Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2015

τα όπλα του Τσίπρα

Παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον, όπως και οι περισσότεροι Ελληνες, τις εξελίξεις στην διαπραγμάτευση της νέας κυβέρνησης με τους εταίρους για το θέμα του χρέους και τολμώ να ομολογήσω ότι νοιώθω περισσότερο υπερηφάνεια παρά φόβο.

Οι εταίροι-δανειστές μας και κυρίως οι Γερμανοί, παραμένουν προσκολημένοι σε μία αδιέξοδη πολιτική και αντιμετωπίζουν την προσπάθεια επαναδιαπραγμάτευσης της δανειακής μας σύμβασης με τιμωρητική διάθεση και πρόθεση παραδειγματισμού των υπολοίπων που θα τολμήσουν να κάνουν το ίδιο.

Τα όπλα της κυβέρνησης σε αυτήν την διαπραγμάτευση είναι πολλά, με βασικότερο την αποτυχία του υφιστάμενου προγράμματος. Οι δυσκολίες, επίσης πολλές, με σημαντικότερη την απροθυμία των εταίρων μας να παραδεχθούν την αποτυχία του προγράμματος, καθώς δεν έχουν εναλλακτική πρόταση σύμφωνη με τις νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις τους.

Τα επιχειρήματα της Ελλάδος στην διαπραγμάτευση με τους εταίρους μας, θα πρέπει να επικεντρωθούν :
1. στην αποτυχία της εφαρμοζόμενης οικονομικής πολιτικής στην Ευρώπη (και κατά συνέπεια στην Ελλάδα) και 
2. στην δυνατότητα της χώρας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, μόνο αν ακολουθήσει άλλη οικονομική πολιτική. 
Πρέπει να υποστηριχθεί ότι η αδυναμία της Ελλάδος να διαχειρισθεί το χρέος της, είναι αποτέλεσμα κυρίως της πολιτικής της λιτότητας η οποία ανακυκλώνει την ύφεση και δευτερευόντως των εσωτερικών δυσλειτουργιών της χώρας, που έχουμε πρόθεση να βελτιώσουμε.

Τα επιχειρήματα του Τσίπρα, θα πρέπει να παρατεθούν, ξεκινώντας απο την αντιμετώπιση του γενικού προβλήματος (ύφεση της Ευρωπαϊκής οικονομίας) και να καταλήξουν στην επίλυση του Ελληνικού προβλήματος.

Οσον αφορά το πρώτο, ο Τσίπρας πρέπει να αξιοποιήσει το γεγονός ότι κάθε μέρα, όλο και περισσότεροι Ευρωπαίοι αντιλαμβάνονται ότι η εμμονή της Γερμανίας στην λιτότητα και τον αποπληθωρισμό είναι αδιέξοδη και με καταστροφικά αποτελέσματα για την Ευρωπαϊκή οικονομία. Επιπλέον, αντιλαμβάνονται ότι η πολιτική αυτή αποικοδομεί το κράτος πρόνοιας και αλληλεγγύης, στο οποίο στηρίχθηκε το Ευρωπαϊκό ιδεώδες, επηρεάζοντας αναπόφευκτα και τους δημοκρατικούς θεσμούς της ηπείρου μας. Η Ευρωπαϊκή ιδέα δεν στηρίχθηκε ούτε στην ισχύ, ούτε στην χωρίς κανόνες ανταγωνιστικότητα, ούτε στην αντιπαράθεση με κάθε διαφορετική αντίληψη. Στηρίχθηκε στην ισονομία και στην ισοπολιτεία, στην αλληλεγγύη και στον σεβασμό της διαφορετικότητας. Η Ευρώπη χωρίς αυτές τις αξίες, θα μετατραπεί σε φεουδαρχική συνομοσπονδία κρατών, όπου θα βασιλεύει το δίκαιο του ισχυρού και οι λαοί θα ζούν εξαθλιωμένα.

Η διαπραγμάτευση αυτή είναι ευκαιρία επαναπροσδιορισμού της οντότητας της Ευρώπης, όχι μόνο σαν οικονομικής δύναμης αλλά και σαν φορέα παγκόσμιου πολιτισμού και αξιών. Είμαι βέβαιος, ότι η προσέγγιση αυτή έχει αρκετούς υποστηρικτές ανάμεσα στούς ηγέτες της Ευρώπης και η προσεκτική παράθεση της, ίσως κινητοποιήσει θετικά αντανακλαστικά. Μήν ξεχνάμε, ότι η νίκη του Συριζα ασκεί μιά γοητεία σε κάποιες ομάδες Ευρωπαίων (σοσιαλιστές, νέοι κλπ) ενώ αρκετοί άλλοι, δυσαρεστημένοι απο την οικονομική και κοινωνική υποβάθμιση, δεν θα έβλεπαν με κακό μάτι μία ενναλλακτική λύση. Σε κάθε περίπτωση, πιστεύω ότι οι θιασώτες του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη, αντιλαμβάνονται ότι η ανάληψη της εξουσίας απο ένα αριστερό κόμμα σε μιά χώρα της ΕΕ, κρούει το καμπανάκι του κοινωνικού αδιεξόδου και ελοχεύει τον κίνδυνο επέκτασης και σε άλλες χώρες.

Οσον αφορά την χώρα μας, πιστεύω ότι τα όπλα της νέας κυβέρνησης στην διαπραγμέτευση είναι :
  • η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και διαφθοράς, που ήταν μόνιμη εμμονή των εταίρων τα χρόνια του μνημονίου. Η νέα κυβέρνηση μπορεί να χρησιμοποιήσει με αξιώσεις το επιχείρημα, ότι είναι η μόνη κυβέρνηση των τελευταίων χρόνων που μπορεί να λύσει το πρόβλημα, καθώς δεν έχει δεσμεύσεις, ούτε εξαρτήσεις από τα οικονομικά κέντρα ή τις συντεχνίες που βαρύνονται με φοροδιαφυγή και διαφθορά.
  • η αναδιάρθρωση της δημόσιας διοίκησης. Επιχείρημα με σημαντική δόση αξιοπιστίας καθώς ο Συριζα κατέκρινε διαρκώς το πελατειακό κράτος και επικαλούταν την μείωση της γραφειοκρατίας και την εξυπηρέτηση του πολίτη. Φυσικά, θα πρέπει να ξεπεράσει τις ιδεοληψίες κάποιας μερίδας του κόμματος περί κρατισμού και παραγωγικότητας και να αποδείξει ότι επιθυμεί αποτελεσματική δημόσια διοίκηση.
  • η διατήρηση των γεωστρατηγικών ισορροπιών στην περιοχή. Οι αναταράξεις στην περιοχή μας (Συρία, Ουκρανία κλπ) και η ρευστότητα που δημιουργούν, αναβαθμίζει τήν γεωπολιτική θέση της χώρας, δίνοντας διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Η προστασία των συμφερόντων της χώρας είναι μιά έννοια συνειφασμένη με την ευρωπαϊκή διπλωματία, ενώ ταυτόχρονα είναι απόλυτα κατανοητό στους εταίρους μας, ότι οι συμμαχίες μπορεί να αλλάξουν ενώ τα συμφέροντα είναι πάντα σταθερά. Οι ΗΠΑ προσπαθούν να αναβαθμίσουν τον ρόλο τους στην περιοχή, το ίδιο και η Ρωσσία, επιδιώκοντας και οι δύο γεωστρατηγική αναθεώρηση υπέρ των συμφερόντων τους. Η εξεύρεση υδρογονανθράκων στην χώρα μας και ο ανταγωνισμός των αγωγών στην περιοχή μας ενισχύουν το επιχείρημα αυτό.
  • η αποτυχία του υφιστάμενου προγράμματος, όχι μόνο επειδή προκάλεσε ανθρωπιστική κρίση στην χώρα και εκτίναξε τα ποσοστά ανεργίας, αλλά κυρίως γιατί δεν βελτίωσε κανέναν απο τους δείκτες που επικαλούταν. Το δημόσιο χρέος αυξήθηκε, η ανάπτυξη δεν ήρθε, το ισοζύγιο εξαγωγών-εισαγωγών δεν βελτιώθηκε και νέες επενδύσεις δεν πραγματοποιήθηκαν. Το μνημόνιο ήταν μία αποτυχία με όποιους όρους και αν το κρίνεις, κοινωνικούς ή οικονομικούς.

Τα άτομα-κλειδιά στην διαπραγμάτευση,  πιστεύω ότι είναι ο Ολάντ και ο Γιουνγκέρ.

Ο μέν Ολάντ, ώς πρόεδρος της δεύτερης ισχυρότερης χώρας της ΕΕ, προσπαθεί να διατηρήσει τον ρόλο του ως συνδιαχειριστή της ΕΕ με την Γερμανία, με φθίνουσα επιτυχία και αυξανόμενα προβλήματα. Γνωρίζει πολύ καλά, ότι η συνέχιση της πολιτικής λιτότητας θα πλήξει σε σύντομο χρονικό διάστημα και την Γαλλία, απο την οποία πιθανώς να ζητηθούν μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής, που φυσικά δεν επιθυμεί. Η πρόταση αλλαγής της εφαρμοζόμενης πολιτικής απο άλλο μέλος της ΕΕ (πχ. Ελλάδα) τον βολεύει, αλλά ταυτόχρονα δεν θέλει να ταχθεί - τουλάχιστον φανερά- σε μιά συμμαχία εναντίον της Γερμανίας. Επιπλέον, γνωρίζει ότι και το προσωπικό πολιτικό του μέλλον εξαρτάται απο την εξέλιξη της οικονομικής πολιτικής της ΕΕ, καθώς αντιστροφή των εφαρμοζόμενων πολιτικών θα οδηγήσει σε βελτίωση της Γαλλικής οικονομίας και πιθανότατα σε μιά δεύτερη θητεία στο προεδρικό μέγαρο.

Ο δέ Γιουνγκέρ, με τον θεσμικό του ρόλο ως πρόεδρος της Ευρωπαϊκής επιτροπής αλλά και με την μακρά πολτική του ιστορία στο λαϊκό κόμμα, είναι ίσως ο μόνος που μπορεί να επηρεάσσει τις τιμωρητικές ιδεοληψίες της Γερμανίας, προβάλλοντας απόψεις που βρίσκονται πιό κοντά στά ευρωπαϊκά ιδεώδη.

Οι ισορροπίες είναι πολύ λεπτές και οι χειρισμοί ιδιαίτερα ευαίσθητοι. Η κυβέρνηση πρέπει να πείσει τους εταίρους μας, ότι οι προτάσεις της στοχεύουν πρωτίστως στην βελτίωση της Ευρωπαϊκής οικονομίας και δευτερευόντως στην επίλυση των προβλημάτων της Ελλάδος. Πρέπει να τους πείσουν ότι λειτουργούν ώς Ευρωπαίοι και όχι ως Ελληνες. Σε τελευταία ανάλυση, η Ευρώπη είναι δική μας, τουλάχιστον όσο είναι των Γερμανών. 

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2015

η ελπίδα νίκησε τον φόβο

Αναμφίβολα, οι εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015 ήταν μια ημέρα ορόσημο στην νεοελληνική ιστορία, καθώς ανάδειξαν για πρώτη φορά στην εξουσία ένα κόμμα της αριστεράς και για πολλούς σηματοδότησαν το τέλος της μεταπολίτευσης. Κυρίως όμως, γιατί η νίκη του Συριζα, συνδέθηκε από αρκετούς, εντός και εκτός Ελλάδος, με την ελπίδα αλλαγής της πολιτικής λιτότητας της ΕΕ.

Η νίκη του Συριζα χαιρετήθηκε από πολλούς στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, όχι κατ' ανάγκη αριστερούς, αλλά ανθρώπους που περιμένουν, να δώσει το έναυσμα σε μια σειρά διεργασιών που θα καταλήξουν σε διαφορετική οικονομική και κοινωνική πολιτική της ΕΕ, με θετικές συνέπειες στους λαούς αλλά και στην οικονομία της Ευρώπης. 

Οι άνθρωποι αυτοί, περιμένουν από την νέα Ελληνική κυβέρνηση να συμβολίσει την αντίδραση στις κατεστημένες οικονομικές αντιλήψεις που κυριαρχούν στις κυβερνήσεις και τους θεσμούς της ΕΕ και να ενεργοποιήσει τα άτομα και τους μηχανισμούς που μπορούν να διαμορφώσουν και να προωθήσουν την εναλλακτική πρόταση. Περιμένουν επίσης από την νέα κυβέρνηση να υλοποιήσει πιλοτικές δράσεις και πολιτικές που θα αποδείξουν στην πράξη ότι οι νεοφιλελεύθερες πρακτικές που εφαρμόζονται έως τώρα, δεν είναι μονόδρομος, όπως επικαλούνται οι  υποστηρικτές τους, αλλά αδιέξοδη πολιτική που στηρίζεται στις ιδεοληψίες και τα συμφέροντα της οικονομικής ολιγαρχίας. 

Οι αντιδράσεις φυσικά θα είναι μεγάλες και θα πρέπει να αναζητηθούν σύμμαχοι, από όπου και αν προέρχονται καθώς το διακύβευμα είναι μεγάλο και η ευθύνη ακόμα μεγαλύτερη. Η επιτυχία του Συριζα, έστω και μερική, να βελτιώσει το «Ελληνικό πρόγραμμα», θα μεταδώσει  το όραμα μιας νέας Ευρώπης και σε άλλους λαούς συνεισφέροντας στην ανάληψη της εξουσίας από αντίστοιχα κόμματα και στην  σταδιακή αλλαγή της κεντρικής οικονομικής πολιτικής της ΕΕ. Αντίθετα, η αποτυχία του Συριζα θα επιβεβαιώσει τις Κασσάνδρες που θέλουν την παραδειγματική τιμωρία του ανυπάκουου και την περαιτέρω υποβάθμιση της ποιότητας ζωής των Ευρωπαίων, υπέρ των ολιγαρχιών τους.

Επιστροφή στον μεσαίωνα της κυριαρχίας των λίγων και της εξαθλίωσης των πολλών ή προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της οικονομίας και διατήρησης των Ευρωπαϊκών ιδεωδών του κράτους πρόνοιας, του κράτους δικαίου, της ισονομίας και της  αλληλεγγύης. Αυτό είναι το διακύβευμα!  

Φυσικά, βασική προϋπόθεση για την επιτυχία της πολιτικής του Συριζα είναι η αταλάντευτη πεποίθηση ότι ανήκουμε στην Ευρώπη, τουλάχιστον όσο και οι Γερμανοί και έχουμε υποχρέωση (όχι δικαίωμα) να συνδιαμορφώσουμε το μέλλον των Ευρωπαίων πολιτών.

Σε αυτούς που θα αναρωτηθούν πώς είναι δυνατόν η μικρή Ελλάδα –το 3% της ΕΕ- να αλλάξει την Ευρώπη, θα απαντήσω ότι η μικρή Ελλάδα δεν θα αλλάξει την Ευρώπη αλλά θα αποτελέσει τον καταλύτη για να αλλάξουν οι Ευρωπαίοι που θα αλλάξουν την Ευρώπη και θα θυμίσω ότι πάντα στην ιστορία, οι σημαντικές αλλαγές ξεκίνησαν από κάποιες μικρές «γωνιές» του πλανήτη, συνήθως πιεσμένες από κάποια κρίση, πόλεμο ή δυνάστη, που όμως είχαν ταυτότητα, πολιτισμό και πίστη ότι αξίζουν κάτι καλύτερο.

Στην Ελλάδα, η ευθύνη της νέας κυβέρνησης είναι ακόμα μεγαλύτερη καθώς η χώρα μας βρίσκεται σε δυσχερέστατη θέση που απαιτεί μεταρρυθμίσεις και αλλαγές όχι μόνο στις παραγωγικές αλλά και στις θεσμικές και διοικητικές δομές της χώρας. Πρέπει επιτέλους αυτή η χώρα να ξεκολλήσει από το κακό παρελθόν της και τα ιδεολογήματα που το συνόδευαν και να προχωρήσει μπροστά. Πρέπει επιτέλους οι κυβερνώντες της χώρας αυτής να αρχίσουν να σχεδιάζουν το μέλλον της με κύριο γνώμονα το συμφέρον της χώρας και όχι κάποιων ξενόδουλων ολιγαρχών. Πρέπει επιτέλους να οργανωθεί δημόσια διοίκηση σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους με στόχο την αποτελεσματικότητά της και όχι την αυτοεξυπηρέτηση της και τις πελατειακές σχέσεις των πολιτικών. Πρέπει επιτέλους να βελτιωθεί το κράτος πρόνοιας (υγεία, παιδεία κλπ) με σκοπό την εξυπηρέτηση του πολίτη και όχι των συμφερόντων συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων ή οικονομικών παραγόντων. Τέλος, πρέπει επιτέλους να αποκατασταθεί το αίσθημα δικαίου στην Ελληνική κοινωνία, και η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς της (δικαιοσύνη, αστυνομία κλπ) που θα βελτιώσει την ανύπαρκτη συνοχή της και θα προωθήσει την συλλογικότητα έναντι του ατομισμού.

Για τον λόγο αυτό απαιτούνται άμεσα δράσεις, στην κατεύθυνση της αποκατάστασης του δικαίου, που θα αναπτερώσουν το ηθικό των Ελλήνων και θα μετατρέψουν τον θυμό σε ελπίδα. Τέτοιες δράσεις θα μπορούσαν να είναι κινήσεις στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς (που έχουν και την υποστήριξη των ισχυρών της Ευρώπης), στην βελτίωση των εργασιακών σχέσεων (επαναφορά συλλογικών συμβάσεων, αύξηση κατώτατου μισθού κλπ) και στον εξορθολογισμό και απλούστευση του φορολογικού μας συστήματος (χωρίς εξαιρέσεις και ειδικές κατηγορίες). Η νίκη του Συριζα δίνει μια ευκαιρία για όλα αυτά καθώς οι νέοι κυβερνώντες είναι εκτός των συστημάτων διαπλοκής, και οι Έλληνες τόσο απηυδισμένοι που θα δεχθούν αλλαγές αρκεί να τις θεωρούν δίκαιες.

Τα πρώτα βήματα είναι θετικά, κυρίως στον τομέα της διαπραγμάτευσης με τους εταίρους μας. Οι ασφυκτικές αντιδράσεις ήταν αναμενόμενες και δεν πρέπει να επηρεάσουν την ουσία της διαπραγμάτευσης. Η ιστορία, ειδικά της Ευρώπης, δείχνει ότι όποιοι διαπραγματεύθηκαν σκληρά, στο τέλος κέρδισαν περισσότερα.
Αντίθετα, στο εσωτερικό συνεχίζεται η προεκλογική πολυγλωσσία και σε κάποιες περιπτώσεις ο λαϊκισμός και η ιδεοληψία. Αριστερά δεν σημαίνει προστασία των αδυνάμων άνευ όρων αλλά η προστασία των αδυνάμων μέσα σε ένα σύστημα κανόνων και δικαίου. Αλλιώς, μετατρέπεις κάποιους αδύναμους σε προνομιούχους.  

Λιγο μετα τις προηγούμενες εκλογές, τον Ιούνιο του 2012, έγραφα ότι ο φόβος νίκησε τον θυμό  αναδεικνύοντας μία κυβέρνηση που καλλιέργησε τον φόβο της πτώχευσης και της καταστροφής. Ενάμιση χρόνο μετά, η αναποτελεσματικότητα και η ξενοδουλεία της προηγούμενης κυβέρνησης, οδήγησε τον θυμό να νικήσει τον φόβο, δίνοντας παράλληλα και μιά αχτίδα ελπίδας. Σε αυτή την αχτίδα ελπίδας θα πρέπει να επενδύσει η νέα κυβέρνηση, καθώς ο θυμός μπορεί εύκολα να στραφεί εναντίον της. Η νέα κυβέρνηση δεν πρέπει να ξεχάσει ούτε στιγμή, ότι οι πρόσφατοι ψηφοφόροι της, δεν είναι πολίτες με συνειδητή αριστερή αντίληψη, αλλά αποκύημα της κρίσης που ψήφισε αρνητικά. Ανάμεσα τους, πρώην κρατικοδίαιτοι ΠαΣοΚοι που αναζητούν νέο καράβι, δυσαρεστημένοι Νεοδημοκράτες που ψάχνουν νέες ευκαιρίες αλλά κυρίως η μάζα αυτή των περιπλανώμενων ψηφοφόρων που προσδιορίζονται με βάση το προσωπικό τους μικροσυμφέρον.

Η νέα κυβέρνηση, θα πρέπει να δείξει σε όλους αυτούς ότι οι πελατειακές σχέσεις τελείωσαν, όπως και η περιφρούρηση των μικρών έως μεγάλων συμφερόντων εις βάρος του συνόλου. Το συλλογικό (που περικλείει δικαιοσύνη) θα πρέπει να κυριαρχήσει στο ατομικό ( που περικλείει διαφθορά).

Τότε μόνο, ο  θυμός θα μετατραπεί σε ελπίδα και η χώρα θα αποκτήσει προοπτική ευημερίας.

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015

Το ζαβό

Είναι γιός πρωθυπουργού και εγγονός πρωθυπουργού. Ήταν και ο ίδιος πρωθυπουργός. Κατά γενική ομολογία, αποτυχημένος πρωθυπουργός. Άτολμος, με κακή κρίση στους ανθρώπους και κακές κινήσεις τακτικής, με ελλιπείς γνώσεις για την ιστορία και λανθασμένη αντίληψη για την χώρα που κυβερνούσε.

Μεγάλωσε στο εξωτερικό απο μιά μάνα που ήθελε να τον δεί να κυβερνάει την Ελλάδα (και άς μην είναι Ελληνίδα). "Το παιδί δεν κάνει" έλεγε ο πατέρας του σε συνεργάτες του. "Το παιδί κάνει" έλεγε η μάνα του. Και τα κατάφερε. Τον είδε πρωθυπουργό ! Παρ' όλο που και αυτή ήξερε ότι δεν έκανε.

Αλλά μάλλον ήξερε και κάτι παραπάνω για τους Ελληνες (και άς μην είναι Ελληνίδα).

Και έτσι, τον είδαμε και εμείς πρωθυπουργό. Είδαμε συνπολίτες μας να στήνονται στην ουρά για να τον ψηφίσουν, στην αρχή για πρόεδρο του κόμματος και μετά για πρωθυπουργό. Και έτσι ευτυχήσαμε να μας κυβερνήσει. Και άς μην πίστευε σε εμάς, που μας θεωρούσε όλους διεφθαρμένους - κατά πώς έλεγε στους ξένους, με τους οποίους ένοιωθε πιό πολλά κοινά από ότι με εμάς. 'Ισως γιατί μεγάλωσε μαζί τους και υιοθέτησε τις δικές τους απόψεις για την ζωή, την δικαιοσύνη και τις αξίες της κοινωνίας. 

Στην συνέχεια τον είδαμε στο Καστελόριζο, να βγάζει διάγγελμα για το πώς θα μάς σώσει. Από ποιόν άραγε? Μάλλον απο τον κακό μας εαυτό. Και όμως, μας έσωσε και είναι υπερήφανος για αυτό. Τόσο πολύ υπερήφανος, που αποφάσισε να το διαλαλήσει σε όλον τον πλανήτη, τον οποίον γύρισε τα τελευταία χρόνια, δίνοντας διαλέξεις για την σωτηρία μας!

Εμείς όμως φερθήκαμε αχάριστα. Πρώτα απο όλα, οι δικοί του άνθρωποι-οι συνεργάτες του, που δεν αντελήφθησαν το μεγαλείο του και τον έδιωξαν απο κυβερνήτη. Και μετά εμείς, που τον λοιδορήσαμε και τον χλευάσαμε. 

Ομως αυτός δεν κράτησε κακία!

Επέστρεψε για να μας ξανασώσει. Και ας μην του το ζητήσαμε. Αυτός, ώς ηγέτης γνωρίζει καλύτερα, πότε ένας λαός πρέπει να σωθεί.

Μας ζητά μιά δεύτερη ευκαιρία. Την οποίαν θέλει να του δώσουμε, μήπως επιτέλους καταλάβουμε. Αυτός πάντως ήταν μεγαλόψυχος μαζί μας. Εκανε και αυτοκριτική. Αναγνώρισε ότι έκανε λάθη. 'Ισως επειδή ήταν μικρός. Τώρα όμως μεγάλωσε και έμαθε. Και για αυτό θα μας σώσει σωστά αυτή την φορά.

Γιατί αν δεν τα καταφέρει να μας σώσει αυτός, τότε δεν μπορεί κανένας. Το επιτάσσει η ιστορία και το όνομα του.

Τι και αν δεν έχει συναισθηματική νοημοσύνη. Τι και αν δεν έχει συνείδηση του περιβάλλοντος. Τι και αν δεν κάνει. Αυτός έχει όνομα!

Το μόνο που με προβληματίζει είναι μήπως η μάνα του έχει δίκιο. Οχι για αυτόν, αλλά για τους 'Ελληνες (και ας μην είναι Έλληνίδα). Γιατί αυτός έχει όνομα!

Παρ' όλα αυτά, πρέπει όμως να ομολογήσουμε ότι σε ένα πράγμα είχε δίκιο. Λεφτά υπάρχουνε !

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Ελληνες και Γερμανοί

Έλληνες και Γερμανοί, δύο λαοί με αρκετές ομοιότητες αλλά και πολλές διαφορές.

Δύο ευρωπαϊκοί λαοί με κοινές συνισταμένες στον χριστιανισμό αλλά και στον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, το ρωμαϊκό δίκαιο και τον ρωμαϊκό τρόπο διοίκησης. Αναμφισβήτητα, η εθνική ταυτότητα των Γερμανών, όπως και των λοιπών ευρωπαϊκών λαών, επηρεάσθηκε σημαντικά από τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό και τρόπο σκέψης. Παρ' όλα αυτά, η μετέπειτα  εξέλιξη των δυο λαών διαφοροποιήθηκε θρησκευτικά (ορθοδοξία-προτεσταντισμός) και διοικητικά (αυτοκρατορικός συγκεντρωτισμός-φεουδαρχία) καθορίζοντας τον ψυχισμό και την κοσμοθεωρία τους. Μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο, η ώσμωση που πέτυχε η Ευρώπη μέσω της ΕΕ, έφερε ξανά τους δύο λαούς πιο κοντά, κυρίως όσον αφορά τους θεσμούς και τον τρόπο ζωής. Σήμερα, οι διαφορές των δύο λαών επικεντρώνονται κυρίως στο τρόπο που διαχειρίζονται τις δεξιότητες τους, όπως η πειθαρχία, η εργατικότητα και η ψυχραιμία από την μία και η προσαρμοστικότητα, η εφευρετικότητα και το πάθος, από την άλλη, με σημαντική όμως επίπτωση στον τρόπο λειτουργίας των κοινωνιών τους. 

Η πρώτη φορά που οι Έλληνες άκουσαν για τον λαό αυτόν, ήταν στα τέλη του 2ου π.Χ. αιώνα, όταν οι Τεύτονες και οι Κίμβροι εισέβαλαν από τον Ρήνο στην ρωμαϊκή Γαλατία και την λεηλάτησαν. Μέχρι τότε, οι Έλληνες αγνοούσαν ακόμα και την ύπαρξη αυτών των βαρβάρων του Βορρά, καθώς πίστευαν ότι δεν κατοικούσαν άνθρωποι στα άγρια δάση βόρεια του Δούναβη. Οι βορειότεροι πληθυσμοί που γνώριζαν ήταν οι Δάκες και οι Γέτες, οι οποίοι κατοικούσαν στις όχθες του Δούναβη, οι Σκύθες ανατολικότερα ενώ δυτικά των Άλπεων  εκτεινόταν ο κόσμος των Γαλατών (Κελτών).

Οι παλαιότερες αναφορές του Πυθέα περί των υπερβόρειων λαών, θεωρήθηκαν την εποχή εκείνη μυθεύματα και φαντασιώσεις, . Ο Πυθέας, Έλληνας της Μασσαλίας, επιχείρησε το 325 π.Χ. ταξίδι στην Βόρεια Ευρώπη με σκοπό την εξεύρεση πηγών μεταλλευμάτων και κυρίως του κασσιτέρου, τον οποίον οι Κέλτες έμποροι προμηθευόταν από τον Βορρά. Στο ταξίδι αυτό, ο Πυθέας πέρασε τις στήλες του Ολυμπίου Διός (Γιβραλτάρ) και διέπλευσε προς βορρά, περιμετρικά της Ευρώπης, ανακαλύπτοντας τα βρετανικά νησιά και φτάνοντας μέχρι την Βαλτική.

Από την πρώτη διάβαση του Ρήνου (114 π.Χ.) και μέχρι τον 3ο μ.Χ. αιώνα, πληθαίνουν οι αναφορές για τους επιδρομείς από τον βορρά, ενώ εμφανίζονται και οι πρώτες γραπτές πηγές (Ιούλιος Καίσαρας, Τάκιτος κλπ), στις οποίες οι βάρβαροι αυτοί αρχίζουν να αποκαλούνται Γερμανοί (Germanicus).

Η πρώτη πραγματική επαφή των Ελλήνων με τους Γερμανούς έγινε επί ρωμαϊκής κατοχής, το 249 μ.Χ. , όταν οι Γότθοι εισέβαλαν από την περιοχή της Δακίας στην Θράκη και αφού νίκησαν τα ρωμαϊκά στρατεύματα έξω από την Φιλιππούπολη, λεηλάτησαν την πόλη και έσφαξαν τουλάχιστον 100.000 από τους κατοίκους της. Οι Έλληνες κάτοικοι της Θράκης θεώρησαν στην αρχή, ότι οι επιδρομείς ήταν επαναστατημένοι Σκύθες αλλά γρήγορα αντελήφθησαν την διαφορά, παρατηρώντας την πολεμική τακτική  και τον τρόπο λεηλασίας των επιτιθεμένων. Η πολεμική τακτική τους ήταν ξένη στους Έλληνες και τους Ρωμαίους που  πολεμούσαν σε διάταξη, ενώ οι Γότθοι προτιμούσαν την μέθοδο του «κλεφτοπόλεμου» με αλλεπάλληλες άτακτες και θορυβώδεις επιθέσεις και υποχωρήσεις που αποδιοργάνωναν τις λεγεώνες. Ένα άλλο στοιχείο των επιδρομέων αυτών, ήταν ότι δεν τους ενδιέφερε η δημιουργία επικράτειας και κατά συνέπεια η κατάκτηση των πόλεων με τον πληθυσμό τους ως μελλοντικούς φορολογούμενους, αλλά η αρπαγή και η επιστροφή στην κοιτίδα τους. Ο παραπάνω λόγος σε συνδυασμό με την σκληρότητα των γερμανικών φύλων, έκαναν τις επιδρομές τους πιο βίαιες και καταστροφικές από αυτές άλλων βαρβάρων λαών (Σκύθες, Γέτες κλπ).

Η επιδρομή επαναλήφθηκε το 253 μ.Χ., όπου οι Γότθοι πολιόρκησαν ανεπιτυχώς την Θεσσαλονίκη, αλλά και το 267 μ.Χ. όταν επιτέθηκαν δια θαλάσσης στον Βόσπορο, λεηλάτησαν το Βυζάντιο και τις γύρω περιοχές και ξεχύθηκαν προς νότο. Στην επιδρομή αυτή, οι Γότθοι προσπέρασαν την Αθήνα και έφτασαν μέχρι την Πελοπόννησο, όπου λεηλάτησαν την Κόρινθο, την Σπάρτη και το Άργος. Στην Αθήνα, ο ιστορικός Δέξιππος, που ήταν τότε ο κυβερνήτης της πόλης, συγκέντρωσε 2.000 Αθηναίους οι οποίοι αντιστάθηκαν και τελικά κατάφεραν να απωθήσουν τους Γότθους. Επιστρέφοντας στον βορρά, οι Γότθοι συνάντησαν τον στρατό του επερχόμενου αυτοκράτορα Γαλιηνού , από τον οποίο ηττήθηκαν στη μάχη του ποταμού Νέστου.

Δυο χρόνια μετά, το 269 μ.Χ. οι Γότθοι επέστρεψαν με μεγαλύτερο στρατό και 2.000 πλοία, που τους αποβίβασαν έξω από την Θεσσαλονίκη, την οποίαν προσπάθησαν να καταλάβουν και πάλι χωρίς αποτέλεσμα. Τότε, αφού λεηλάτησαν την Χαλκιδική,  στράφηκαν προς νότο και επιτέθηκαν σε πολλά νησιά του Αιγαίου, αλλά κυρίως στην Ρόδο και την Κύπρο. Εκεί, συνάντησαν σθεναρή αντίσταση από τους κατοίκους και τράπηκαν σε φυγή, ενώ οι τρικυμίες του Αιγαίου τους προκάλεσαν αρκετές απώλειες. Η προσπάθεια επιστροφής τους στις κοιτίδες τους, σταμάτησε στην Ναϊσσό (Νις) όπου οι ρωμαϊκές λεγεώνες, υπό τον αυτοκράτορα Κλαύδιο, τους αποδεκάτισαν ολοσχερώς. Τα υπολείμματα των Γότθων, επέστρεψαν βόρεια του Δούναβη και αποδυναμωμένοι συνήψαν το 271 μ.Χ., συνθήκη ειρήνης με τον επόμενο αυτοκράτορα, Αυρηλιανό και ασπάζονται τον Αρειανισμό (αίρεση του Χριστιανισμού). Ο πρώτος επίσκοπος τους, Ουλφίλας, χειροτονείται το 341 μ.Χ.  στην Κωνσταντινούπολη και μεταφράζει την Βίβλο στην Γοτθική γλώσσα, χρησιμοποιώντας πολλές Ελληνικές λέξεις με το Ελληνικό αλφάβητο. Η μετάφραση αυτή της βίβλου, θεωρείται το αρχαιότερο κείμενο της Γερμανικής φιλολογίας και φυλάσσεται στην βιβλιοθήκη της Ουψάλα στην Σουηδία.  

Η ειρηνική περίοδος με τους Γότθους δεν κράτησε πολύ και το 376 μ.Χ., υπό την πίεση των Ούννων, τμήμα των Γότθων, οι Βησιγότθοι περνούν τον Δούναβη και εγκαθίστανται στην Μοισία (Βόρεια Βουλγαρία) από όπου ξεκινούν και πάλι επιδρομές στις βόρειες περιοχές της χερσονήσου του Αίμου. Το 378 μ.Χ. εξολοθρεύουν τον ρωμαϊκό στρατό στην μάχη της Ανδριανούπολης, όπου σκοτώνεται ακόμα και ο αυτοκράτορας Ουάλης.

Ο διάδοχός του, Θεοδόσιος ο Μέγας κατόρθωσε να συνάψει συνθήκη ειρήνης με τους Βησιγότθους, δίνοντας τους γη στην Θράκη, όπου και εγκαταστάθηκαν. Σύμφωνα με την συνθήκη, οι Βησιγότθοι έγιναν «ομόσπονδοι» (foederati), προσφέροντας στρατιωτική υπηρεσία στην αυτοκρατορία. Ο Θεοδόσιος κατάφερε να δημιουργήσει καλές σχέσεις με τον αρχηγό των Βησιγότθων, Αλάριχο, και όταν το 386-7 μ.Χ. οι Ούννοι εξαπέλυσαν επιδρομές στην Συρία, οι Βησιγότθοι έσπευσαν να βοηθήσουν την αυτοκρατορία, τιμώντας την συνθήκη.

Η κατάσταση άλλαξε το 395 μ.Χ., όταν μετά τον θάνατο του Θεοδοσίου, η αυτοκρατορία χωρίσθηκε στα δύο και ο αυτοκράτορας του Ανατολικού τμήματος, Αρκάδιος αρνήθηκε να ανανεώσει την συνθήκη ειρήνης με τον Αλάριχο και τα προνόμια που απολάμβανε ως «ομόσπονδος». Τότε, ο Αλάριχος συγκέντρωσε την ορδή του και αφού λεηλάτησε την Μακεδονία και την Θεσσαλία, προχώρησε προς την νότια Ελλάδα.  Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ο Αλάριχος έφτασε στις Θερμοπύλες, όπου ο στρατηγός Γερόντιος δεν μπόρεσε να τον αναχαιτίσει.

Την περίοδο εκείνη, ο πληθυσμός του νότιου Ελλαδικού χώρου ήταν ακόμα αμιγώς Ελληνικός και οπαδοί του δωδεκάθεου, γεγονός που ενίσχυσε τον φανατισμό των χριστιανών Βησιγότθων και αύξησε την μανία των λεηλασιών τους. Την άνοιξη του 396 μ.Χ., οι Βησιγότθοι πολιόρκησαν ανεπιτυχώς την οχυρωμένη Θήβα και περνώντας από την Ελευσίνα, κατέστρεψαν τον ναό της Δήμητρας και έφτασαν έξω από την Αθήνα. Εκεί, συνθηκολόγησαν με τους Αθηναίους, σεβόμενοι την αίγλη της «πόλης των θεών», για την οποίαν ο Αλάριχος είχε διδαχθεί από τον Θεοδόσιο. Ο ιστορικός του 5ου μ.Χ. αιώνα, Ζώσιμος αναφέρει, ότι όταν ο Αλάριχος έφτασε στα τείχη της Αθήνας και είδε τα αγάλματα του Αχιλλέα και της Προμάχου Αθηνάς με πανοπλία να στέκονται στα τείχη, εγκατέλειψε την ιδέα της πολιορκίας της Αθήνας. 

Στην συνέχεια, ο Αλάριχος εισβάλλει στην Πελοπόννησο, όπου λεηλατεί και σφάζει χωρίς αντίσταση, ενώ αρκετοί κάτοικοι κατέφυγαν στα βουνά ή πέρασαν στην Ιταλία. Τότε καταστράφηκε και ο ναός του Διός στην Ολυμπία καθώς και τα περισσότερα μνημεία της αρχαίας Ελλάδος. Στην επιδρομή αυτή οι Βησιγότθοι, θεώρησαν ότι επιτέλεσαν θεάρεστο έργο καταστρέφοντας οτιδήποτε μη χριστιανικό δεν μπορούσαν να λαφυραγωγήσουν, ενώ κάποιοι (Ευνάπιος) υποστηρίζουν ότι οι βάρβαροι ενθαρρυνόταν από χριστιανούς μοναχούς, οι οποίοι είχαν παρεισφρήσει στον στρατό τους.  

Η επιδρομή σταμάτησε τον χειμώνα του 397 μ.Χ. όταν ο επίτροπος του αυτοκράτορα του δυτικού τμήματος, Στηλίχωνας έσπευσε σε βοήθεια του «αδελφού» ανατολικού τμήματος και αποβιβάσθηκε με αρκετές λεγεώνες στην Κόρινθο. Οι δυο στρατοί συναντήθηκαν στην Φολόη (Λάλα) και εκεί, ο Στηλίχωνας, φοβούμενος την έκβαση της μάχης, πρότεινε στον Αλάριχο την θέση του διοικητή του Ιλλυρικού, που περιλάμβανε σχεδόν όλη την Ελλάδα. Ο Αλάριχος φυσικά δέχθηκε, γλιτώνοντας με αυτόν το τρόπο από την δύσκολη θέση στην οποίαν είχε περιέλθει και τα επόμενα τέσσερα χρόνια χρησιμοποίησε την διοίκηση του για να ισχυροποιήσει τον στρατό του και να εκστρατεύσει τελικά, το 401 μ.Χ. εναντίον της Ρώμης. Η μετακίνηση τους προς την ιταλική χερσόνησο και στην συνέχεια η εγκατάσταση τους στην ιβηρική χερσόνησο, απάλλαξε  οριστικά τον Ελλαδικό χώρο από τις επιδρομές των Βησιγότθων.

Οι καταστροφές στην Πελοπόννησο και ο φόβος των επιδρομών των γερμανικών φυλών, ώθησαν τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β' να οχυρώσει την περιοχή, ξεκινώντας το 408 μ.Χ. την κατασκευή του "εξαμιλίου", ενός τείχους 6 μιλίων κατά μήκος του ισθμού της Κορίνθου. Η κατασκευή του τείχους διήρκεσε έως το 450 μ.Χ. και χρησιμοποιήθηκαν υλικά της περιοχής, αποψιλώνοντας αρκετούς αρχαίους ναούς, όπως τον ναό του Ποσειδώνα στα ίσθμια και το Ηραίο της Περαχώρας. Το τείχος τελικά δεν χρειάσθηκε να χρησιμοποιηθεί εναντίον των Βησιγότθων, οι οποίοι μετακινήθηκαν στην δύση αλλά εναντίον άλλων εισβολέων (Σλάβοι, Άβαροι κλπ ) που μετακινήθηκαν αργότερα προς νότο.

Όμως, λίγα χρόνια μετά, ένα άλλο γερμανικό φύλο έρχεται να αναστατώσει τις ζωές των Ελλήνων, οι Βάνδαλοι. Η μετακίνηση των Βησιγότθων προς δυσμάς πίεσε τους Βάνδαλους, που είχαν εγκατασταθεί στην ιβηρική χερσόνησο, να περάσουν στην βόρεια Αφρική και να καταλάβουν την Καρχηδόνα (Τύνιδα). Από εκεί, ξεκίνησαν πειρατικές εξορμήσεις στις ακτές της Μεσογείου, φτάνοντας στην Κρήτη και την Πελοπόννησο. Οι Βάνδαλοι ήταν άξεστοι και καταστροφικοί, ιδιαίτερα απέναντι στα αγάλματα και τα κομψοτεχνήματα και το όνομά τους ταυτίσθηκε με την καταστροφή μνημείων πολιτισμού. Οι Βάνδαλοι εξορμούν το 439 μ.Χ. στην Πελοπόννησο από την θάλασσα, αλλά οι συνασπισμένοι Μανιάτες τους νικούν σε μάχη στην Καινήπολη και τους απωθούν. Λίγα χρόνια αργότερα, οι Βάνδαλοι κάνουν επιδρομή στην Ζάκυνθο, όπου σφάζουν 500 κατοίκους και πετούν τα σώματα τους στην θάλασσα. Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας, Λέοντας ο Α' στέλνει εναντίον τους τον στρατηγό Βασιλίσκο, ο οποίος το 468 μ.Χ. αποβιβάζεται στην Β.Αφρική, αλλά δεν καταφέρνει να τους ελέγξει.

Και σαν να μην έφταναν οι Βάνδαλοι, το 481 μ.Χ. εισβάλλουν στην Θεσσαλία οι Οστρογότθοι, οι οποίο την λεηλατούν για δυο χρόνια και αποχωρούν στα νότια του Δούναβη, μετά από συμφωνία με τον αυτοκράτορα Ζήνωνα, που τους παραχώρησε την περιοχή για εγκατάσταση. Μετά από λίγα χρόνια, το 488 μ.Χ. οι Οστρογότθοι μετακινούνται επίσης προς την δύση και απαλλάσσουν τον Ελλαδικό χώρο από πιθανές μελλοντικές επιδρομές.

Η μόνη φορά που ο Ελληνισμός, λειτούργησε επιθετικά εναντίον των γερμανικών φυλών της περιόδου, ήταν το 533 μ.Χ. επί Ιουστινιανού, όταν ο στρατηγός του Βελισάριος εξεστράτευσε στην Β.Αφρική, διέλυσε τους Βανδάλους και συνέλαβε τον αρχηγό τους Γελίμερο. Μετά την εκστρατεία αυτή, οι Βάνδαλοι χάθηκαν από την ιστορία και τα υπολείμματα τους ενσωματώθηκαν στις φυλές της Β.Αφρικής. Στην συνέχεια, ο Βελισάριος αποβιβάσθηκε στην Ιταλική χερσόνησο, με στόχο να απωθήσει τις γερμανικές φυλές και να επανεντάξει την περιοχή στην αυτοκρατορία  Το 535 μ.Χ. κατατρόπωσε τους Οστρογότθους και απελευθέρωσε την Ρώμη. Όμως, λίγα χρόνια αργότερα, το 540 μ.Χ. οι συνασπισμένες γερμανικές φυλές των Λομβαρδών, Φράγκων και Βουργουνδών ανακτούν την Ρώμη για πάντα.

Οι επιδρομές των γερμανικών φυλών στον Ελλαδικό χώρο, διήρκεσαν για περισσότερα από 200 χρόνια και επηρέασαν σημαντικά τους Ελληνικούς πληθυσμούς. Κατέστρεψαν τα περισσότερα από τα μνημεία του αρχαίου κόσμου και εξαφάνισαν τους υποστηρικτές της παλαιάς θρησκείας. Οι επιδρομές αυτές, έπληξαν σημαντικά το κύρος της αυτοκρατορίας και δημιούργησαν ανασφάλεια στους πολίτες της, τους οποίους αρκετές φορές δεν μπόρεσε να προστατεύσει. Ειδικότερα στους κατοίκους της Πελοποννήσου, που  μέχρι τότε ήταν δωδεκαθεϊστές, η ελλιπής προστασία από τις επιδρομές των "χριστιανών" Γερμανών βαρβάρων διέρρηξε την εθνική τους υπόσταση, καθώς θεωρήθηκε ως ολιγωρία της κεντρικής διοίκησης που στόχευε στον βίαιο εκχριστιανισμό τους. Παράλληλα, οι σφαγές των αμάχων μείωσαν σημαντικά τον πληθυσμό του Ελλαδικού χώρου και οδήγησαν αρκετούς από τους κατοίκους στην μετανάστευση ή στην μετακίνηση στα ορεινά, αφήνοντας τις εύφορες πεδιάδες έρμαια των μελλοντικών εισβολέων (Σλάβοι, τουρανικές φυλές).

Τους επόμενους αιώνες, η επαφή των Ελλήνων με τους Γερμανούς περιορίσθηκε σε μεμονωμένες μετακινήσεις Γερμανών ή ομάδων Γερμανών στην Βυζαντινή αυτοκρατορία, με σκοπό την ένταξη τους στον στρατό ως μισθοφόρους. Αρκετοί από αυτούς, έφτασαν σε αρκετά υψηλά αξιώματα, όπως οι στρατηγοί Γαϊνάς (400 μ.Χ.), Ασπαρ (468 μ.Χ.) και Βιταλιανός (514 μ.Χ.). Η αρχή  της κατάταξης Γερμανών στον Βυζαντινό στρατό έγινε από τον Ιουστινιανό, ο οποίος ενέταξε στον στρατό του υπολείμματα Βησιγότθων και Βανδάλων, ενώ ο Ηράκλειος τον 7ο αιώνα, αναφέρεται ότι είχε εντάξει Οστρογότθους στο σύνταγμα των βουκελλαρίων (βαρύ ιππικό). Τον 8ο αιώνα, αρκετοί Λομβαρδοί μετανάστευσαν και κατατάχθηκαν στον βυζαντινό στρατό, μετά την κατάλυση του βασιλείου τους από τον Καρλομάγνο το 774 μ.Χ.

Το επιστέγασμα των μισθοφορικών μονάδων στο Βυζάντιο ήταν η "Βαράγγεια φρουρά". Ιδρύθηκε το 988 μ. Χ. από τον Βασίλειο τον Β΄ (Βουλγαροκτόνο) και αποτελούσε την προσωπική φρουρά του αυτοκράτορα. Στην αρχή, τα μέλη της προέρχονταν από την φυλή των Βαράγγων (αρχαίος σκανδιναβικός λαός, συγγενής των Βίκινγκς) αλλά στην συνέχεια εμπλουτίσθηκαν με Γερμανούς, Βίκινγκς και αγγλοσάξονες. Ο βασικός λόγος δημιουργίας του σώματος αυτού, ήταν η αποφυγή πραξικοπημάτων στα οποία ήταν επιρρεπείς οι Βυζαντινοί στρατιώτες, καθώς η διαδοχή του θρόνου στο Βυζάντιο δεν ήταν απόλυτα κληρονομική αλλά μπορούσε να επηρεασθεί από τον λαό ή τον στρατό. Αντίθετα, οι Βαράγγοι, ήταν πειθαρχημένοι και είχαν απόλυτη πίστη στον θρόνο και όχι στο άτομο. Η Βαράγγεια φρουρά διατηρήθηκε έως και τον 13ο αιώνα, όπου τα μέλη της αφομοιώθηκαν από τους Βυζαντινούς και είναι χαρακτηριστική η αφοσίωση της στον αυτοκράτορα, ακόμα και στις δυσκολότερες στιγμές της ιστορίας, όπως η άλωση της πόλης από τους σταυροφόρους (1204 μ.Χ.).

Με την πάροδο των χρόνων και καθώς ο Βυζαντινός στρατός μετατρέπεται σε μισθοφορικό, πληθαίνουν και οι Γερμανοί που κατατάσσονται σε αυτόν. Την περίοδο αυτή (9ος αιώνας) επιτελείται στην Δύση η εθνογέννεση των Γερμανών και η μετάβαση τους από την φυλετική στην εθνική υπόσταση, στις περιοχές με συμπαγείς Γερμανικούς πληθυσμούς. Ταυτόχρονα πραγματοποιείται και ο διαχωρισμός τους από τους  Φράγκους, Λομβαρδούς κλπ γερμανογενείς πληθυσμούς οι οποίοι δέχθηκαν επιρροή από τους Ρωμαίους και διαμόρφωσαν λατινογενείς κουλτούρες και γλώσσες, εξελισσόμενοι σε νέα έθνη (Γάλλοι, βόρειοι Ιταλοί κλπ).

Κατά τον 10ο αιώνα οι Φράγκοι μισθοφόροι στον βυζαντινό συστήνουν ειδικό σώμα, το λεγόμενο "Λατινικό" στο οποίο συμμετέχουν και αρκετοί Γερμανοί. Το 1073 μ.Χ. πολλοί από τους στρατιώτες του στρατηγού Φιλάρετου Βραχάμιου που πολεμούσε τους Σελτζούκους ήταν Γερμανοί (Αφράνγκιοι), ενώ λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1071 μ.Χ. στην μάχη τους Μαντζικέρτ, μεγάλο μέρος του στρατού του Ρωμανού Διογένη που ηττήθηκε από τους Σελτζούκους ήταν Γότθοι, Φράγκοι και Νορμανδοί. Οι Γερμανοί μισθοφόροι στασίασαν αρκετές φορές, ιδίως όταν δεν πληρωνόταν στην ώρα τους, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις αναφέρονται και λεηλασίες των γύρω περιοχών. Σε μία τέτοια περίπτωση, όπως αναφέρει η Αννα Κομνηνή, ο Αλέξιος Α' Κομνηνός επενέβη το 1081 μ.Χ., για να καταστείλει εξέγερση Γερμανών και Νορμανδών μισθοφόρων , υπό τον Νορμανδό Roussel de Bailleut, τον οποίον συνέλαβε και οδήγησε σιδηροδέσμιο στην Κωνσταντινούπολη.

Την ίδια περίοδο ξεκινούν και οι γάμοι μελών της βυζαντινής αυλής με Γερμανούς αριστοκράτες, κυρίως για λόγους διπλωματίας. Το 972 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Ιωάννης Τσιμισκής πάντρεψε την ανιψιά του Θεοφανώ με τον Γερμανό πρίγκηπα και μετέπειτα αυτοκράτορα της Αγίας Γερμανικής αυτοκρατορίας, Οθωνα τον Β', η οποία κυβέρνησε την Αγία αυτοκρατορία ως Αντιβασιλέας μετά τον θάνατο του συζύγου της και έως την ενηλικίωση του υιού τους Όθωνα Γ' (983 μ.Χ.). Το 1146 μ.Χ. ο ίδιος ο αυτοκράτορας, Μανουήλ Κομνηνός, παντρεύθηκε την Γερμανίδα πριγκίπισσα Βertha von Sulzbach ενώ το 1148 μ.Χ. η αδελφή του, Θεοδώρα Κομνηνή παντρεύθηκε τον Ερρίκο τον Β' Δούκα της Αυστρίας και Βαυαρίας.

Ο 12ος αιώνας ήταν αρκετά ταραχώδης για τον Βυζαντινό Ελληνισμό, καθώς κατά την διάρκεια του οι Δυτικοί πραγματοποίησαν τέσσερις σταυροφορίες με πρόφαση την απελευθέρωση της Ιερουσαλήμ από τους μουσουλμάνους, αλλά με πραγματικό στόχο την νομή του πλούτου της Ανατολής.  Η τελευταία από αυτές, ολοκληρώθηκε με την άλωση και λεηλασία της Κωνσταντινούπολης (13/4/1204) και την δημιουργία λατινικών βασιλείων στα εδάφη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (Φραγκοκρατία). Η εξέλιξη αυτή, αποδυνάμωσε σημαντικά την αυτοκρατορία και άνοιξε τον δρόμο για την οριστική της διάλυση από τους Τούρκους. Παράλληλα, ανέδειξε την αντιπαράθεση μεταξύ των Δυτικών καθολικών και των Βυζαντινών ορθόδοξων και σημάδεψε την ταυτότητα των Ελλήνων ακόμα και μέχρι σήμερα.

Στις σταυροφορίες αυτές συμμετείχαν και Γερμανοί σταυροφόροι για τους οποίους όμως δεν υπάρχουν αναφορές έντονης βίας και σφαγών εναντίων των βυζαντινών πληθυσμών ή των Αράβων, σε αντίθεση με τους Φράγκους και Λατίνους οι οποίοι εκδήλωσαν στις εκστρατείες αυτές τα χειρότερα ένστικτα του ανθρώπινου είδους.

Στην Α' σταυροφορία (1096-1099 μ.Χ.) η συμμετοχή  Γερμανών ήταν ελάχιστη και μεμονωμένη. Ζηλεύοντας, την κατάκτηση της Ιερουσαλήμ και την επέκταση των Λατίνων στην Μέση Ανατολή, οι Γερμανοί συμμετείχαν στην Β' σταυροφορία, (1147-1149 μ.Χ.) με αρχηγό το ίδιο τον αυτοκράτορα τους, Κορράδο τον Γ' . Οι Γερμανοί σταυροφόροι διέσχισαν ειρηνικά, το 1147 μ.Χ. τα εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας, εκτός από κάποιες αψιμαχίες στην διαδρομή τους από την Φιλιππούπολη έως την Ανδριανούπολη. Οι περισσότεροι από αυτούς σκοτώθηκαν σε μια ενέδρα που τους έστησαν οι Τούρκοι στο Δορύλαιο (Εσκισεχίρ) και η συμμετοχή τους στην σταυροφορία αυτή ήταν άκαρπη.

Η προσπάθεια των Γερμανών επαναλήφθηκε στην Γ΄σταυροφορία (1189-1192 μ.Χ. ), πάλι με επικεφαλής τον αυτοκράτορα Φρειδερίκο Βαρβαρόσσα, ο οποίος εισήλθε στα Βυζαντινά εδάφη το 1189 μ.Χ. και κατέλαβε την Φιλιππούπολη. Ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ισαάκιος, για να αποφύγει τυχόν αντιπαράθεση, προσφέρθηκε να περάσει τους Γερμανούς σταυροφόρους από τα Δαρδανέλια, χρησιμοποιώντας τον βυζαντινό στόλο. Δυστυχώς και αυτή η σταυροφορία είχε άδοξο τέλος για τους Γερμανούς καθώς ο αυτοκράτορας τους πνίγηκε κολυμπώντας στον ποταμό Καλύκανδο. Ο διάδοχός και υιός του, Φρειδερίκος της Σουηβίας συνέχισε μεν την εκστρατεία αλλά χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, έως ότου πέθανε από ασθένεια το 1191 μ.Χ., στην Άκρα και άφησε ακέφαλους τους Γερμανούς σταυροφόρους. Την ηγεσία τους ανέλαβε ο Δούκας Λεοπόλδος της Αυστρίας, ο οποίος λίγους μήνες μετά διαφώνησε με τον Ριχάρδο της Αγγλίας και επέστρεψε με τους σταυροφόρους του πίσω στην Ευρώπη. Η Γ' σταυροφορία απέτυχε να ανακαταλάβει την Ιερουσαλήμ από τον Σαλαντίν και δεν επέφερε κανένα όφελος στους Γερμανούς αλλά άνοιξε τον δρόμο για την Δ' σταυροφορία.

Η Δ' σταυροφορία (1201-1204 μ.Χ.), οργανώθηκε από τον Πάπα Ιννοκέντιο τον Γ' στοχεύοντας στην αποκατάσταση της Παπικής εξουσίας από την Γερμανική Αυτοκρατορία αλλά και την επανένταξη των Βυζαντινών σχισματικών (1054 μ.Χ.) στον κορμό της εκκλησίας. Για τον λόγο αυτό, ο ίδιος ο Πάπας τέθηκε επικεφαλής της ένωσης των Χριστιανών της Ανατολής και της Δύσης για την τελειωτική απελευθέρωση των Αγίων τόπων από τους μουσουλμάνους. Η σταυροφορία γρήγορα παρέκκλινε της πορείας της και οδηγήθηκε στην κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Οι Γερμανοί δεν συμμετείχαν στην σταυροφορία αυτή και ούτε στην λεηλασία και τις σφαγές που ακολούθησαν. Η Δ΄σταυροφορία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αντίληψη και τα συναισθήματα  των Βυζαντινών για τους Δυτικούς καθώς θεώρησαν αδιανόητη την κατάληψη της πρωτεύουσας από τους "αδελφούς" Χριστιανούς και κυρίως την λεηλασία των θησαυρών της Πόλης. Η Κωνσταντινούπολη αποψιλώθηκε από όλα τα θρησκευτικά και  ιστορικά της κειμήλια, τα οποία μεταφέρθηκαν και κοσμούν τις πρωτεύουσες της Δύσης. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την συκοφαντίες των Παπικών λόγω σχίσματος, γιγάντωσαν την δυσπιστία του Ελληνικού πληθυσμού της αυτοκρατορίας για τους Δυτικούς, η οποία μας συνοδεύει έως τώρα.

Τούς επόμενους δύο αιώνες, η αποδυναμωμένη αυτοκρατορία, έρχεται αντιμέτωπη με έναν ακόμα χειρότερο εχθρό, που επιβουλεύεται τα εδάφη της. Οι Τούρκοι, έχουν ήδη εγκατασταθεί στην περιοχή από τον 11ο αιώνα και η καταστροφή της Πόλης από τους σταυροφόρους μειώνει την αντίσταση και ουσιαστικά συμβάλλει στην σταδιακή επέκταση τους προς τα Δυτικά και την τελική κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (29/5/1453). Στην πορεία αυτή, οι Βυζαντινοί ζήτησαν πολλές φορές την βοήθεια των "αδελφών" Χριστιανών της Δύσης αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Οι Γερμανοί ούτε καν προσεγγίσθησαν, καθώς ήταν επικεντρωμένοι στην διατήρηση της αυτοκρατορίας τους από τις επιβουλές των ανερχόμενων δυνάμεων της Βενετίας και Γαλλίας, οι οποίες είχαν ήδη εγκαταστήσει ηγεμονίες στα Βυζαντινά εδάφη και διεκδικούσαν ότι θα απέμενε από την Τούρκικη επέλαση.

Η Άλωση της Πόλης, οδήγησε τους περισσότερους από τους λόγιους του Βυζαντίου (Βησσαρίων, Χρυσολωράς, Πλήθων ο Γεμιστός κλπ) στην φυγή προς την δύση και στην μεταφορά της αρχαιοελληνικής γραμματείας, σηματοδοτώντας της έναρξη της αναγέννησης. Οι αρχαίοι Έλληνες στοχαστές αναβιώνουν στα σαλόνια της Βενετίας, της Φλωρεντίας και της Γένοβας, δημιουργώντας το ρεύμα του ουμανισμού που αρχίζει να εξαπλώνεται στην Ευρώπη, ενώ αρχίζουν να αναπτύσσονται οι επιστήμες, τα μαθηματικά, η φιλοσοφία και η τέχνη. Η αναγέννηση άγγιξε και την Γερμανία, στην αρχή μόνο στην ζωγραφική αλλά σταδιακά έφερε σε επαφή τους Γερμανούς αριστοκράτες με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό. Η "λογική" του Αριστοτέλη, η "γνωσιολογία"  και οι περί δικαίου αντιλήψεις του Πλάτωνα επηρέασαν τις αντιλήψεις των Γερμανών, όπως και των υπόλοιπων Ευρωπαίων, διαμορφώνοντας τις αρχές και της αξίες της σύγχρονης Ευρώπης.

Κατά τον 18ο και 19ο αιώνα κυριαρχεί στους γερμανόφωνους λαούς το κίνημα του Γερμανικού ρομαντισμού, το οποίο εμπνέεται από την αρχαία Ελλάδα, κυρίως στις τέχνες και την αρχιτεκτονική. Οι Γερμανοί ευγενείς γίνονται αρχαιολάτρες εξιδανικεύοντας την Ελλάδα και τους Έλληνες και αποκτώντας  αρχαιοελληνική παιδεία και μόρφωση με προεξέχοντα τον βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκο τον Α΄. Φανατικός ελληνιστής και συλλέκτης αρχαιοελληνικών έργων τέχνης, ο Λουδοβίκος ανήγειρε στην πρωτεύουσα του βασιλείου του, Μόναχο πλήθος νεοκλασικών κτιρίων με πρότυπο την αρχιτεκτονική της αρχαίας Ελλάδας. Ο Λουδοβίκος υποστήριξε την Ελληνική επανάσταση και προώθησε με θέρμη την επιλογή του γιου του Όθωνα, ως πρώτου βασιλέα της Ελλάδος.

Η αρχαιολατρεία οδηγεί πολλούς Γερμανούς περιηγητές στον Ελλαδικό χώρο, αναζητώντας επαφή με το κλασικό ιδεώδες των σπουδών τους, κυρίως τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Η επαφή τους όμως με τους Έλληνες της εποχής, απογοητεύει τους Γερμανούς περιηγητές, καθώς η εξαθλίωση, η κουτοπονηριά και η υιοθέτηση ανατολίτικων ηθών δεν ταίριαζαν με το μεγαλείο των αρχαίων Ελλήνων. Η αποκαθήλωση των σύγχρονων Ελλήνων, οδηγεί στην αμφισβήτηση της ίδιας τους της ταυτότητας, δηλαδή της καταγωγής τους από τους αρχαίους Έλληνες. Ο Αυστριακός ιστορικός Jacob Fallmerayer, μετά από πολύχρονες περιηγήσεις στον Ελλαδικό χώρο, εκδίδει στην δεκαετία του 1830 δύο βιβλία "περί της καταγωγής των σύγχρονων Ελλήνων", υποστηρίζοντας ότι οι Έλληνες της νεότερης εποχής είναι συνονθύλευμα Σλαβικών φύλων με Αλβανούς και εξελληνισμένους μικρασιατικούς πληθυσμούς, ενώ οι αρχαίοι Έλληνες εξαφανίσθηκαν από τους πολέμους και τις σφαγές στο διάβα της ιστορίας. Οι απόψεις του Fallmerayer υιοθετούνται από μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης στους Γερμανόφωνους λαούς και λίγα χρόνια μετά οι Κ.Μαρξ και Φ.Ενγκελς στο "Ανατολικό ζήτημα" ονομάζουν τους κατοίκους του Ελλαδικού χώρου, ΝοτιοΣλάβους ενώ Έλληνες θεωρούν μόνο τα υπολείμματα των βυζαντινών οικογενειών της Κωνσταντινούπολης, Σμύρνης και Τραπεζούντας. Με τον τρόπο αυτό διαμορφώνεται σταδιακά το άλλοθι πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η εξωτερική πολιτική των Γερμανόφωνων λαών στην επίλυση του Ανατολικού ζητήματος.

Κυρίαρχο ρόλο της πολιτικής αυτής έπαιξαν φυσικά  τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των Γερμανόφωνων κρατών (Γερμανική Συνομοσπονδία, Αυστρία και Πρωσία) που την περίοδο αυτή ασφυκτιούσαν κάτω από την πίεση της Ρωσίας και των αποικιακών μεγάλων δυνάμεων (Αγγλία,Γαλλία). Ο Γερμανικός εθνικισμός αφυπνίζεται και η ανάγκη για βιομηχανική ανάπτυξη, ενεργειακά αποθέματα και εμπορικούς δρόμους οδηγεί τους Γερμανούς στην ανάπτυξη τους ως ηπειρωτικής δύναμης (heartland) στην ευρωπαϊκή ήπειρο με διέξοδο στην Ανατολία και στα πετρέλαια της Μοσούλης.

Η γεωστρατηγική αυτή φέρνει αντιμέτωπο τον Γερμανικό με τον Ελληνικό κόσμο, καθώς  οι Γερμανοί υποστηρίζουν την διατήρηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ενώ οι Έλληνες αγωνίζονται με την βοήθεια των Αγγλογάλλων για την κατάλυση της. Για τον λόγο αυτό, με εξαίρεση τους Βαυαρούς του Λουδοβίκου, οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί εναντιώνονται από την πρώτη στιγμή στην δημιουργία του Ελληνικού κράτους και στέκονται μόνιμα αρνητικοί σε κάθε διεκδίκηση του Ελληνισμού. Η Ελληνική επανάσταση καταδικάστηκε από τον Αυστριακό καγκελάριο Μέττερνιχ με τέτοιο μένος που υπονόμευσε και τελικά διέλυσε την Ιερά Συμμαχία των μεγάλων δυνάμεων της εποχής. Για τον Μέτερνιχ, η Ελληνική επανάσταση ήταν επικίνδυνο παράδειγμα για τους καταπιεσμένους λαούς της Ευρώπης και στρεφόταν ενάντια στην ακεραιότητα των Ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών. Ίσως και να είχε δίκιο. Ας μην ξεχνάμε ότι η φεουδαρχία στην Γερμανίας διήρκεσε μέχρι το 1848 και το πρώτο ενιαίο Γερμανικό κράτος ιδρύθηκε το 1871, ενώ η Αυστρία μόλις το 1804 κατάφερε να αποδεσμευτεί από την δυναστεία των Αψβούργων και την επικυριαρχία της Αγίας Γερμανικής Αυτοκρατορίας και να ιδρύσει την Αυστριακή Αυτοκρατορία.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, οι Έλληνες επαναστάτες επέμεναν να υιοθετήσουν αρχές διακυβέρνησης εμπνευσμένες από την Γαλλική επανάσταση και το αμερικάνικο σύνταγμα. Το 1ο Ελληνικό σύνταγμα της Επιδαύρου (1821), θεωρήθηκε το πιο προοδευτικό και φιλελεύθερο σύνταγμα της Ευρώπης, προκαλώντας ρίγη στα απολυταρχικά καθεστώτα της Ευρώπης. Η ανεξαρτησία της χώρας αναγνωρίσθηκε με το πρωτόκολλο του Λονδίνου, το 1830 και υπογράφηκε από τις τρεις προστάτιδες δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία ενώ η Αυστριακή Αυτοκρατορία, η Πρωσία και η Γερμανική συνομοσπονδία κράτησαν ουδέτερη έως εχθρική στάση. Είναι χαρακτηριστική η αντιπαλότητα του Μέτερνιχ με τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδος, Καποδίστρια τον οποίον θεωρούσε επικίνδυνο για την διατήρηση της τάξης στην Ευρώπη.

Μετά την δολοφονία του Καποδίστρια (1831) οι προστάτιδες δυνάμεις, προσπαθώντας να ικανοποιήσουν τις λεπτές γεωπολιτικές ισορροπίες, επιλέγουν τον Όθωνα, γιο του φιλέλληνα Βαυαρού βασιλιά,  ως πρώτο βασιλέα της Ελλάδος. Ο Όθων έρχεται στην Ελλάδα το 1832 με όραμα την οργάνωση του Ελληνικού κράτους στα πρότυπα του βαυαρικού και φέρνει μαζί του 4.000 Βαυαρούς για να στελεχώσουν το στρατό και την διοίκηση του νεοσύστατου κράτους. H βασιλεία του Όθωνα έμεινε γνωστή στην ιστορία ως Βαυαροκρατία. Πολύ γρήγορα, οι Βαυαροί ήρθαν σε σύγκρουση με πολέμαρχους και τοπάρχες, πολλοί από τους οποίους καταδυνάστευαν και φορολογούσαν τον ελληνικό λαό ενώ οι ίδιοι δεν πλήρωναν πότε φόρους. Με την βοήθεια των Βαυαρών στρατιωτών του, ο Όθωνας διέλυσε τα άτακτα τμήματα στρατού και οργάνωσε τακτικό στρατό, ίδρυσε δικαστήρια και σχολεία σε όλη την επικράτεια (Πελοπόννησος, Ρούμελη, νησιά). Μετέφερε την πρωτεύουσα στην αρχαιοπρεπή Αθήνα όπου ίδρυσε το πολυτεχνικό σχολείο και την αρχαιολογική υπηρεσία. Όμως, η γερμανική δυσκαμψία των Βαυαρών και η εμμονή τους με την πειθαρχία και την τάξη, δημιούργησαν γρήγορα έντονες αντιδράσεις και εξεγέρσεις από τους ανυπότακτους και απείθαρχους Έλληνες, Η αντίδραση των Βαυαρών ήταν η καταστολή και η σταδιακή μετατροπή της διοίκησης σε αυταρχική, συγκεντρωτική και γραφειοκρατική. Η σύγκρουση ήρθε την 3η Σεπτεμβρίου του 1843 και οδήγησε σε παραχώρηση Συντάγματος και μετατροπή του πολιτεύματος από απόλυτη μοναρχία σε συνταγματική μοναρχία. Παρ' όλα αυτά, η βασιλεία του Όθωνα δεν ολοκληρώθηκε και εκδιώχθηκε από την Ελλάδα το 1862 , υπό την πίεση εξεγέρσεων και επαναστατικών κινημάτων. Αρκετοί από τους Βαυαρούς του παρέμειναν στην χώρα και εξελληνίσθηκαν. Η Βαυαροκρατία τελειώνει στην Ελλάδα, με τις χειρότερες εντυπώσεις και για τις δυο πλευρές, ενώ την βασιλεία της χώρας αναλαμβάνουν οι Δανοί Γλύξμπουργκ.

Παρ' όλα αυτά, το κλασικό ιδεώδες συνεχίζει να εμπνέει τους Γερμανούς και να οδηγεί σημαντικές προσωπικότητες στην Ελλάδα. Ο Γερμανός αρχαιολόγος Ερρίκος Σλήμαν ανασκάπτει και ανακαλύπτει την αρχαία Τροία (1870) και τις Μυκήνες (1876), ενώ το 1876 ιδρύεται το  Γερμανικό αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών που φέρνει αρκετούς Γερμανούς αρχαιολόγους στην Ελλάδα. Ο αρχιτέκτονας Ερνστ Τσίλλερ (Ernst Ziller) μετακόμισε το 1868 στην Ελλάδα, όπου έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, έγινε καθηγητής του Πολυτεχνείου (1872) και πολιτογραφήθηκε Έλληνας. Σχεδίασε και έκτισε, κυρίως στην Αθήνα, πάνω από 900 κτίρια, με πρότυπο την αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική, μεταξύ των οποίων πολλά από τα σημερινά δημόσια κτίρια (προεδρικό μέγαρο, Νομισματικό μουσείο, Εθνικό θέατρο, Αρχαιολογικό μουσείο κλπ) και πολλά μέγαρα και επαύλεις των πλουσίων της εποχής (Α. Συγγρός, Σλήμαν, Σταθάτος, Μελάς κλπ).

Το 1871, η γένεση της Γερμανικής αυτοκρατορίας (Kaissereich) επιβεβαιώνει  τον νέο γεωπολιτικό χάρτη της Ευρώπης. Η Γερμανική αυτοκρατορία συμμαχεί με την Οθωμανική και την Αυστρουγγρική διαμορφώνοντας τις συνθήκες για τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο. Στις αρχές του 20ου αιώνα, οι Γερμανοί έλεγχαν το 1/3 των ξένων επενδύσεων και το 1/5 του δημοσίου χρέους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η Deutsche bank απέκτησε ισχυρότατη θέση στην Οθωμανική οικονομία, συμμετέχοντας σε τράπεζες (Τράπεζα Ανατολής) και στην ενέργεια (Turkish petroleum), ενώ Γερμανικές εταιρείες (Krupp) είχαν αναλάβει την εκμετάλλευση κοιτασμάτων  και την κατασκευή του σιδηροδρόμου. Οι Γερμανικές εξαγωγές στο Οθωμανικό κράτος αυξήθηκαν ιλιγγιωδώς ενώ οι εισαγωγές ελάχιστα, δημιουργώντας ένα τεράστιο έλλειμμα στην Οθωμανική οικονομία. H  πολιτική διείσδυση δε άργησε και το 1913 ο στρατηγός του Γερμανικού στρατού, Liman von Sanders ανέλαβε τη αναδιοργάνωση και το 1915 την αρχηστρατηγία του Οθωμανικού στρατού. Σε αυτόν αποδίδεται η σύλληψη και ο σχεδιασμός της σφαγής των Αρμενίων και Ελλήνων της Μικράς Ασίας, καθώς οι Γερμανοί τους θεωρούσαν ανταγωνιστές της διείσδυσης τους στην Ανατολία.

Ο Α' παγκόσμιος πόλεμος φέρνει την Ελλάδα στο αντίπαλο στρατόπεδο με την Γερμανία, παρόλο τον γάμο του βασιλιά Κωνσταντίνου Α' με την αδελφή του Γερμανού αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β'. Η στάση των πρωταγωνιστών της περιόδου (Κωνσταντίνος, Βενιζέλος) απέναντι στην Γερμανία, συμβάλλει στον εθνικό διχασμό και την τραγωδία που ακολούθησε (Μικρασιατική καταστροφή). Αντίστοιχα, η υποστήριξη  στην Τουρκία και η παρότρυνση των σφαγών του Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας, κάνουν τους Γερμανούς αντιπαθείς στους Έλληνες.

Η αντιπάθεια έγινε μίσος στον Β΄παγκόσμιο πόλεμο, όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Ελλάδα και λειτούργησαν ως σκληροί κατακτητές για 4 χρόνια, με ευθύνες για πολλά εγκλήματα πολέμου. Οι εκτελέσεις αμάχων με αποκορύφωμα τις σφαγές των Καλαβρύτων, της Καντάνου του Χορτιάτη κλπ χωριών διαμόρφωσαν στην συνείδηση του Έλληνα, την σύγχρονη βαρβαρότητα των Γερμανών. Οι Έλληνες, σε αντίθεση με πολλούς ευρωπαϊκούς λαούς, αντιστάθηκαν στους Γερμανούς καθώς ο ναζισμός δεν βρήκε πολλούς υποστηρικτές στην χώρα αυτή. Το επινόημα του Χίτλερ στηρίχθηκε στα χαρακτηριστικά του Γερμανικού λαού (τάξη, πειθαρχία, εργατικότητα κλπ), συνδυάζοντας στοιχεία του κράτους πρόνοιας με τον ενισχυμένο εθνικισμό της εποχής και ενέπνευσε αρκετούς "γερμανογενείς" λαούς της Β.Ευρώπης, οι οποίοι συνέβαλαν στην άνοδό του. Αντίθετα, το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων θεώρησε τον ναζισμό ξένο προς την κουλτούρα του λαού μας, παρ' όλη την αρχαιολατρεία που υπέκρυπτε σε αρκετά σημεία του.

Ο Β΄παγκόσμιος πόλεμος και η Γερμανική κατοχή στοίχισε στην Ελλάδα 500.000 νεκρούς, 150.000 κατεστραμμένα κτίρια και 1700 καμένα χωριά. Η αγροτική  παραγωγή έπεσε στο 1/2  της προπολεμικής, η εμπορική ναυτιλία στο 1/3 και η βιομηχανική παραγωγή εκμηδενίσθηκε. Καταστράφηκαν του 70% των υποδομών της χώρας (δρόμοι, λιμάνια, γέφυρες κλπ) ενώ το εθνικό εισόδημα της χώρας έπεσε από τα 63 στα 23 δις δραχμές έως το 1941 ενώ κατέρρευσε έως το τέλος του πολέμου. Στην διάρκεια της παραμονής τους στην Ελλάδα, οι Γερμανοί λεηλάτησαν την γεωργική παραγωγή της χώρας την οποίαν μετέφεραν στην Γερμανία για την κάλυψη των αναγκών του στρατού τους, προκαλώντας λιμό στην Ελλάδα. Μετά την Γερμανική κατοχή η Ελλάδα ήταν μια κατεστραμμένη χώρα, οικονομικά και ηθικά. Οι Έλληνες πάσχισαν για αρκετά χρόνια να καλύψουν τις 1300 θερμίδες που απαιτούνται ημερησίως για την επιβίωση, ενώ η βιομηχανική παραγωγή ανέκτησε τα μεγέθη του 1939 μόλις το 1950.

Για τον λόγο αυτό, μετά τον πόλεμο οι εξαθλιωμένοι πολίτες της νικήτριας αλλά κατεστραμμένης Ελλάδας σύρθηκαν στα εργοστάσια της Γερμανίας, συμβάλλοντας στην γρήγορη ανάκαμψη και στο οικονομικό της θαύμα. Η Γερμανία αξιοποιώντας τον ψυχρό πόλεμο (σχέδιο Μάρσαλ, συμφωνία 1953 κλπ) και την πειθαρχία των πολιτών της κατάφερε να ξαναγίνει σε 30 χρόνια υπερδύναμη, ενώ η Ελλάδα για άλλη μια φορά να βουλιάξει στην δίνη της διαφθοράς, του ρουσφετιού και της επίπλαστης ευημερίας.

Η μετανάστευση στην Γερμανία (625.000 Έλληνες από το 1960 έως το 1973) και είσοδος της Ελλάδος στη Ευρωπαϊκή Ένωση έφερε τους δύο λαούς πιο κοντά, με μικτούς γάμους και προσέγγιση κυρίως της Ελληνικής κοινωνίας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τρόπο ζωής.  Την περίοδο αυτή, αρκετές γερμανικές επιχειρήσεις εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα ενώ αυξήθηκαν οι εξαγωγές ελληνικών αγροτικών προϊόντων στην Γερμανία.

Σήμερα ζουν στην Γερμανία 350.000 Έλληνες (κυρίως 2ης γενιάς) με το 1/3 των γάμων που τελούν να είναι με Γερμανούς, ενώ στην Ελλάδα  ζουν 35.000 Γερμανοί από τους οποίους οι 20.000 είναι παντρεμένοι με Έλληνες. Τα τελευταία χρόνια άρχισαν να εκλέγονται Έλληνες 2ης γενιάς στην Γερμανική Βουλή και δήμους, ενώ υπάρχουν αρκετοί Έλληνες σε υψηλόβαθμες θέσεις του Γερμανικού κράτους. Η Γερμανία είναι ο 1ος εμπορικός εταίρος για την Ελλάδα σε εξαγωγές αλλά και εισαγωγές, με ετήσιες εισαγωγές 4,6 δις ευρώ (7,8 δις ευρώ το 2007) και ετήσιες εξαγωγές από την Ελλάδα περίπου 1,8 δις ευρώ (2,2 δις ευρώ το 2007). Αντίθετα, για την Γερμανία η Ελλάδα αντιπροσωπεύει το 0,4% των εξαγωγών της και το 0,2% των εισαγωγών της.

Έλληνες και Γερμανοί, δύο σημαντικοί λαοί για την ανθρωπότητα.

Οι μεν Έλληνες για την κληρονομιά της αρχαίας Ελλάδας στην οποίαν στηρίχθηκε η πολιτική σκέψη και ο πολιτισμός της Ευρώπης, αλλά και στον βυζαντινό Ελληνισμό που συνέβαλε στην αναγέννηση και στον ανθρωπισμό (ουμανισμό) της Ευρωπαϊκής κουλτούρας.
Οι δε Γερμανοί για την συνεισφορά τους στην τεχνολογική εξέλιξη, στην οργάνωση και διαμόρφωση συστημάτων και  πολιτικών θεωριών τους τελευταίους δύο αιώνες. Ας μην ξεχνάμε, ότι δεν ήταν Γερμανός μόνο ο Χίτλερ αλλά και ο Μαρξ, η Λούξεμπουργκ, όπως και ο Φάουστ, ο Μπρεχτ και ο Νίτσε.

Οι Έλληνες και οι Γερμανοί συνυπάρχουν στην Ευρωπαϊκή ήπειρο για περίπου 20 αιώνες, με όλες τις επαφές μεταξύ των δυο λαών να καταλήγουν τραυματικές για τους Έλληνες.  Οι σημαντικότερες επαφές τους επικεντρώνονται στην εισβολή και λεηλασία του Ελλαδικού χώρου (3ος- 4ος αιώνας) και στους δυο παγκόσμιους πολέμους του 20ου αιώνα, όπου ο ανταγωνισμός των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων (Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ρωσία) για κυριαρχία στην Ευρωπαϊκή ήπειρο, έφεραν την Ελλάδα να βρίσκεται πάντα στο αντίπαλο στρατόπεδο με την Γερμανία.

Τα τελευταία χρόνια, η Γερμανία επιχειρεί για άλλη μια φορά να αποκτήσει τον έλεγχο της ευρωπαϊκής ηπείρου, αυτή την φορά χωρίς όπλα αλλά και χωρίς ανταγωνιστές. Αυτή την φορά, αντίπαλος της είναι οι λαοί της Ευρώπης, ασύντακτοι και ανοργάνωτοι απέναντι στην εφαρμογή του προτεσταντικού γερμανικού οικονομικού μοντέλου που απαιτεί να επιβάλλει. Οι Έλληνες ήταν από τα πρώτα θύματα, καθώς η δομή του κράτους μας, οι παραγωγικές δυνάμεις της χώρας άλλα και η νοοτροπία του λαού μας απέχουν σημαντικά από τους στόχους τους.

Άραγε, θα επιβεβαιωθεί για άλλη μια φορά η ιστορική εμπειρία ή οι Έλληνες θα καταφέρουν επιτέλους να διαμορφώσουν την μοίρα τους.