπου οι Βυζαντινοί συνέτριψαν τους Άραβες στην μάχη του Ακρωϊνού (σημερινό Αφιόν Καραχισάρ) και έθεσαν οριστικό τέλος στις βλέψεις των Αράβων στην Βυζαντινή επικράτεια. Η επιτυχής άμυνα των Βυζαντινών ανέκοψε την Αραβική επέκταση στην Δύση μέσω του Βυζαντίου, και παράλληλα  με την νίκη των Φράγκων στην μάχη του Πουατιέ (732) αποσόβησαν την κατάκτηση της Ευρώπης από τους Άραβες.
 
Στίς αρχές του 9ου αιώνα, η Κρήτη δέχεται επίθεση από Άραβες, προερχόμενους από την Κόρδοβα της Ισπανίας, οι οποίοι στασίασαν και μετακινήθηκαν στην Αλεξάνδρεια. Από εκεί, το 823 περίπου 15.000 Άραβες Σαρακηνοί, καταγόμενοι από την Βερβερία (Βόρειο Αφρική) καταλαμβάνουν την περιοχή του σημερινού Ηρακλείου. Ιδρύουν τον Χάνδακα (αραβικά = χαντάκι) τον οποίον οχυρώνουν με τείχη και μεγάλη τάφρο και ξεκινούν μαζικούς εξισλαμισμούς και στρατολόγηση νέων στον στρατό τους. Παράλληλα, προσελκύουν ομόφυλους τους και  έως το 828 ολοκληρώνουν την κατάκτηση της Κρήτης, υποδεχόμενοι επιπλέον 40.000 Άραβες μετανάστες στο νησί. Παρ’ όλο που ο πληθυσμός του νησιού αλλοιώθηκε και η θρησκεία του άλλαξε, η κυριαρχία των Αράβων δεν υπήρξε πλήρης στο νησί και αρκετές ορεινές περιοχές (Σφακιά, Γόρτυνη, Κυδωνία κλπ) απέφυγαν τον εξισλαμισμό και την εγκατάσταση Αράβων. Οι Βυζαντινοί αντιδρούν άμεσα και προσπαθούν να ανακαταλάβουν την Κρήτη αντιλαμβανόμενοι την γεωστρατηγική σημασία του νησιού. Σε διαδοχικές εκστρατείες οι στρατηγοί Φωτεινός (825), Κρατερός (826) και Νικήτας Ωορύφας (828) αποτυγχάνουν να ανακαταλάβουν το νησί. Η προσπάθεια επαναλαμβάνεται το 843 από τον στρατηγό Θεόκτιστο και το 866 από τον Βάρδα και πάλι χωρίς αποτέλεσμα.
  
Ταυτόχρονα, οι Άραβες επιτίθενται και στην Σικελία, στην οποία εισβάλλουν το 827 προσκεκλημένοι του έπαρχου Ευφήμιου, ο οποίος στασίασε εναντίον του αυτοκράτορα Μιχαήλ Β’. Ο Ευφήμιος σκοτώνεται από πιστούς στον αυτοκράτορα και οι Άραβες επεκτείνουν την κυριαρχία τους σε όλη την Σικελία. Στο Βυζάντιο απομένει η Νότιος Ιταλία, όπου το Ελληνικό στοιχείο πυκνώνει από τους Σικελιώτες Έλληνες που εγκατέλειψαν την Σικελία.

Στις αρχές του 10ου αιώνα, οι Άραβες ισχυροποιούν την θέση τους στην Κρήτη και ονομάζουν την κτήση τους εμιράτο της Κρήτης, απ’ όπου ξεκινούν επιδρομές στην Πελοπόννησο και την Στερεά Ελλάδα. Το 904, υπό την αρχηγία του Έλληνα εξωμότη Λέοντα Τριπολίτη (Ρασίκ αλ Βαρντάμι)  επιχειρούν και επιτυγχάνουν την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, την οποία λεηλατούν. Οι Βυζαντινοί οργανώνουν και πάλι εκστρατεία εναντίον τους, το 911 υπό τον στρατηγό Ίμερο και το 956 υπό τον Κων/νο Γόγγυλο, αλλά πάλι αποτυγχάνουν. Άραβες περιηγητές αναφέρουν ότι ο πληθυσμός της Κρήτης στα μέσα του 10ου αιώνα είχε πλήρως εξισλαμισθεί, ενώ αντίθετα Λατίνοι έμποροι περιγράφουν ότι οι μουσουλμάνοι (Άραβες και εξισλαμισμένοι) κυριαρχούν στον Χάνδακα και τις πεδινές περιοχές, όμως υπάρχουν ακόμα χριστιανικές κοιτίδες στα ορεινά και ημιορεινά.

 Η Αραβική κατοχή της Κρήτης συνεχίζει να ενοχλεί τους Βυζαντινούς. Το 961, ο στρατηγός και μετέπειτα αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς οργανώνει νέα εκστρατεία εναντίον της Κρήτης με 75.000 άνδρες και καταφέρνει να καταλάβει τον Χάνδακα. Η πόλη γκρεμίζεται εκ θεμελίων και κτίζεται ξανά με το όνομα Τέμενος. Ο Φωκάς γκρεμίζει όλα τα μουσουλμανικά τεμένη της Κρήτης και όλα τα κτίρια με αραβικά χαρακτηριστικά. Παράλληλα, σφαγιάζει αδιακρίτως τον μουσουλμανικό πληθυσμό, μη εξαιρώντας τους εξισλαμισμένους Κρήτες. Η Κρήτη επανεντάσσεται με φωτιά και τσεκούρι στον Βυζαντινό κορμό μετά από 138 χρόνια Αραβικής κατοχής. Υπολογίζεται ότι σφαγιάσθηκαν 200.000 από τις 250.000 κατοίκους  του νησιού. Οι ελάχιστοι επιζώντες μουσουλμάνοι εκχριστιανίζονται βιαίως. Η μείωση του πληθυσμού αντιμετωπίσθηκε με μετακινήσεις από όλη την αυτοκρατορία, γεγονός που άφησε το αποτύπωμά του στα ονόματα πολλών χωριών (Αρμενοχώρι, Σκλάβοι, Ρωσοχώρι κλπ). Ταυτόχρονα, η Κρήτη διαιρέθηκε σε μεγάλες ιδιοκτησίες, οι οποίες δόθηκαν στις ισχυρές οικογένειες της Κωνσταντινούπολης (Φωκάδες, Μουσούροι, Γαβαλάδες, Μελισσηνοί κλπ) με σκοπό την διασφάλιση της σταθερότητας στο νησί αλλά και την σύνδεση του με την υπόλοιπη αυτοκρατορία.

Η Αραβική εξάπλωση θα αποσπάσει απο την Βυζαντινή αυτοκρατορία την ελληνοκρατούμενη Σικελία και τις κτήσεις της στην Μέση Ανατολή και την Βόρειο Αφρική. Πολλοί απο τους  Έλληνες των περιοχών αυτών εξισλαμίζονται ενώ άλλοι μεταναστεύουν στην Βυζαντινή Νότιο Ιταλία. Η Βυζαντινή αυτοκρατορία χάνει οριστικά τις κτήσεις της στην Μέση Ανατολή και την Βόρειο Αφρική και μαζί με αυτές 10 αιώνες επιρροής του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού στις περιοχές αυτές. Ο Ελληνισμός εκεί συρικνώνεται, παραμένοντας μόνο στις μεγάλες πόλεις, όπου προσπαθεί να διατηρήσει την ταυτότητά του. Ο πληθυσμός της υπαίθρου που ουδέποτε εξελληνίσθηκε (Σύροι, Εβραίοι, Αραβες κλπ), ασπάζεται ραγδαία το Ισλάμ και διαμορφώνει Αραβική συνείδηση.  Η Βυζαντινή αυτοκρατορία χάνοντας από τους Άραβες τις περιοχές με μη ελληνικό πληθυσμό (Αίγυπτος, Β.Αφρική, Μέση Ανατολή) στρέφει την προσοχή της στην Βαλκανική χερσόνησο και την Μικρά Ασία όπου το Ελληνικό στοιχείο ήταν πιο συμπαγές και ομοιογενές.

Καθ΄όλη την διάρκεια του πρώϊμου μεσαίωνα (6ος - 10ος αιώνας), μία σημαντική αιτία μεταναστεύσεων στην Βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν οι εσωτερικές μετακινήσεις που υλοποιούταν  για την αντιμετώπιση των αιρέσεων ή των μειώσεων του πληθυσμού (επιδρομές, επιδημίες κλπ). Τον  7ο αιώνα ξεσπά στην αυτοκρατορία η κρίση της εικονομαχίας, που διαίρεσε τους κατοίκους σε Εικονομάχους και Εικονολάτρες. Εικονομάχοι ήταν κυρίως οι κάτοικοι της Μικράς Ασίας και της Μέσης Ανατολής, οι οποίοι είχαν επηρεασθεί από τις ανεικονικές πρακτικές της ιουδαϊκής και ισλαμικής θρησκείας, ενώ αντίθετα η εκκλησία και οι κάτοικοι της πρωτεύουσας και των ευρωπαϊκών εδαφών ήταν σφόδρα εικονολάτρες. Η πρώτη περίοδος της εικονομαχίας (726-787) χαρακτηρίσθηκε από την εικονομαχική στάση του αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄ η οποία προκάλεσε εξέγερση του θέματος της Ελλάδος και βίαιη καταστολή του στόλου που εστάλη στην Κωνσταντινούπολη για διαμαρτυρία (727). Ο διάδοχος και υιός του  Κωνσταντίνος Ε’ εξαπέλυσε διωγμούς και πολλοί εικονολάτρες, κληρικοί και κάτοικοι του Ελλαδικού χώρου κατέφυγαν στην εικονόφιλη Σικελία και Νότιο Ιταλία ενισχύοντας τον εκεί ελληνικό πληθυσμό. Η εικονομαχία αναζωπυρώνεται τον επόμενο αιώνα, όμως η δεύτερη περίοδος της εικονομαχίας (814-842) θα αναλωθεί σε αντιπαραθέσεις μεταξύ κράτους και εκκλησίας με καθαιρέσεις επισκόπων, συγκλήσεις συνόδων και αυτοκρατορικά διατάγματα, χωρίς όμως διωγμούς ή μετακινήσεις πληθυσμών.

Στα μέσα του 9ου αιώνα, η αυτοκρατορία καλείται να αντιμετωπίσει στην Μικρά Ασία την αίρεση των Παυλικανών που απειλεί την συνοχή του κράτους. Στο κίνημα πρωτοστατούν Αρμενικοί πληθυσμοί οι οποίοι διώκονται από την αυτοκράτειρα Θεοδώρα (843) και καταφεύγουν στην αραβοκρατούμενη επαρχία Μελιτηνή, ιδρύοντας το πριγκιπάτο της Τεφρικής. Από εκεί, συμμετείχαν στις αραβικές επιδρομές εναντίον της Βυζαντινής Μικράς Ασίας έως το 863 όπου η περιοχή ανακατελήφθη από τους Βυζαντινούς. Εκτιμάται, ότι κατά την περίοδο των διωγμών των Παυλικανών εξοντώθηκαν έως και 100.000 άτομα, ενώ τα υπολείμματα τους μεταφέρονται σταδιακά στην βορειοδυτική Μικρά Ασία και στην Θράκη. Οι τελευταίοι Παυλικανοί της Μικράς Ασίας (περίπου 50 χιλ. άτομα) μεταφέρονται επί Ιωάννη Τσιμισκή (969-976) στην Θράκη, δημιουργώντας το πρόπλασμα για την επόμενη αίρεση του Βογομιλισμού

Στα τέλη του 9ου αιώνα, οι σλαβικοί πληθυσμοί του Ελλαδικού χώρου έχουν σχεδόν ενσωματωθεί στην Βυζαντινή κοινωνία, όμως οι βόρειοι γείτονες της αυτοκρατορίας, οι Βούλγαροι αρχίζουν να επεκτείνονται. Οι Βούλγαροι, φυλή τουρκομογγολικής προέλευσης, εγκαταστάθηκε στα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας στα τέλη του 7ου αιώνα. Το 681 ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος ο Δ’ συνάπτει ειρήνη με τον χάνο Ασπαρούχ και οι Βούλγαροι (bulga = ανακατεύω) εγκαθίστανται στις όχθες του Δούναβη. Εκεί αναμειγνύονται με Θράκες και Σλάβους και σταδιακά (έως τον 10ο αιώνα) εκσλαβίζονται, επιβάλλοντας όμως την υπέρτερη στρατιωτική τους οργάνωση. Το 893, ο Συμεών ο Μέγας δημιουργεί την Πρώτη Βουλγαρική Αυτοκρατορία επεκτείνοντας τα σύνορα της σε μία περιοχή που εκτείνεται από την Αδριατική έως τον Εύξεινο Πόντο και από την Βουδαπέστη έως τα περίχωρα της Θεσσαλονίκης με πρωτεύουσα τα Σκόπια. Οι αραβικές επιθέσεις και οι διαδοχικοί θάνατοι Βυζαντινών αυτοκρατόρων δίνουν την δυνατότητα στον Συμεών να επιτεθεί στην Κωνσταντινούπολη (913) και να εισβάλει στον ελλαδικό χώρο (918-922) όπου έφτασε λεηλατώντας έως την Κόρινθο.  Έως το 925 ο Συμεών πολιορκεί την Κωνσταντινούπολη αρκετές φορές διεκδικώντας ανεπιτυχώς το Βυζαντινό στέμμα. Το 927, ο Συμεών πεθαίνει και ο διάδοχός του Πέτρος Α’ υπογράφει συνθήκη με τους Βυζαντινούς και παντρεύεται την Βυζαντινή πριγκίπισσα Μαρία.

Στα τέλη του 10ου αιώνα αναζωπυρώνεται η Βουλγαρική απειλή, όταν το 971 εξεγείρονται εναντίον του Βυζαντίου, οι γιοί του Κόμη Νικολά της Σόφιας. Οι «Κομητόπουλοι» όπως έμειναν γνωστοί στην ιστορία, εξαπολύουν επιδρομές αρχικά στην μεθόριο και στην συνέχεια στον Ελλαδικό κορμό, όπου κατέλαβαν την Λάρισα (983) την Βέροια (989) φτάνοντας έως την Πελοπόννησο (996). Οι Βυζαντινοί ανασυντάχθηκαν και μετά από νικηφόρες αντιπαραθέσεις (Σπερχειός, 996) απώθησαν τους Βούλγαρους στις περιοχές τους. Το 997, ενθρονίζεται τσάρος των Βουλγάρων ο νεότερος και τελευταίος επιζών Κομητόπουλος, Σαμουήλ ο Β’. Ο νέος τσάρος μετέφερε την πρωτεύουσα του από τα Σκόπια στην Οχρίδα και εξαπέλυσε εκστρατεία εναντίον των Σέρβων και Κροατών επεκτείνοντας προς βορά την βουλγαρική επικράτεια.

Η αντεπίθεση των Βυζαντινών ξεκινά στην αυγή της νέας χιλιετίας (1001) όπου ο Βασίλειος ο Β’ ανακαταλαμβάνει έως το 1003 το μεγαλύτερο μέρος των κατεκτημένων περιοχών και απωθεί τους Βούλγαρους στην Θράκη (μεταξύ των ποταμών Νέστου και Έβρου). Μετά από σειρά αντιπαραθέσεων και μαχών, ο Βασίλειος ο Β’ συντρίβει τους Βούλγαρους το 1014 στην μάχη στο Κλειδί διαλύοντας την Πρώτη Βουλγαρική Αυτοκρατορία, μετατρέποντας τα εδάφη της στο Θέμα της Βουλγαρίας με πρωτεύουσα τα Σκόπια. Ακολουθεί προσπάθεια αποδιοργάνωσης της Βουλγαρικής κοινωνίας και ενσωμάτωσης της στην Βυζαντινή, με συνεχείς αντιδράσεις από πλευρά τους και περιορισμένα αποτελέσματα. Η προσπάθεια δυσχεραίνεται από τις επιδρομές τουρκικών φύλων (Πετσενέγοι, Κουμάνοι, Κιπτσάκοι, Ογούζοι κλπ) οι οποίοι λεηλατούν τις Βόρειες επαρχίες της αυτοκρατορίας, ενώ κάποιοι από αυτούς εγκαθίστανται στην Μακεδονία (Βάρδαροι στις όχθες Αξιού) και στην Ροδόπη.

Στα μέσα τού 10ο αιώνα, ο βασιλιάς της Σαξωνίας Οθων Α΄ συνενώνει τα γερμανικά κρατίδια και το 951 καταλαμβάνει την Λομβαρδία. Το 962 καταλαμβάνει την Ρώμη και ιδρύει την Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, της οποίας στέφεται αυτοκράτορας από τον Πάπα. Η γερμανική εισβολή στην Ιταλική χερσόνησο απειλεί την Βυζαντινή Ιταλία. Το 975 ο Ιωάννης Τσιμισκής συνένωσε τα τρία θέματα της Ιταλίας ιδρύοντας το κατεπανάτο Ιταλίας με έδρα το Βάριον (Μπάρι). Ο Οθων, παρά το γάμο του (972) με την αδελφή του Βυζαντινού αυτοκράτορα, Θεοφανώ, εισβάλει στα βυζαντινά εδάφη της Ιταλίας με πρόσχημα της εκδίωξη των Αράβων από την Σικελία, αλλά συντρίβεται από αυτούς στην ναυμαχία του Κρότωνα (982). Η Νότιος Ιταλία παραμένει Βυζαντινή.

Στα μέσα του 11ου αιώνα, η οι Νορμανδοί εισβάλλουν στην Βυζαντινή Ιταλία. Οι Νορμανδοί (Nord man = άνθρωπος του Βορρά), φύλο γερμανικής/σκανδιναβικής προέλευσης (Βίκινγκς) μετά από αλλεπάλληλες επιδρομές στην Βόρειο Ευρώπη, εγκαταστάθηκαν στην βορειοδυτική Γαλλία. Εκεί, εκχριστιανίσθηκαν και υιοθέτησαν την ρωμανική διάλεκτο. Η πολεμική τους δεξιότητα οδήγησε το 1017 τους κατοίκους της Λομβαρδίας να τους προσλάβουν ως μισθοφόρους εναντίον των Σαρακηνών Αράβων. Όμως, η νότιος Ιταλία τους άρεσε και αποφάσισαν να την καταλάβουν για λογαριασμό τους και να εγκατασταθούν εκεί. Με την παρότρυνση του Πάπα και αρχηγό τον Ροβέρτο Γυισκάρδο εισβάλλουν στις βυζαντινές περιοχές και κυριεύουν το 1059 την Απουλία και το 1060 την Καλαβρία. Το 1068 ξεκινούν την πολιορκία του Βάριου (Μπάρι) το οποίο καταλαμβάνουν το 1071 δίνοντας τέλος στην βυζαντινή κυριαρχία στην Νότιο Ιταλία. Παράλληλα, το 1072 καταφέρνουν να καταλάβουν την Σικελία από τους Άραβες. Στην συνέχεια οι Νορμανδοί περνούν την Αδριατική και καταλαμβάνουν την Κέρκυρα και τις ακτές της Ηπείρου. Όμως, οι Ενετοί, φοβούμενοι τον αποκλεισμό τους από τους Νορμανδούς συμμαχούν με τους Βυζαντινούς και τους νικούν στην θάλασσα, αναγκάζοντας τους να υποχωρήσουν στην Ιταλία. Οι Νορμανδοί προχωρούν σε εκκλησιαστική αναδιάρθρωση και εκλατινισμό των ελληνορθόδοξων κατοίκων της Νοτίου Ιταλίας. Το έως τότε κραταιό Ελληνικό στοιχείο αρχίζει να παρακμάζει. Η εισβολή των Νορμανδών έδωσε τέλος στην Ελληνική κυριαρχία στην Νότιο Ιταλία μετά απο 20 αιώνες συνεχούς παρουσίας και ανάπτυξης.

Στα τέλη του 11ου αιώνα, ένα άλλος επικίνδυνος εισβολέας εμφανίζεται στα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας, οι Σελτζούκοι. Μέλος της ομοφυλίας των Ογούζων Τούρκων και συγγενείς με τους Ούννους και τους Αβαρους μετακινήθηκαν στις αρχές του 9ου αιώνα από την κοιτίδα τους (Αλτάϊα Όρη, νότια της λίμνης Βαϊκάλης στην σημερινή Μογγολία) προς τα δυτικά. Στις αρχές του 11ου αιώνα, το πιο δυναμικό φύλο των Ογούζων, το φύλο του Σελτζούκ εισβάλει στην Περσία και καταλύει την δυναστεία των Βουιδών. Εκεί, οι Σελτζούκοι ασπάζονται το σουνιτικό Ισλάμ και υιοθετούν τον περσικό πολιτισμό και πολλά στοιχεία της περσικής γλώσσας (φαρσί). Οι Σελτζούκοι ξεκινούν επιδρομές στα ανατολικά σύνορα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και το 1071 συντρίβουν τον Βυζαντινό στρατό στο Ματζικέρτ. Μετά την νίκη τους και εκμεταλλευόμενοι τις εμφύλιες συρράξεις των Βυζαντινών, εισέρχονται στην Μ.Ασία προελαύνοντας έως την Νίκαια και δημιουργούν μουσουλμανικό κράτος με το όνομα Σουλτανάτο του Ρούμ (η σουλτανάτο του Ικονίου) υιοθετώντας σαν έμβλημα παραλλαγή του βυζαντινού δικέφαλου αετού. Στην συνέχεια, επιτίθεται στην αυτοκρατορία των Φατιμίδων της Αιγύπτου και  καταλαμβάνουν την Συρία και το 1076 την Ιερουσαλήμ. 

Η εισβολή των Σελτζούκων απετέλεσε και την αιτία της Α’ Σταυροφορίας (1096-1099) που οδήγησε στον περιορισμό των Σελτζούκων και στην δημιουργία Λατινικών βασιλείων στην Μέση Ανατολή. Η Δυτική Μ.Ασία επιστρέφει στην Βυζαντινή αυτοκρατορία και το Σουλτανάτο περιορίζεται στην Ανατολική Μ.Ασία με πρωτεύουσα το Ικόνιο. Οι Σελτζούκοι προχωρούν σε εξισλαμισμούς των Ελλήνων και Ελληνοφώνων κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι ασπάζονται το Ισλάμ είτε από φόβο και κόπωση από τις διαρκείς επιδρομές είτε από αγανάκτηση εναντίον της Βυζαντινής εξουσίας λόγω των συνεχών εμφυλίων πολέμων και της υψηλής φορολογίας.

Στην άλλη πλευρά της αυτοκρατορίας, οι Ενετοί μονοπωλούν το εμπόριο και την ναυσιπλοΐα χάρη στα προνόμια που τους δόθηκαν για την υποστήριξη  εναντίον των Νορμανδών, επηρεάζοντας αρνητικά το Βυζαντινό εμπόριο, Όταν ο αυτοκράτορας Ιωάννης Β’ προσπάθησε να τα καταργήσει, ο ενετικός στόλος επιτέθηκε (1124) στα νησιά Ρόδο, Σάμο, Λέσβο, Κεφαλονιά καθώς και στην Τορώνη, λεηλατώντας τα και αναγκάζοντας τον αυτοκράτορα να υποχωρήσει.

Το 1147 οι Νορμανδοί επιχειρούν για δεύτερη φορά να καταλάβουν Βυζαντινά εδάφη. Με πρόσχημα την 2η σταυροφορίας (1147-49), ο Ροβήρος Β’ της Σικελίας επιτίθεται και καταλαμβάνει ξανά την Κέρκυρα. Στην συνέχεια, ξεκινάει επιδρομές στην Κορινθία και στην Βοιωτία, όπου έρχεται σε επαφή με την σηροτροφία που εξασκούταν ήδη στην περιοχή και μεταφέρει 15.000 σηροτρόφους και μεταξουργούς στο Παλέρμο, όπου αναπτύσσει την παραγωγή μεταξιού. Ο αυτοκράτορας Μανουήλ Α’ Κομνηνός αντιδρά και στέλνει στρατό όπου μετά από τρίμηνη πολιορκία ανακαταλαμβάνει την Κέρκυρα και εισβάλει στην Ιταλία. Όμως η επιθυμία του να ανασυστήσει την Βυζαντινή Ιταλία αποτυγχάνει καθώς ηττάται από τους Νορμανδούς το 1156 στο Μπρίντιζι και εγκαταλείπει την Ιταλία.
Το 1171, ο αυτοκράτορας Μανουήλ αποπειράται να απομακρύνει τους Ενετούς εμπόρους από την αυτοκρατορία, προκαλώντας την Βενετία να έρθει σε συμφωνία με τους Νορμανδούς και να λεηλατήσει την Χίο και Λέσβο ως αντίποινα. Ο  αυτοκράτορας αναδιπλώνεται (1179).

Το 1185, οι Νορμανδοί επιστρέφουν με αρχηγό τον Γουλιέλμο Β’ και καταλαμβάνουν το Δυρράχιο. Στην συνέχεια,  κατέλαβαν την Κέρκυρα, την Κεφαλονιά και την Ζάκυνθο και έπλευσαν προς την Θεσσαλονίκη, την οποίαν κατέλαβαν και λεηλάτησαν, εξοντώνοντας 7.000 από τους κατοίκους της. Μετά την άλωση της Θεσσαλονίκης, στρέφονται κατά της Κωνσταντινούπολης, προκαλώντας λεηλασίες και αναταραχές στους τοπικούς πληθυσμούς. Όμως, στην πορεία αυτή, ο στρατός τους εκφυλίσθηκε από καταχρήσεις και επιδημίες και νικήθηκε από τον στρατηγό Βρανά. Τα υπολείμματα τους υποχώρησαν στην Ιταλία, διατηρώντας όμως στην κατοχή τους την Κεφαλονιά και την Ζάκυνθο, οι οποίες χάθηκαν οριστικά για το Βυζάντιο.

Η τελευταία εισβολή των Νορμανδών αποδιοργάνωσε την κεντρική εξουσία και ενθάρρυνε τους Βούλγαρους σε εξεγέρσεις. Οι Ιβάν Ασέν και Πέτρος πρωτοστατούν και το 1185, επανιδρύουν το Βουλγαρικό κράτος (στα εδάφη της σημερινής Βουλγαρίας) με πρωτεύουσα το Τάρνοβο  θέτοντας τα θεμέλια της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας.  Το κράτος αυτό θα ακμάσει εμπορικά και πολιτιστικά και θα διατηρηθεί, χωρίς ιδιαίτερες προστριβές με την παρακμάζουσα Βυζαντινή αυτοκρατορία έως το 1396 (Οθωμανική κατάκτηση).

Η κήρυξη της Δ’ σταυροφορίας (1201-1204) έδωσε την δυνατότητα στον νέο δόγη της Βενετίας, Ερρίκο Δάνδολο (1192-1205) να υλοποιήσει τα σχέδια του για κυριαρχία στην Ανατολική Μεσόγειο και έλεγχο των εμπορικών δρόμων προς την Ανατολή. Το 1204, οι σταυροφόροι επιτίθενται και λεηλατούν την Κωνσταντινούπολη διαμελίζοντας την Βυζαντινή αυτοκρατορία σε λατινικά και ελληνικά βασίλεια. Η Φραγκοκρατία (ή Λατινοκρατία) δεν ήταν ούτε καθολική ούτε ίδιας διάρκειας για όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας. Το μεγαλύτερο μέρος της Μ.Ασίας παραμένει υπό βυζαντινό έλεγχο (αυτοκρατορία της Νίκαιας) και αμέσως ξεκινάει η προσπάθεια ανακατάληψης των κατεκτημένων εδαφών. Έως το 1224 οι Λατίνοι έχουν εκδιωχθεί από την Μ.Ασία και έως το 1261 έχει απελευθερωθεί η Μακεδονία, Θράκη και η Κωνσταντινούπολη και ο Μιχαήλ Παλαιολόγος επανιδρύει την Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Ο Πόντος παραμένει επίσης υπό βυζαντινό έλεγχο (Κομνηνοί) δημιουργώντας της αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, η οποία θα παραμείνει ανεξάρτητη έως την κατάληψη της από τους Οθωμανούς το 1461. Η Ήπειρος και η Αιτωλοακαρνανία δεν περιήλθαν επίσης υπό λατινικό έλεγχο δημιουργώντας το δεσποτάτο της Ηπείρου, το οποίο παρέμεινε υπό βυζαντινό έλεγχο έως το 1318, όπου πέρασε στον έλεγχο Σέρβων και Ιταλών έως την οριστική κατάληψη τους από τους Οθωμανούς το 1479. 

Οι περιοχές που παρέμειναν υπό λατινικό έλεγχο έως την Οθωμανική κατάκτηση ήταν η Αττικοβοιωτία (Δουκάτο των Αθηνών έως το 1456), η Εύβοια (Negreponte έως το 1470), η Αχαΐα (Πριγκιπάτο της Αχαΐας έως το 1430), η Κρήτη έως το 1669, τα νησιά του Αιγαίου έως το 1566 ενώ υπήρξαν και περιοχές (Ιόνια νησιά, Δωδεκάνησα) οι οποίες δεν κατακτήθηκαν ποτέ από τους Οθωμανούς και παρέμειναν υπό Λατινική κυριαρχία έως την ένταξη τους στο νέο Ελληνικό κράτος.
Κατά την περίοδο αυτή, ο Ελλαδικός χώρος χαρακτηρίζεται από ποικιλία δυτικών επικυρίαρχων : Φράγκοι (Βουργουνδοί), Φλαμανδοί, Γενουάτες, Ενετοί, Καταλανοί, Λομβαρδοί, Φλωρεντινοί  και διάφορα τάγματα ιπποτών (Ναϊτες, Ιωαννίτες κλπ) με κοινό χαρακτηριστικό την θρησκεία (Καθολικοί) αλλά και τα φεουδαλικά πρότυπα εγκαθίστανται στις λατινοκρατούμενες περιοχές ως επικυρίαρχοι επηρεάζοντας την γλώσσα, τις τέχνες και την οικονομία. Κυρίως όμως επιδρούν στην αφύπνιση της ελληνικής εθνικής συνείδησης η οποία ήταν δυσδιάκριτη στην θεοκρατούμενη βυζαντινή αυτοκρατορία. Οι μετακινήσεις Λατινικών πληθυσμών στις λατινοκρατούμενες περιοχές δεν ήταν σημαντικές και περιορίσθηκαν σε στρατιωτικά τμήματα επιφορτισμένα με την διατήρηση της κυριαρχίας τους. Παρ' όλα αυτά κάποιοι Λατίνοι στρατιωτικοί παρέμειναν, εξελληνιζόμενοι σταδιακά, κυρίως στην Αττική, την Αχαϊα και τα νησιά του Αιγαίου. 

Τον 13ο αιώνα, το σουλτανάτο του Ρούμ αρχίζει να παρακμάζει και διασπάται από την επέλαση των Μογγόλων, σε πολλά μικρά αυτόνομα μουσουλμανικά κρατίδια τα οποία παλεύουν για την επιβίωση τους. Το 1299, ο φύλαρχος ενός από αυτά, ο Οσμάν, κηρύττει την πλήρη ανεξαρτησία του από τον Σουλτάνο του Ρούμ και γίνεται ο γενάρχης των Οθωμανών. Οι Οθωμανοί, πιεζόμενοι από τους Μογγόλους και εκμεταλλευόμενοι την αδράνεια της Βυζαντινής διοίκησης, κινούνται δυτικά κατακτώντας σταδιακά πόλεις (Νίκαια, Νικομήδεια κλπ). Η διάλυση του Βυζαντινού κράτους ήταν τόσο μεγάλη στην Μικρά Ασία, που όταν ο Μιχαήλ Παλαιολόγος ταξίδεψε στις ανατολικές επαρχίες, μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους (1261), την βρήκε σχεδόν ακατοίκητη και κατεστραμμένη από τις επιδρομές των τούρκικων φύλων.

Οι Οθωμανοί ενοποιούν τα μουσουλμανικά κρατίδια και διαμορφώνουν κρατική οντότητα μιμούμενοι την Βυζαντινή διοίκηση. Το 1326 κατακτούν την Προύσα και το 1354 περνούν σε ευρωπαϊκό έδαφος κατακτώντας την Καλλίπολη, μετά από πρόσκληση του «ισχυρού» Ιωάννη Κατακουζηνού ο οποίος σφετερίζεται τον θρόνο του αυτοκράτορα Ιωάννη Ε’ Παπαιολόγου. Το 1361 κατακτούν την Αδριανούπολη και την ονομάζουν πρωτεύουσα τους.

Την ίδια περίοδο (μέσα 14ου αιώνα), ο Στέφανος Δουσάν γίνεται βασιλιάς των Σέρβων (1331) και ξεκινά επεκτατικούς πολέμους εναντίον του Βυζαντίου και της Βουλγαρίας. Έως το 1354 έχει κατακτήσει την Μακεδονία (εκτός της Θεσσαλονίκης), Αλβανία, Ήπειρο, Θεσσαλία και δυτική στερεά Ελλάδα, ανακηρυσσόμενος «αυτοκράτορας των Ρωμαίων, Σέρβων και Αλβανών». Απώτερος στόχος του Δουσάν ήταν η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης και η δημιουργία χριστιανικής αυτοκρατορίας συνεχιστή της Βυζαντινής. Όμως, μετά τον θάνατο του Δουσάν (1355) οι επίγονοι του δεν μπόρεσαν να διατηρήσουν τις κατακτήσεις του,  οι οποίες διασπάσθηκαν  σε μικρές ηγεμονίες που σταδιακά κατακτήθηκαν από τους επερχόμενους Οθωμανούς. Ο αδελφός του, Συμεών Ούρεσης μετακινεί Βλάχους απο την Τρανσυλβανία στην Θεσσαλία και ιδρύει την βραχόβεια Μεγάλη Βλαχία. Το όνειρο του Δουσάν έσβησε  1389 όταν οι Οθωμανοί νίκησαν στην μάχη του Κοσσυφοπεδίου τους συνασπισμένους βαλκανικούς σλαβικούς λαούς και επέκτειναν την κυριαρχία τους έως τα όρια της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας.

Η ολοκληρωτική κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ανεστάλη στις αρχές του 15ου αιώνα, όταν οι Μογγόλοι ξεκίνησαν επιδρομές προς τα δυτικά. Οι Οθωμανοί κατατροπώθηκαν το 1401 στην μάχη της Άγκυρας και οι Μογγόλοι έφτασαν έως την Σμύρνη, αλλά αποχώρησαν από τα Οθωμανικά εδάφη για να επιτεθούν στην Κίνα.
  
Ο κατακερματισμός της Βυζαντινής αυτοκρατορίας σε συνδυασμό με την λειψανδρία που δημιουργήθηκε σε κάποιες περιοχές, έδωσαν την δυνατότητα σε μετακινήσεις στο εσωτερικό της πρώην αυτοκρατορίας. Από τα μέσα του 14ου αιώνα, Αλβανικά φύλα μετακινούνται στην Θεσσαλία για να καλύψουν τα κενά στις αγροτικές περιοχές. Οι Αλβανοί εμφανίζονται για πρώτη φορά στην ιστοριογραφία, το 1043, όπου κατά τον Μιχαήλ Ατταλειάτη συνέδραμαν τον στρατηγό Γεώργιο Μανιάκη στην στάση του εναντίον του αυτοκράτορα, ενώ αναφέρονται ως Αρβανοί και στην «Αλεξιάδα» της Άννας Κομνηνούς (1148). Η κάθοδός τους ξεκινά το 1325 από το όρος Αρβανοναλβανον= λευκό) και σε διάστημα 30 ετών, τουλάχιστον 10.000 άτομα εγκαταστάθηκαν στην κοιλάδα του Σπερχειού. Το 1382 ζητούν και παίρνουν άδεια να εγκατασταθούν στο (Καταλανικό) Δουκάτο των Αθηνών ως στρατιώτες. Η οθωμανική κατάληψη της Θεσσαλίας (1393) αναγκάζει περίπου 10.000 Αλβανούς να μετακινηθούν προς Νότο και το 1404-05 περνούν τον ισθμό της Κορίνθου και εγκαθίσταται στο Δεσποτάτο του Μυστρά. Η έκρηξη του «Μαύρου Θανάτου» (πανώλη) το 1347-49 δημιουργεί δημογραφική κρίση και ευνοεί την μετεγκατάσταση των Αλβανών στα πεδινά, τα οποία επλήγησαν περισσότερο από την αρρώστια. Στο δεσποτάτο της Ηπείρου, η αλβανική παρουσία είναι έντονη και σταδιακά εντάσσονται στον στρατό και στην αριστοκρατία του Δεσποτάτου. Οι Αλβανοί που μετακινήθηκαν στον Ελλαδικό χώρο, διατήρησαν την ελληνορθόδοξη θρησκεία τους και πολλοί αφομοιώθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό. Εκτιμάται, ότι πάνω από 100.000 Αλβανοί εγκαταστάθηκαν στον Ελλαδικό χώρο από το 1325 έως το 1418, άλλοι ως μισθοφόροι στρατιώτες και άλλοι ως νομάδες-κτηνοτρόφοι, τους οποίους η διαρκής αναζήτηση βοσκοτόπων οδήγησε στην δημιουργία πολλών μικρών χωριών διάσπαρτων στον Ελλαδικό χώρο.
 
Το 1425 οι Ενετοί προσελκύουν Αλβανούς στην Εύβοια (Negreponte) η οποία παρουσίαζε δημογραφική πτώση, οριοθετώντας τους στην περιοχή της Καρυστίας ώστε να λειτουργούν ως μεθοριακοί φρουροί. Οι Ενετοί προσκαλούν Αλβανούς και στις υπόλοιπες ενετοκρατούμενες περιοχές και έως το 1470 έχουν εγκατασταθεί 15.000 Αλβανοί στην Λευκάδα και 10.000 στην Ζάκυνθο. Η κατάληψη της Αλβανίας από τους Οθωμανούς (1431) αναγκάζει πολλούς Αλβανούς να μεταναστεύσουν προς  την Πελοπόννησο και την Νότιο Ιταλία, για να αποφύγουν τον εξισλαμισμό. Στα μέσα του 15ου αιώνα, οι Αλβανοί της Πελοποννήσου υπολογίζονται σε 30.000 ίσοι περίπου σε πληθυσμό με τους Έλληνες.
 
Στα μέσα του 15ου αιώνα, ολοκληρώνεται η κατάκτηση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας από τους Οθωμανούς με την Άλωση της Πόλης (1453). Η χιλιόχρονη αυτοκρατορία καταλύεται και οι χριστιανοί Ρωμαίοι κάτοικοί της γίνονται υποτελείς ενός λαού με πρωτόγονο πολιτισμό, ασαφή ταυτότητα και αδυναμία διοίκησης. Τα τουρκικά φύλα (Σελτζούκοι, Οθωμανοί) στην πορεία τους προς την δύση, κατέλυσαν αρχικά την πανάρχαια Περσική αυτοκρατορία και το χαλιφάτο της Βαγδάτης και στην συνέχεια την Βυζαντινή αυτοκρατορία, υιοθετώντας στοιχεία των υψηλότερων πολιτισμών τους και του τρόπου διακυβέρνησης που ακολουθούσαν. Σημαντικό χαρακτηριστικό της Οθωμανικής ανάπτυξης ήταν η έντονη ενσωμάτωση τοπικών πληθυσμών (Έλληνες, Αρμένιοι, Πέρσες κλπ) μέσω της διαδικασίας του εξισλαμισμού, σε τέτοιο βαθμό που διαφοροποίησε τα φυλετικά χαρακτηριστικά του πληθυσμού τους. Οι σύγχρονοι Τούρκοι προσομοιάζουν περισσότερο στους λαούς που κατέκτησαν παρά στους προγόνους τους, καθώς λίγες χιλιάδες τουρκομογγολικής προέλευσης Σελτζούκοι και Οθωμανοί κυριάρχησαν σε μία περιοχή (Μ.Ασία, Βαλκάνια, Μέση Ανατολή) με πληθυσμό τουλάχιστον 25 εκατ ανθρώπων.

Η Οθωμανική αυτοκρατορία συγκροτήθηκε μιμούμενοι τον Βυζαντινό τρόπο διοίκησης, εμπλουτισμένο με την Περσική παράδοση και τις αρχές του Ισλάμ. Οι Οθωμανοί, κατά βάση πολεμική ομάδα κυριάρχησαν σε ετερόκλητους λαούς στηριζόμενοι στην στρατιωτική δύναμη. Θετικό χαρακτηριστικό της Οθωμανικής διοίκησης ήταν η ανεκτικότητα προς τους μη μουσουλμάνους (σύστημα των μιλλέτ) που βοήθησε στην διατήρηση της αυτοτέλειας των χριστιανών και λειτούργησε σαν συνέχεια του ομογενοποιημένου χριστιανού ρωμαίου πολίτη της Βυζαντινής περιόδου. Η γαιοκτησία περνάει στον σουλτάνο, ως εκπρόσωπο του Θεού, και η νέα αυτοκρατορία εφαρμόζει το τιμαριακό σύστημα, δηλαδή την παραχώρηση της χρήσης της γης σε αξιωματούχους και στρατιώτες έναντι τιμήματος προς την διοίκηση. Η αλλαγή αυτή στερεί την γη από τους υπόδουλους πληθυσμούς, οι οποίοι είτε παραμένουν ως δουλοπάροικοι είτε μετακινούνται στις πόλεις δραστηριοποιούμενοι στο εμπόριο, στις τέχνες και στην βιοτεχνία.

Το τέλος του μεσαίωνα βρίσκει τον Ελληνισμό καθημαγμένο και  διαιρεμένο κάτω από διαφορετικούς επικυρίαρχους. Στην βαλκανική χερσόνησο και την Μικρά Ασία, οι Έλληνες προσπαθούν να προσαρμοσθούν στην Οθωμανική κατοχή, ενώ δεν είναι λίγοι αυτοί που ενδίδουν στον εξισλαμισμό προσδοκώντας μία καλύτερη ζωή. Η προσαρμοστικότητα του Έλληνα, οδηγεί πολλούς σε μία νέα ταυτότητα, αυτή του Οθωμανού. Πολλοί από τους απόγονους των Ελλήνων που έγιναν χριστιανοί Ρωμαίοι, μετατρέπονται τώρα σε Οθωμανούς μουσουλμάνους. Στις Ενετοκρατούμενες περιοχές (Κρήτη, Κυκλάδες, Ιόνια νησιά, Δωδεκάνησα) ο Ελληνισμός διατηρείται σε μεγάλο βαθμό, με μικρούς επηρεασμούς στην γλώσσα και στον πολιτισμό, καθώς οι μετακινήσεις Ενετών στις κυριαρχούμενες περιοχές είναι περιορισμένες. Αντίθετα, στην Ιταλική χερσόνησο, ο κυρίαρχος Ελληνισμός του νότου, σταδιακά εκλατινίζεται κάτω από την Νορμανδική κατοχή, διατηρώντας ήθη και έθιμα και σε κάποιες περιοχές (Απουλία, Καλαβρία) την Ελληνική γλώσσα (γκρεκάνικα).  Στην Μέση Ανατολή και την Βόρειο Αφρική, οι εναπομείναντες Έλληνες, κυρίως στις μεγάλες πόλεις (Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια κλπ), προσαρμοσμένοι στην Αραβική κυριαρχία, βιώνουν μαζί με αρκετούς λαούς που επηρεάσθηκαν από τον Ελληνισμό (Σύρους, Κόπτες στην Αίγυπτο κλπ) την Οθωμανική κατοχή.

Η Άλωση της Πόλης που σηματοδότησε την αρχή της Οθωμανικής κατοχής, προκάλεσε σοκ στους Έλληνες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας καθώς έως τότε πίστευαν ότι η θεόσταλτη αυτοκρατορία τους δεν θα κατέρρεε ποτέ. Πολλοί την συνέδεσαν με το τέλος του κόσμου και οι περισσότεροι δέχθηκαν την μοίρα τους. Η Οθωμανική κυριαρχία οδήγησε αρκετούς Έλληνες, ιδίως τους πλούσιους αριστοκράτες και τους διανοούμενος στην μετανάστευση κυρίως στην Ιταλία, αλλά και στην Αυστρία και Ρωσία. Με τον τρόπο αυτό, οι Έλληνες μετέφεραν στην Δύση τον Ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, την γνώση και την κοσμοθεωρία τους πυροδοτώντας την Αναγέννηση που ακολούθησε. 

Οι Έλληνες παρά τις προγενέστερες μετακινήσεις Σλάβων, Βλάχων και Αλβανών, παρέμειναν η κυρίαρχη φυλετική ομάδα στον Ελλαδικό χώρο και στα παράλια του Πόντου και της Μικράς Ασίας. Στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας οι εξισλαμισμοί τροφοδοτούν με νέο αίμα το μουσουλανικό στοιχείο μειώνοντας τους Ελληνικούς πληθυσμούς, καθώς οι εξισλαμισθέντες εντάσσονται στην ομάδα των κατακτητών. Αντίθετα στον Ελλαδικό χώρο, η αφομοιωτική δύναμη του Ελληνισμού έχει εμπλουτίσει τους τοπικούς πληθυσμούς με νέους κατοίκους (Αλβανοί, Βλάχοι, Λατίνοι), οι οποίοι, ως Έλληνες πλέον, θα παίξουν  σημαντικό ρόλο στην παλιγεννεσία που θα ακολουθήσει λίγους αιώνες μετά.