Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Ελληνες και Γερμανοί

Έλληνες και Γερμανοί, δύο λαοί με αρκετές ομοιότητες αλλά και πολλές διαφορές.

Δύο ευρωπαϊκοί λαοί με κοινές συνισταμένες στον χριστιανισμό αλλά και στον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, το ρωμαϊκό δίκαιο και τον ρωμαϊκό τρόπο διοίκησης. Αναμφισβήτητα, η εθνική ταυτότητα των Γερμανών, όπως και των λοιπών ευρωπαϊκών λαών, επηρεάσθηκε σημαντικά από τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό και τρόπο σκέψης. Παρ' όλα αυτά, η μετέπειτα  εξέλιξη των δυο λαών διαφοροποιήθηκε θρησκευτικά (ορθοδοξία-προτεσταντισμός) και διοικητικά (αυτοκρατορικός συγκεντρωτισμός-φεουδαρχία) καθορίζοντας τον ψυχισμό και την κοσμοθεωρία τους. Μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο, η ώσμωση που πέτυχε η Ευρώπη μέσω της ΕΕ, έφερε ξανά τους δύο λαούς πιο κοντά, κυρίως όσον αφορά τους θεσμούς και τον τρόπο ζωής. Σήμερα, οι διαφορές των δύο λαών επικεντρώνονται κυρίως στο τρόπο που διαχειρίζονται τις δεξιότητες τους, όπως η πειθαρχία, η εργατικότητα και η ψυχραιμία από την μία και η προσαρμοστικότητα, η εφευρετικότητα και το πάθος, από την άλλη, με σημαντική όμως επίπτωση στον τρόπο λειτουργίας των κοινωνιών τους. 

Η πρώτη φορά που οι Έλληνες άκουσαν για τον λαό αυτόν, ήταν στα τέλη του 2ου π.Χ. αιώνα, όταν οι Τεύτονες και οι Κίμβροι εισέβαλαν από τον Ρήνο στην ρωμαϊκή Γαλατία και την λεηλάτησαν. Μέχρι τότε, οι Έλληνες αγνοούσαν ακόμα και την ύπαρξη αυτών των βαρβάρων του Βορρά, καθώς πίστευαν ότι δεν κατοικούσαν άνθρωποι στα άγρια δάση βόρεια του Δούναβη. Οι βορειότεροι πληθυσμοί που γνώριζαν ήταν οι Δάκες και οι Γέτες, οι οποίοι κατοικούσαν στις όχθες του Δούναβη, οι Σκύθες ανατολικότερα ενώ δυτικά των Άλπεων  εκτεινόταν ο κόσμος των Γαλατών (Κελτών).

Οι παλαιότερες αναφορές του Πυθέα περί των υπερβόρειων λαών, θεωρήθηκαν την εποχή εκείνη μυθεύματα και φαντασιώσεις, . Ο Πυθέας, Έλληνας της Μασσαλίας, επιχείρησε το 325 π.Χ. ταξίδι στην Βόρεια Ευρώπη με σκοπό την εξεύρεση πηγών μεταλλευμάτων και κυρίως του κασσιτέρου, τον οποίον οι Κέλτες έμποροι προμηθευόταν από τον Βορρά. Στο ταξίδι αυτό, ο Πυθέας πέρασε τις στήλες του Ολυμπίου Διός (Γιβραλτάρ) και διέπλευσε προς βορρά, περιμετρικά της Ευρώπης, ανακαλύπτοντας τα βρετανικά νησιά και φτάνοντας μέχρι την Βαλτική.

Από την πρώτη διάβαση του Ρήνου (114 π.Χ.) και μέχρι τον 3ο μ.Χ. αιώνα, πληθαίνουν οι αναφορές για τους επιδρομείς από τον βορρά, ενώ εμφανίζονται και οι πρώτες γραπτές πηγές (Ιούλιος Καίσαρας, Τάκιτος κλπ), στις οποίες οι βάρβαροι αυτοί αρχίζουν να αποκαλούνται Γερμανοί (Germanicus).

Η πρώτη πραγματική επαφή των Ελλήνων με τους Γερμανούς έγινε επί ρωμαϊκής κατοχής, το 249 μ.Χ. , όταν οι Γότθοι εισέβαλαν από την περιοχή της Δακίας στην Θράκη και αφού νίκησαν τα ρωμαϊκά στρατεύματα έξω από την Φιλιππούπολη, λεηλάτησαν την πόλη και έσφαξαν τουλάχιστον 100.000 από τους κατοίκους της. Οι Έλληνες κάτοικοι της Θράκης θεώρησαν στην αρχή, ότι οι επιδρομείς ήταν επαναστατημένοι Σκύθες αλλά γρήγορα αντελήφθησαν την διαφορά, παρατηρώντας την πολεμική τακτική  και τον τρόπο λεηλασίας των επιτιθεμένων. Η πολεμική τακτική τους ήταν ξένη στους Έλληνες και τους Ρωμαίους που  πολεμούσαν σε διάταξη, ενώ οι Γότθοι προτιμούσαν την μέθοδο του «κλεφτοπόλεμου» με αλλεπάλληλες άτακτες και θορυβώδεις επιθέσεις και υποχωρήσεις που αποδιοργάνωναν τις λεγεώνες. Ένα άλλο στοιχείο των επιδρομέων αυτών, ήταν ότι δεν τους ενδιέφερε η δημιουργία επικράτειας και κατά συνέπεια η κατάκτηση των πόλεων με τον πληθυσμό τους ως μελλοντικούς φορολογούμενους, αλλά η αρπαγή και η επιστροφή στην κοιτίδα τους. Ο παραπάνω λόγος σε συνδυασμό με την σκληρότητα των γερμανικών φύλων, έκαναν τις επιδρομές τους πιο βίαιες και καταστροφικές από αυτές άλλων βαρβάρων λαών (Σκύθες, Γέτες κλπ).

Η επιδρομή επαναλήφθηκε το 253 μ.Χ., όπου οι Γότθοι πολιόρκησαν ανεπιτυχώς την Θεσσαλονίκη, αλλά και το 267 μ.Χ. όταν επιτέθηκαν δια θαλάσσης στον Βόσπορο, λεηλάτησαν το Βυζάντιο και τις γύρω περιοχές και ξεχύθηκαν προς νότο. Στην επιδρομή αυτή, οι Γότθοι προσπέρασαν την Αθήνα και έφτασαν μέχρι την Πελοπόννησο, όπου λεηλάτησαν την Κόρινθο, την Σπάρτη και το Άργος. Στην Αθήνα, ο ιστορικός Δέξιππος, που ήταν τότε ο κυβερνήτης της πόλης, συγκέντρωσε 2.000 Αθηναίους οι οποίοι αντιστάθηκαν και τελικά κατάφεραν να απωθήσουν τους Γότθους. Επιστρέφοντας στον βορρά, οι Γότθοι συνάντησαν τον στρατό του επερχόμενου αυτοκράτορα Γαλιηνού , από τον οποίο ηττήθηκαν στη μάχη του ποταμού Νέστου.

Δυο χρόνια μετά, το 269 μ.Χ. οι Γότθοι επέστρεψαν με μεγαλύτερο στρατό και 2.000 πλοία, που τους αποβίβασαν έξω από την Θεσσαλονίκη, την οποίαν προσπάθησαν να καταλάβουν και πάλι χωρίς αποτέλεσμα. Τότε, αφού λεηλάτησαν την Χαλκιδική,  στράφηκαν προς νότο και επιτέθηκαν σε πολλά νησιά του Αιγαίου, αλλά κυρίως στην Ρόδο και την Κύπρο. Εκεί, συνάντησαν σθεναρή αντίσταση από τους κατοίκους και τράπηκαν σε φυγή, ενώ οι τρικυμίες του Αιγαίου τους προκάλεσαν αρκετές απώλειες. Η προσπάθεια επιστροφής τους στις κοιτίδες τους, σταμάτησε στην Ναϊσσό (Νις) όπου οι ρωμαϊκές λεγεώνες, υπό τον αυτοκράτορα Κλαύδιο, τους αποδεκάτισαν ολοσχερώς. Τα υπολείμματα των Γότθων, επέστρεψαν βόρεια του Δούναβη και αποδυναμωμένοι συνήψαν το 271 μ.Χ., συνθήκη ειρήνης με τον επόμενο αυτοκράτορα, Αυρηλιανό και ασπάζονται τον Αρειανισμό (αίρεση του Χριστιανισμού). Ο πρώτος επίσκοπος τους, Ουλφίλας, χειροτονείται το 341 μ.Χ.  στην Κωνσταντινούπολη και μεταφράζει την Βίβλο στην Γοτθική γλώσσα, χρησιμοποιώντας πολλές Ελληνικές λέξεις με το Ελληνικό αλφάβητο. Η μετάφραση αυτή της βίβλου, θεωρείται το αρχαιότερο κείμενο της Γερμανικής φιλολογίας και φυλάσσεται στην βιβλιοθήκη της Ουψάλα στην Σουηδία.  

Η ειρηνική περίοδος με τους Γότθους δεν κράτησε πολύ και το 376 μ.Χ., υπό την πίεση των Ούννων, τμήμα των Γότθων, οι Βησιγότθοι περνούν τον Δούναβη και εγκαθίστανται στην Μοισία (Βόρεια Βουλγαρία) από όπου ξεκινούν και πάλι επιδρομές στις βόρειες περιοχές της χερσονήσου του Αίμου. Το 378 μ.Χ. εξολοθρεύουν τον ρωμαϊκό στρατό στην μάχη της Ανδριανούπολης, όπου σκοτώνεται ακόμα και ο αυτοκράτορας Ουάλης.

Ο διάδοχός του, Θεοδόσιος ο Μέγας κατόρθωσε να συνάψει συνθήκη ειρήνης με τους Βησιγότθους, δίνοντας τους γη στην Θράκη, όπου και εγκαταστάθηκαν. Σύμφωνα με την συνθήκη, οι Βησιγότθοι έγιναν «ομόσπονδοι» (foederati), προσφέροντας στρατιωτική υπηρεσία στην αυτοκρατορία. Ο Θεοδόσιος κατάφερε να δημιουργήσει καλές σχέσεις με τον αρχηγό των Βησιγότθων, Αλάριχο, και όταν το 386-7 μ.Χ. οι Ούννοι εξαπέλυσαν επιδρομές στην Συρία, οι Βησιγότθοι έσπευσαν να βοηθήσουν την αυτοκρατορία, τιμώντας την συνθήκη.

Η κατάσταση άλλαξε το 395 μ.Χ., όταν μετά τον θάνατο του Θεοδοσίου, η αυτοκρατορία χωρίσθηκε στα δύο και ο αυτοκράτορας του Ανατολικού τμήματος, Αρκάδιος αρνήθηκε να ανανεώσει την συνθήκη ειρήνης με τον Αλάριχο και τα προνόμια που απολάμβανε ως «ομόσπονδος». Τότε, ο Αλάριχος συγκέντρωσε την ορδή του και αφού λεηλάτησε την Μακεδονία και την Θεσσαλία, προχώρησε προς την νότια Ελλάδα.  Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ο Αλάριχος έφτασε στις Θερμοπύλες, όπου ο στρατηγός Γερόντιος δεν μπόρεσε να τον αναχαιτίσει.

Την περίοδο εκείνη, ο πληθυσμός του νότιου Ελλαδικού χώρου ήταν ακόμα αμιγώς Ελληνικός και οπαδοί του δωδεκάθεου, γεγονός που ενίσχυσε τον φανατισμό των χριστιανών Βησιγότθων και αύξησε την μανία των λεηλασιών τους. Την άνοιξη του 396 μ.Χ., οι Βησιγότθοι πολιόρκησαν ανεπιτυχώς την οχυρωμένη Θήβα και περνώντας από την Ελευσίνα, κατέστρεψαν τον ναό της Δήμητρας και έφτασαν έξω από την Αθήνα. Εκεί, συνθηκολόγησαν με τους Αθηναίους, σεβόμενοι την αίγλη της «πόλης των θεών», για την οποίαν ο Αλάριχος είχε διδαχθεί από τον Θεοδόσιο. Ο ιστορικός του 5ου μ.Χ. αιώνα, Ζώσιμος αναφέρει, ότι όταν ο Αλάριχος έφτασε στα τείχη της Αθήνας και είδε τα αγάλματα του Αχιλλέα και της Προμάχου Αθηνάς με πανοπλία να στέκονται στα τείχη, εγκατέλειψε την ιδέα της πολιορκίας της Αθήνας. 

Στην συνέχεια, ο Αλάριχος εισβάλλει στην Πελοπόννησο, όπου λεηλατεί και σφάζει χωρίς αντίσταση, ενώ αρκετοί κάτοικοι κατέφυγαν στα βουνά ή πέρασαν στην Ιταλία. Τότε καταστράφηκε και ο ναός του Διός στην Ολυμπία καθώς και τα περισσότερα μνημεία της αρχαίας Ελλάδος. Στην επιδρομή αυτή οι Βησιγότθοι, θεώρησαν ότι επιτέλεσαν θεάρεστο έργο καταστρέφοντας οτιδήποτε μη χριστιανικό δεν μπορούσαν να λαφυραγωγήσουν, ενώ κάποιοι (Ευνάπιος) υποστηρίζουν ότι οι βάρβαροι ενθαρρυνόταν από χριστιανούς μοναχούς, οι οποίοι είχαν παρεισφρήσει στον στρατό τους.  

Η επιδρομή σταμάτησε τον χειμώνα του 397 μ.Χ. όταν ο επίτροπος του αυτοκράτορα του δυτικού τμήματος, Στηλίχωνας έσπευσε σε βοήθεια του «αδελφού» ανατολικού τμήματος και αποβιβάσθηκε με αρκετές λεγεώνες στην Κόρινθο. Οι δυο στρατοί συναντήθηκαν στην Φολόη (Λάλα) και εκεί, ο Στηλίχωνας, φοβούμενος την έκβαση της μάχης, πρότεινε στον Αλάριχο την θέση του διοικητή του Ιλλυρικού, που περιλάμβανε σχεδόν όλη την Ελλάδα. Ο Αλάριχος φυσικά δέχθηκε, γλιτώνοντας με αυτόν το τρόπο από την δύσκολη θέση στην οποίαν είχε περιέλθει και τα επόμενα τέσσερα χρόνια χρησιμοποίησε την διοίκηση του για να ισχυροποιήσει τον στρατό του και να εκστρατεύσει τελικά, το 401 μ.Χ. εναντίον της Ρώμης. Η μετακίνηση τους προς την ιταλική χερσόνησο και στην συνέχεια η εγκατάσταση τους στην ιβηρική χερσόνησο, απάλλαξε  οριστικά τον Ελλαδικό χώρο από τις επιδρομές των Βησιγότθων.

Οι καταστροφές στην Πελοπόννησο και ο φόβος των επιδρομών των γερμανικών φυλών, ώθησαν τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β' να οχυρώσει την περιοχή, ξεκινώντας το 408 μ.Χ. την κατασκευή του "εξαμιλίου", ενός τείχους 6 μιλίων κατά μήκος του ισθμού της Κορίνθου. Η κατασκευή του τείχους διήρκεσε έως το 450 μ.Χ. και χρησιμοποιήθηκαν υλικά της περιοχής, αποψιλώνοντας αρκετούς αρχαίους ναούς, όπως τον ναό του Ποσειδώνα στα ίσθμια και το Ηραίο της Περαχώρας. Το τείχος τελικά δεν χρειάσθηκε να χρησιμοποιηθεί εναντίον των Βησιγότθων, οι οποίοι μετακινήθηκαν στην δύση αλλά εναντίον άλλων εισβολέων (Σλάβοι, Άβαροι κλπ ) που μετακινήθηκαν αργότερα προς νότο.

Όμως, λίγα χρόνια μετά, ένα άλλο γερμανικό φύλο έρχεται να αναστατώσει τις ζωές των Ελλήνων, οι Βάνδαλοι. Η μετακίνηση των Βησιγότθων προς δυσμάς πίεσε τους Βάνδαλους, που είχαν εγκατασταθεί στην ιβηρική χερσόνησο, να περάσουν στην βόρεια Αφρική και να καταλάβουν την Καρχηδόνα (Τύνιδα). Από εκεί, ξεκίνησαν πειρατικές εξορμήσεις στις ακτές της Μεσογείου, φτάνοντας στην Κρήτη και την Πελοπόννησο. Οι Βάνδαλοι ήταν άξεστοι και καταστροφικοί, ιδιαίτερα απέναντι στα αγάλματα και τα κομψοτεχνήματα και το όνομά τους ταυτίσθηκε με την καταστροφή μνημείων πολιτισμού. Οι Βάνδαλοι εξορμούν το 439 μ.Χ. στην Πελοπόννησο από την θάλασσα, αλλά οι συνασπισμένοι Μανιάτες τους νικούν σε μάχη στην Καινήπολη και τους απωθούν. Λίγα χρόνια αργότερα, οι Βάνδαλοι κάνουν επιδρομή στην Ζάκυνθο, όπου σφάζουν 500 κατοίκους και πετούν τα σώματα τους στην θάλασσα. Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας, Λέοντας ο Α' στέλνει εναντίον τους τον στρατηγό Βασιλίσκο, ο οποίος το 468 μ.Χ. αποβιβάζεται στην Β.Αφρική, αλλά δεν καταφέρνει να τους ελέγξει.

Και σαν να μην έφταναν οι Βάνδαλοι, το 481 μ.Χ. εισβάλλουν στην Θεσσαλία οι Οστρογότθοι, οι οποίο την λεηλατούν για δυο χρόνια και αποχωρούν στα νότια του Δούναβη, μετά από συμφωνία με τον αυτοκράτορα Ζήνωνα, που τους παραχώρησε την περιοχή για εγκατάσταση. Μετά από λίγα χρόνια, το 488 μ.Χ. οι Οστρογότθοι μετακινούνται επίσης προς την δύση και απαλλάσσουν τον Ελλαδικό χώρο από πιθανές μελλοντικές επιδρομές.

Η μόνη φορά που ο Ελληνισμός, λειτούργησε επιθετικά εναντίον των γερμανικών φυλών της περιόδου, ήταν το 533 μ.Χ. επί Ιουστινιανού, όταν ο στρατηγός του Βελισάριος εξεστράτευσε στην Β.Αφρική, διέλυσε τους Βανδάλους και συνέλαβε τον αρχηγό τους Γελίμερο. Μετά την εκστρατεία αυτή, οι Βάνδαλοι χάθηκαν από την ιστορία και τα υπολείμματα τους ενσωματώθηκαν στις φυλές της Β.Αφρικής. Στην συνέχεια, ο Βελισάριος αποβιβάσθηκε στην Ιταλική χερσόνησο, με στόχο να απωθήσει τις γερμανικές φυλές και να επανεντάξει την περιοχή στην αυτοκρατορία  Το 535 μ.Χ. κατατρόπωσε τους Οστρογότθους και απελευθέρωσε την Ρώμη. Όμως, λίγα χρόνια αργότερα, το 540 μ.Χ. οι συνασπισμένες γερμανικές φυλές των Λομβαρδών, Φράγκων και Βουργουνδών ανακτούν την Ρώμη για πάντα.

Οι επιδρομές των γερμανικών φυλών στον Ελλαδικό χώρο, διήρκεσαν για περισσότερα από 200 χρόνια και επηρέασαν σημαντικά τους Ελληνικούς πληθυσμούς. Κατέστρεψαν τα περισσότερα από τα μνημεία του αρχαίου κόσμου και εξαφάνισαν τους υποστηρικτές της παλαιάς θρησκείας. Οι επιδρομές αυτές, έπληξαν σημαντικά το κύρος της αυτοκρατορίας και δημιούργησαν ανασφάλεια στους πολίτες της, τους οποίους αρκετές φορές δεν μπόρεσε να προστατεύσει. Ειδικότερα στους κατοίκους της Πελοποννήσου, που  μέχρι τότε ήταν δωδεκαθεϊστές, η ελλιπής προστασία από τις επιδρομές των "χριστιανών" Γερμανών βαρβάρων διέρρηξε την εθνική τους υπόσταση, καθώς θεωρήθηκε ως ολιγωρία της κεντρικής διοίκησης που στόχευε στον βίαιο εκχριστιανισμό τους. Παράλληλα, οι σφαγές των αμάχων μείωσαν σημαντικά τον πληθυσμό του Ελλαδικού χώρου και οδήγησαν αρκετούς από τους κατοίκους στην μετανάστευση ή στην μετακίνηση στα ορεινά, αφήνοντας τις εύφορες πεδιάδες έρμαια των μελλοντικών εισβολέων (Σλάβοι, τουρανικές φυλές).

Τους επόμενους αιώνες, η επαφή των Ελλήνων με τους Γερμανούς περιορίσθηκε σε μεμονωμένες μετακινήσεις Γερμανών ή ομάδων Γερμανών στην Βυζαντινή αυτοκρατορία, με σκοπό την ένταξη τους στον στρατό ως μισθοφόρους. Αρκετοί από αυτούς, έφτασαν σε αρκετά υψηλά αξιώματα, όπως οι στρατηγοί Γαϊνάς (400 μ.Χ.), Ασπαρ (468 μ.Χ.) και Βιταλιανός (514 μ.Χ.). Η αρχή  της κατάταξης Γερμανών στον Βυζαντινό στρατό έγινε από τον Ιουστινιανό, ο οποίος ενέταξε στον στρατό του υπολείμματα Βησιγότθων και Βανδάλων, ενώ ο Ηράκλειος τον 7ο αιώνα, αναφέρεται ότι είχε εντάξει Οστρογότθους στο σύνταγμα των βουκελλαρίων (βαρύ ιππικό). Τον 8ο αιώνα, αρκετοί Λομβαρδοί μετανάστευσαν και κατατάχθηκαν στον βυζαντινό στρατό, μετά την κατάλυση του βασιλείου τους από τον Καρλομάγνο το 774 μ.Χ.

Το επιστέγασμα των μισθοφορικών μονάδων στο Βυζάντιο ήταν η "Βαράγγεια φρουρά". Ιδρύθηκε το 988 μ. Χ. από τον Βασίλειο τον Β΄ (Βουλγαροκτόνο) και αποτελούσε την προσωπική φρουρά του αυτοκράτορα. Στην αρχή, τα μέλη της προέρχονταν από την φυλή των Βαράγγων (αρχαίος σκανδιναβικός λαός, συγγενής των Βίκινγκς) αλλά στην συνέχεια εμπλουτίσθηκαν με Γερμανούς, Βίκινγκς και αγγλοσάξονες. Ο βασικός λόγος δημιουργίας του σώματος αυτού, ήταν η αποφυγή πραξικοπημάτων στα οποία ήταν επιρρεπείς οι Βυζαντινοί στρατιώτες, καθώς η διαδοχή του θρόνου στο Βυζάντιο δεν ήταν απόλυτα κληρονομική αλλά μπορούσε να επηρεασθεί από τον λαό ή τον στρατό. Αντίθετα, οι Βαράγγοι, ήταν πειθαρχημένοι και είχαν απόλυτη πίστη στον θρόνο και όχι στο άτομο. Η Βαράγγεια φρουρά διατηρήθηκε έως και τον 13ο αιώνα, όπου τα μέλη της αφομοιώθηκαν από τους Βυζαντινούς και είναι χαρακτηριστική η αφοσίωση της στον αυτοκράτορα, ακόμα και στις δυσκολότερες στιγμές της ιστορίας, όπως η άλωση της πόλης από τους σταυροφόρους (1204 μ.Χ.).

Με την πάροδο των χρόνων και καθώς ο Βυζαντινός στρατός μετατρέπεται σε μισθοφορικό, πληθαίνουν και οι Γερμανοί που κατατάσσονται σε αυτόν. Την περίοδο αυτή (9ος αιώνας) επιτελείται στην Δύση η εθνογέννεση των Γερμανών και η μετάβαση τους από την φυλετική στην εθνική υπόσταση, στις περιοχές με συμπαγείς Γερμανικούς πληθυσμούς. Ταυτόχρονα πραγματοποιείται και ο διαχωρισμός τους από τους  Φράγκους, Λομβαρδούς κλπ γερμανογενείς πληθυσμούς οι οποίοι δέχθηκαν επιρροή από τους Ρωμαίους και διαμόρφωσαν λατινογενείς κουλτούρες και γλώσσες, εξελισσόμενοι σε νέα έθνη (Γάλλοι, βόρειοι Ιταλοί κλπ).

Κατά τον 10ο αιώνα οι Φράγκοι μισθοφόροι στον βυζαντινό συστήνουν ειδικό σώμα, το λεγόμενο "Λατινικό" στο οποίο συμμετέχουν και αρκετοί Γερμανοί. Το 1073 μ.Χ. πολλοί από τους στρατιώτες του στρατηγού Φιλάρετου Βραχάμιου που πολεμούσε τους Σελτζούκους ήταν Γερμανοί (Αφράνγκιοι), ενώ λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1071 μ.Χ. στην μάχη τους Μαντζικέρτ, μεγάλο μέρος του στρατού του Ρωμανού Διογένη που ηττήθηκε από τους Σελτζούκους ήταν Γότθοι, Φράγκοι και Νορμανδοί. Οι Γερμανοί μισθοφόροι στασίασαν αρκετές φορές, ιδίως όταν δεν πληρωνόταν στην ώρα τους, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις αναφέρονται και λεηλασίες των γύρω περιοχών. Σε μία τέτοια περίπτωση, όπως αναφέρει η Αννα Κομνηνή, ο Αλέξιος Α' Κομνηνός επενέβη το 1081 μ.Χ., για να καταστείλει εξέγερση Γερμανών και Νορμανδών μισθοφόρων , υπό τον Νορμανδό Roussel de Bailleut, τον οποίον συνέλαβε και οδήγησε σιδηροδέσμιο στην Κωνσταντινούπολη.

Την ίδια περίοδο ξεκινούν και οι γάμοι μελών της βυζαντινής αυλής με Γερμανούς αριστοκράτες, κυρίως για λόγους διπλωματίας. Το 972 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Ιωάννης Τσιμισκής πάντρεψε την ανιψιά του Θεοφανώ με τον Γερμανό πρίγκηπα και μετέπειτα αυτοκράτορα της Αγίας Γερμανικής αυτοκρατορίας, Οθωνα τον Β', η οποία κυβέρνησε την Αγία αυτοκρατορία ως Αντιβασιλέας μετά τον θάνατο του συζύγου της και έως την ενηλικίωση του υιού τους Όθωνα Γ' (983 μ.Χ.). Το 1146 μ.Χ. ο ίδιος ο αυτοκράτορας, Μανουήλ Κομνηνός, παντρεύθηκε την Γερμανίδα πριγκίπισσα Βertha von Sulzbach ενώ το 1148 μ.Χ. η αδελφή του, Θεοδώρα Κομνηνή παντρεύθηκε τον Ερρίκο τον Β' Δούκα της Αυστρίας και Βαυαρίας.

Ο 12ος αιώνας ήταν αρκετά ταραχώδης για τον Βυζαντινό Ελληνισμό, καθώς κατά την διάρκεια του οι Δυτικοί πραγματοποίησαν τέσσερις σταυροφορίες με πρόφαση την απελευθέρωση της Ιερουσαλήμ από τους μουσουλμάνους, αλλά με πραγματικό στόχο την νομή του πλούτου της Ανατολής.  Η τελευταία από αυτές, ολοκληρώθηκε με την άλωση και λεηλασία της Κωνσταντινούπολης (13/4/1204) και την δημιουργία λατινικών βασιλείων στα εδάφη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (Φραγκοκρατία). Η εξέλιξη αυτή, αποδυνάμωσε σημαντικά την αυτοκρατορία και άνοιξε τον δρόμο για την οριστική της διάλυση από τους Τούρκους. Παράλληλα, ανέδειξε την αντιπαράθεση μεταξύ των Δυτικών καθολικών και των Βυζαντινών ορθόδοξων και σημάδεψε την ταυτότητα των Ελλήνων ακόμα και μέχρι σήμερα.

Στις σταυροφορίες αυτές συμμετείχαν και Γερμανοί σταυροφόροι για τους οποίους όμως δεν υπάρχουν αναφορές έντονης βίας και σφαγών εναντίων των βυζαντινών πληθυσμών ή των Αράβων, σε αντίθεση με τους Φράγκους και Λατίνους οι οποίοι εκδήλωσαν στις εκστρατείες αυτές τα χειρότερα ένστικτα του ανθρώπινου είδους.

Στην Α' σταυροφορία (1096-1099 μ.Χ.) η συμμετοχή  Γερμανών ήταν ελάχιστη και μεμονωμένη. Ζηλεύοντας, την κατάκτηση της Ιερουσαλήμ και την επέκταση των Λατίνων στην Μέση Ανατολή, οι Γερμανοί συμμετείχαν στην Β' σταυροφορία, (1147-1149 μ.Χ.) με αρχηγό το ίδιο τον αυτοκράτορα τους, Κορράδο τον Γ' . Οι Γερμανοί σταυροφόροι διέσχισαν ειρηνικά, το 1147 μ.Χ. τα εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας, εκτός από κάποιες αψιμαχίες στην διαδρομή τους από την Φιλιππούπολη έως την Ανδριανούπολη. Οι περισσότεροι από αυτούς σκοτώθηκαν σε μια ενέδρα που τους έστησαν οι Τούρκοι στο Δορύλαιο (Εσκισεχίρ) και η συμμετοχή τους στην σταυροφορία αυτή ήταν άκαρπη.

Η προσπάθεια των Γερμανών επαναλήφθηκε στην Γ΄σταυροφορία (1189-1192 μ.Χ. ), πάλι με επικεφαλής τον αυτοκράτορα Φρειδερίκο Βαρβαρόσσα, ο οποίος εισήλθε στα Βυζαντινά εδάφη το 1189 μ.Χ. και κατέλαβε την Φιλιππούπολη. Ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ισαάκιος, για να αποφύγει τυχόν αντιπαράθεση, προσφέρθηκε να περάσει τους Γερμανούς σταυροφόρους από τα Δαρδανέλια, χρησιμοποιώντας τον βυζαντινό στόλο. Δυστυχώς και αυτή η σταυροφορία είχε άδοξο τέλος για τους Γερμανούς καθώς ο αυτοκράτορας τους πνίγηκε κολυμπώντας στον ποταμό Καλύκανδο. Ο διάδοχός και υιός του, Φρειδερίκος της Σουηβίας συνέχισε μεν την εκστρατεία αλλά χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, έως ότου πέθανε από ασθένεια το 1191 μ.Χ., στην Άκρα και άφησε ακέφαλους τους Γερμανούς σταυροφόρους. Την ηγεσία τους ανέλαβε ο Δούκας Λεοπόλδος της Αυστρίας, ο οποίος λίγους μήνες μετά διαφώνησε με τον Ριχάρδο της Αγγλίας και επέστρεψε με τους σταυροφόρους του πίσω στην Ευρώπη. Η Γ' σταυροφορία απέτυχε να ανακαταλάβει την Ιερουσαλήμ από τον Σαλαντίν και δεν επέφερε κανένα όφελος στους Γερμανούς αλλά άνοιξε τον δρόμο για την Δ' σταυροφορία.

Η Δ' σταυροφορία (1201-1204 μ.Χ.), οργανώθηκε από τον Πάπα Ιννοκέντιο τον Γ' στοχεύοντας στην αποκατάσταση της Παπικής εξουσίας από την Γερμανική Αυτοκρατορία αλλά και την επανένταξη των Βυζαντινών σχισματικών (1054 μ.Χ.) στον κορμό της εκκλησίας. Για τον λόγο αυτό, ο ίδιος ο Πάπας τέθηκε επικεφαλής της ένωσης των Χριστιανών της Ανατολής και της Δύσης για την τελειωτική απελευθέρωση των Αγίων τόπων από τους μουσουλμάνους. Η σταυροφορία γρήγορα παρέκκλινε της πορείας της και οδηγήθηκε στην κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Οι Γερμανοί δεν συμμετείχαν στην σταυροφορία αυτή και ούτε στην λεηλασία και τις σφαγές που ακολούθησαν. Η Δ΄σταυροφορία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αντίληψη και τα συναισθήματα  των Βυζαντινών για τους Δυτικούς καθώς θεώρησαν αδιανόητη την κατάληψη της πρωτεύουσας από τους "αδελφούς" Χριστιανούς και κυρίως την λεηλασία των θησαυρών της Πόλης. Η Κωνσταντινούπολη αποψιλώθηκε από όλα τα θρησκευτικά και  ιστορικά της κειμήλια, τα οποία μεταφέρθηκαν και κοσμούν τις πρωτεύουσες της Δύσης. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την συκοφαντίες των Παπικών λόγω σχίσματος, γιγάντωσαν την δυσπιστία του Ελληνικού πληθυσμού της αυτοκρατορίας για τους Δυτικούς, η οποία μας συνοδεύει έως τώρα.

Τούς επόμενους δύο αιώνες, η αποδυναμωμένη αυτοκρατορία, έρχεται αντιμέτωπη με έναν ακόμα χειρότερο εχθρό, που επιβουλεύεται τα εδάφη της. Οι Τούρκοι, έχουν ήδη εγκατασταθεί στην περιοχή από τον 11ο αιώνα και η καταστροφή της Πόλης από τους σταυροφόρους μειώνει την αντίσταση και ουσιαστικά συμβάλλει στην σταδιακή επέκταση τους προς τα Δυτικά και την τελική κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (29/5/1453). Στην πορεία αυτή, οι Βυζαντινοί ζήτησαν πολλές φορές την βοήθεια των "αδελφών" Χριστιανών της Δύσης αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Οι Γερμανοί ούτε καν προσεγγίσθησαν, καθώς ήταν επικεντρωμένοι στην διατήρηση της αυτοκρατορίας τους από τις επιβουλές των ανερχόμενων δυνάμεων της Βενετίας και Γαλλίας, οι οποίες είχαν ήδη εγκαταστήσει ηγεμονίες στα Βυζαντινά εδάφη και διεκδικούσαν ότι θα απέμενε από την Τούρκικη επέλαση.

Η Άλωση της Πόλης, οδήγησε τους περισσότερους από τους λόγιους του Βυζαντίου (Βησσαρίων, Χρυσολωράς, Πλήθων ο Γεμιστός κλπ) στην φυγή προς την δύση και στην μεταφορά της αρχαιοελληνικής γραμματείας, σηματοδοτώντας της έναρξη της αναγέννησης. Οι αρχαίοι Έλληνες στοχαστές αναβιώνουν στα σαλόνια της Βενετίας, της Φλωρεντίας και της Γένοβας, δημιουργώντας το ρεύμα του ουμανισμού που αρχίζει να εξαπλώνεται στην Ευρώπη, ενώ αρχίζουν να αναπτύσσονται οι επιστήμες, τα μαθηματικά, η φιλοσοφία και η τέχνη. Η αναγέννηση άγγιξε και την Γερμανία, στην αρχή μόνο στην ζωγραφική αλλά σταδιακά έφερε σε επαφή τους Γερμανούς αριστοκράτες με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό. Η "λογική" του Αριστοτέλη, η "γνωσιολογία"  και οι περί δικαίου αντιλήψεις του Πλάτωνα επηρέασαν τις αντιλήψεις των Γερμανών, όπως και των υπόλοιπων Ευρωπαίων, διαμορφώνοντας τις αρχές και της αξίες της σύγχρονης Ευρώπης.

Κατά τον 18ο και 19ο αιώνα κυριαρχεί στους γερμανόφωνους λαούς το κίνημα του Γερμανικού ρομαντισμού, το οποίο εμπνέεται από την αρχαία Ελλάδα, κυρίως στις τέχνες και την αρχιτεκτονική. Οι Γερμανοί ευγενείς γίνονται αρχαιολάτρες εξιδανικεύοντας την Ελλάδα και τους Έλληνες και αποκτώντας  αρχαιοελληνική παιδεία και μόρφωση με προεξέχοντα τον βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκο τον Α΄. Φανατικός ελληνιστής και συλλέκτης αρχαιοελληνικών έργων τέχνης, ο Λουδοβίκος ανήγειρε στην πρωτεύουσα του βασιλείου του, Μόναχο πλήθος νεοκλασικών κτιρίων με πρότυπο την αρχιτεκτονική της αρχαίας Ελλάδας. Ο Λουδοβίκος υποστήριξε την Ελληνική επανάσταση και προώθησε με θέρμη την επιλογή του γιου του Όθωνα, ως πρώτου βασιλέα της Ελλάδος.

Η αρχαιολατρεία οδηγεί πολλούς Γερμανούς περιηγητές στον Ελλαδικό χώρο, αναζητώντας επαφή με το κλασικό ιδεώδες των σπουδών τους, κυρίως τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Η επαφή τους όμως με τους Έλληνες της εποχής, απογοητεύει τους Γερμανούς περιηγητές, καθώς η εξαθλίωση, η κουτοπονηριά και η υιοθέτηση ανατολίτικων ηθών δεν ταίριαζαν με το μεγαλείο των αρχαίων Ελλήνων. Η αποκαθήλωση των σύγχρονων Ελλήνων, οδηγεί στην αμφισβήτηση της ίδιας τους της ταυτότητας, δηλαδή της καταγωγής τους από τους αρχαίους Έλληνες. Ο Αυστριακός ιστορικός Jacob Fallmerayer, μετά από πολύχρονες περιηγήσεις στον Ελλαδικό χώρο, εκδίδει στην δεκαετία του 1830 δύο βιβλία "περί της καταγωγής των σύγχρονων Ελλήνων", υποστηρίζοντας ότι οι Έλληνες της νεότερης εποχής είναι συνονθύλευμα Σλαβικών φύλων με Αλβανούς και εξελληνισμένους μικρασιατικούς πληθυσμούς, ενώ οι αρχαίοι Έλληνες εξαφανίσθηκαν από τους πολέμους και τις σφαγές στο διάβα της ιστορίας. Οι απόψεις του Fallmerayer υιοθετούνται από μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης στους Γερμανόφωνους λαούς και λίγα χρόνια μετά οι Κ.Μαρξ και Φ.Ενγκελς στο "Ανατολικό ζήτημα" ονομάζουν τους κατοίκους του Ελλαδικού χώρου, ΝοτιοΣλάβους ενώ Έλληνες θεωρούν μόνο τα υπολείμματα των βυζαντινών οικογενειών της Κωνσταντινούπολης, Σμύρνης και Τραπεζούντας. Με τον τρόπο αυτό διαμορφώνεται σταδιακά το άλλοθι πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η εξωτερική πολιτική των Γερμανόφωνων λαών στην επίλυση του Ανατολικού ζητήματος.

Κυρίαρχο ρόλο της πολιτικής αυτής έπαιξαν φυσικά  τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των Γερμανόφωνων κρατών (Γερμανική Συνομοσπονδία, Αυστρία και Πρωσία) που την περίοδο αυτή ασφυκτιούσαν κάτω από την πίεση της Ρωσίας και των αποικιακών μεγάλων δυνάμεων (Αγγλία,Γαλλία). Ο Γερμανικός εθνικισμός αφυπνίζεται και η ανάγκη για βιομηχανική ανάπτυξη, ενεργειακά αποθέματα και εμπορικούς δρόμους οδηγεί τους Γερμανούς στην ανάπτυξη τους ως ηπειρωτικής δύναμης (heartland) στην ευρωπαϊκή ήπειρο με διέξοδο στην Ανατολία και στα πετρέλαια της Μοσούλης.

Η γεωστρατηγική αυτή φέρνει αντιμέτωπο τον Γερμανικό με τον Ελληνικό κόσμο, καθώς  οι Γερμανοί υποστηρίζουν την διατήρηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ενώ οι Έλληνες αγωνίζονται με την βοήθεια των Αγγλογάλλων για την κατάλυση της. Για τον λόγο αυτό, με εξαίρεση τους Βαυαρούς του Λουδοβίκου, οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί εναντιώνονται από την πρώτη στιγμή στην δημιουργία του Ελληνικού κράτους και στέκονται μόνιμα αρνητικοί σε κάθε διεκδίκηση του Ελληνισμού. Η Ελληνική επανάσταση καταδικάστηκε από τον Αυστριακό καγκελάριο Μέττερνιχ με τέτοιο μένος που υπονόμευσε και τελικά διέλυσε την Ιερά Συμμαχία των μεγάλων δυνάμεων της εποχής. Για τον Μέτερνιχ, η Ελληνική επανάσταση ήταν επικίνδυνο παράδειγμα για τους καταπιεσμένους λαούς της Ευρώπης και στρεφόταν ενάντια στην ακεραιότητα των Ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών. Ίσως και να είχε δίκιο. Ας μην ξεχνάμε ότι η φεουδαρχία στην Γερμανίας διήρκεσε μέχρι το 1848 και το πρώτο ενιαίο Γερμανικό κράτος ιδρύθηκε το 1871, ενώ η Αυστρία μόλις το 1804 κατάφερε να αποδεσμευτεί από την δυναστεία των Αψβούργων και την επικυριαρχία της Αγίας Γερμανικής Αυτοκρατορίας και να ιδρύσει την Αυστριακή Αυτοκρατορία.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, οι Έλληνες επαναστάτες επέμεναν να υιοθετήσουν αρχές διακυβέρνησης εμπνευσμένες από την Γαλλική επανάσταση και το αμερικάνικο σύνταγμα. Το 1ο Ελληνικό σύνταγμα της Επιδαύρου (1821), θεωρήθηκε το πιο προοδευτικό και φιλελεύθερο σύνταγμα της Ευρώπης, προκαλώντας ρίγη στα απολυταρχικά καθεστώτα της Ευρώπης. Η ανεξαρτησία της χώρας αναγνωρίσθηκε με το πρωτόκολλο του Λονδίνου, το 1830 και υπογράφηκε από τις τρεις προστάτιδες δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία ενώ η Αυστριακή Αυτοκρατορία, η Πρωσία και η Γερμανική συνομοσπονδία κράτησαν ουδέτερη έως εχθρική στάση. Είναι χαρακτηριστική η αντιπαλότητα του Μέτερνιχ με τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδος, Καποδίστρια τον οποίον θεωρούσε επικίνδυνο για την διατήρηση της τάξης στην Ευρώπη.

Μετά την δολοφονία του Καποδίστρια (1831) οι προστάτιδες δυνάμεις, προσπαθώντας να ικανοποιήσουν τις λεπτές γεωπολιτικές ισορροπίες, επιλέγουν τον Όθωνα, γιο του φιλέλληνα Βαυαρού βασιλιά,  ως πρώτο βασιλέα της Ελλάδος. Ο Όθων έρχεται στην Ελλάδα το 1832 με όραμα την οργάνωση του Ελληνικού κράτους στα πρότυπα του βαυαρικού και φέρνει μαζί του 4.000 Βαυαρούς για να στελεχώσουν το στρατό και την διοίκηση του νεοσύστατου κράτους. H βασιλεία του Όθωνα έμεινε γνωστή στην ιστορία ως Βαυαροκρατία. Πολύ γρήγορα, οι Βαυαροί ήρθαν σε σύγκρουση με πολέμαρχους και τοπάρχες, πολλοί από τους οποίους καταδυνάστευαν και φορολογούσαν τον ελληνικό λαό ενώ οι ίδιοι δεν πλήρωναν πότε φόρους. Με την βοήθεια των Βαυαρών στρατιωτών του, ο Όθωνας διέλυσε τα άτακτα τμήματα στρατού και οργάνωσε τακτικό στρατό, ίδρυσε δικαστήρια και σχολεία σε όλη την επικράτεια (Πελοπόννησος, Ρούμελη, νησιά). Μετέφερε την πρωτεύουσα στην αρχαιοπρεπή Αθήνα όπου ίδρυσε το πολυτεχνικό σχολείο και την αρχαιολογική υπηρεσία. Όμως, η γερμανική δυσκαμψία των Βαυαρών και η εμμονή τους με την πειθαρχία και την τάξη, δημιούργησαν γρήγορα έντονες αντιδράσεις και εξεγέρσεις από τους ανυπότακτους και απείθαρχους Έλληνες, Η αντίδραση των Βαυαρών ήταν η καταστολή και η σταδιακή μετατροπή της διοίκησης σε αυταρχική, συγκεντρωτική και γραφειοκρατική. Η σύγκρουση ήρθε την 3η Σεπτεμβρίου του 1843 και οδήγησε σε παραχώρηση Συντάγματος και μετατροπή του πολιτεύματος από απόλυτη μοναρχία σε συνταγματική μοναρχία. Παρ' όλα αυτά, η βασιλεία του Όθωνα δεν ολοκληρώθηκε και εκδιώχθηκε από την Ελλάδα το 1862 , υπό την πίεση εξεγέρσεων και επαναστατικών κινημάτων. Αρκετοί από τους Βαυαρούς του παρέμειναν στην χώρα και εξελληνίσθηκαν. Η Βαυαροκρατία τελειώνει στην Ελλάδα, με τις χειρότερες εντυπώσεις και για τις δυο πλευρές, ενώ την βασιλεία της χώρας αναλαμβάνουν οι Δανοί Γλύξμπουργκ.

Παρ' όλα αυτά, το κλασικό ιδεώδες συνεχίζει να εμπνέει τους Γερμανούς και να οδηγεί σημαντικές προσωπικότητες στην Ελλάδα. Ο Γερμανός αρχαιολόγος Ερρίκος Σλήμαν ανασκάπτει και ανακαλύπτει την αρχαία Τροία (1870) και τις Μυκήνες (1876), ενώ το 1876 ιδρύεται το  Γερμανικό αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών που φέρνει αρκετούς Γερμανούς αρχαιολόγους στην Ελλάδα. Ο αρχιτέκτονας Ερνστ Τσίλλερ (Ernst Ziller) μετακόμισε το 1868 στην Ελλάδα, όπου έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, έγινε καθηγητής του Πολυτεχνείου (1872) και πολιτογραφήθηκε Έλληνας. Σχεδίασε και έκτισε, κυρίως στην Αθήνα, πάνω από 900 κτίρια, με πρότυπο την αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική, μεταξύ των οποίων πολλά από τα σημερινά δημόσια κτίρια (προεδρικό μέγαρο, Νομισματικό μουσείο, Εθνικό θέατρο, Αρχαιολογικό μουσείο κλπ) και πολλά μέγαρα και επαύλεις των πλουσίων της εποχής (Α. Συγγρός, Σλήμαν, Σταθάτος, Μελάς κλπ).

Το 1871, η γένεση της Γερμανικής αυτοκρατορίας (Kaissereich) επιβεβαιώνει  τον νέο γεωπολιτικό χάρτη της Ευρώπης. Η Γερμανική αυτοκρατορία συμμαχεί με την Οθωμανική και την Αυστρουγγρική διαμορφώνοντας τις συνθήκες για τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο. Στις αρχές του 20ου αιώνα, οι Γερμανοί έλεγχαν το 1/3 των ξένων επενδύσεων και το 1/5 του δημοσίου χρέους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η Deutsche bank απέκτησε ισχυρότατη θέση στην Οθωμανική οικονομία, συμμετέχοντας σε τράπεζες (Τράπεζα Ανατολής) και στην ενέργεια (Turkish petroleum), ενώ Γερμανικές εταιρείες (Krupp) είχαν αναλάβει την εκμετάλλευση κοιτασμάτων  και την κατασκευή του σιδηροδρόμου. Οι Γερμανικές εξαγωγές στο Οθωμανικό κράτος αυξήθηκαν ιλιγγιωδώς ενώ οι εισαγωγές ελάχιστα, δημιουργώντας ένα τεράστιο έλλειμμα στην Οθωμανική οικονομία. H  πολιτική διείσδυση δε άργησε και το 1913 ο στρατηγός του Γερμανικού στρατού, Liman von Sanders ανέλαβε τη αναδιοργάνωση και το 1915 την αρχηστρατηγία του Οθωμανικού στρατού. Σε αυτόν αποδίδεται η σύλληψη και ο σχεδιασμός της σφαγής των Αρμενίων και Ελλήνων της Μικράς Ασίας, καθώς οι Γερμανοί τους θεωρούσαν ανταγωνιστές της διείσδυσης τους στην Ανατολία.

Ο Α' παγκόσμιος πόλεμος φέρνει την Ελλάδα στο αντίπαλο στρατόπεδο με την Γερμανία, παρόλο τον γάμο του βασιλιά Κωνσταντίνου Α' με την αδελφή του Γερμανού αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β'. Η στάση των πρωταγωνιστών της περιόδου (Κωνσταντίνος, Βενιζέλος) απέναντι στην Γερμανία, συμβάλλει στον εθνικό διχασμό και την τραγωδία που ακολούθησε (Μικρασιατική καταστροφή). Αντίστοιχα, η υποστήριξη  στην Τουρκία και η παρότρυνση των σφαγών του Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας, κάνουν τους Γερμανούς αντιπαθείς στους Έλληνες.

Η αντιπάθεια έγινε μίσος στον Β΄παγκόσμιο πόλεμο, όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Ελλάδα και λειτούργησαν ως σκληροί κατακτητές για 4 χρόνια, με ευθύνες για πολλά εγκλήματα πολέμου. Οι εκτελέσεις αμάχων με αποκορύφωμα τις σφαγές των Καλαβρύτων, της Καντάνου του Χορτιάτη κλπ χωριών διαμόρφωσαν στην συνείδηση του Έλληνα, την σύγχρονη βαρβαρότητα των Γερμανών. Οι Έλληνες, σε αντίθεση με πολλούς ευρωπαϊκούς λαούς, αντιστάθηκαν στους Γερμανούς καθώς ο ναζισμός δεν βρήκε πολλούς υποστηρικτές στην χώρα αυτή. Το επινόημα του Χίτλερ στηρίχθηκε στα χαρακτηριστικά του Γερμανικού λαού (τάξη, πειθαρχία, εργατικότητα κλπ), συνδυάζοντας στοιχεία του κράτους πρόνοιας με τον ενισχυμένο εθνικισμό της εποχής και ενέπνευσε αρκετούς "γερμανογενείς" λαούς της Β.Ευρώπης, οι οποίοι συνέβαλαν στην άνοδό του. Αντίθετα, το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων θεώρησε τον ναζισμό ξένο προς την κουλτούρα του λαού μας, παρ' όλη την αρχαιολατρεία που υπέκρυπτε σε αρκετά σημεία του.

Ο Β΄παγκόσμιος πόλεμος και η Γερμανική κατοχή στοίχισε στην Ελλάδα 500.000 νεκρούς, 150.000 κατεστραμμένα κτίρια και 1700 καμένα χωριά. Η αγροτική  παραγωγή έπεσε στο 1/2  της προπολεμικής, η εμπορική ναυτιλία στο 1/3 και η βιομηχανική παραγωγή εκμηδενίσθηκε. Καταστράφηκαν του 70% των υποδομών της χώρας (δρόμοι, λιμάνια, γέφυρες κλπ) ενώ το εθνικό εισόδημα της χώρας έπεσε από τα 63 στα 23 δις δραχμές έως το 1941 ενώ κατέρρευσε έως το τέλος του πολέμου. Στην διάρκεια της παραμονής τους στην Ελλάδα, οι Γερμανοί λεηλάτησαν την γεωργική παραγωγή της χώρας την οποίαν μετέφεραν στην Γερμανία για την κάλυψη των αναγκών του στρατού τους, προκαλώντας λιμό στην Ελλάδα. Μετά την Γερμανική κατοχή η Ελλάδα ήταν μια κατεστραμμένη χώρα, οικονομικά και ηθικά. Οι Έλληνες πάσχισαν για αρκετά χρόνια να καλύψουν τις 1300 θερμίδες που απαιτούνται ημερησίως για την επιβίωση, ενώ η βιομηχανική παραγωγή ανέκτησε τα μεγέθη του 1939 μόλις το 1950.

Για τον λόγο αυτό, μετά τον πόλεμο οι εξαθλιωμένοι πολίτες της νικήτριας αλλά κατεστραμμένης Ελλάδας σύρθηκαν στα εργοστάσια της Γερμανίας, συμβάλλοντας στην γρήγορη ανάκαμψη και στο οικονομικό της θαύμα. Η Γερμανία αξιοποιώντας τον ψυχρό πόλεμο (σχέδιο Μάρσαλ, συμφωνία 1953 κλπ) και την πειθαρχία των πολιτών της κατάφερε να ξαναγίνει σε 30 χρόνια υπερδύναμη, ενώ η Ελλάδα για άλλη μια φορά να βουλιάξει στην δίνη της διαφθοράς, του ρουσφετιού και της επίπλαστης ευημερίας.

Η μετανάστευση στην Γερμανία (625.000 Έλληνες από το 1960 έως το 1973) και είσοδος της Ελλάδος στη Ευρωπαϊκή Ένωση έφερε τους δύο λαούς πιο κοντά, με μικτούς γάμους και προσέγγιση κυρίως της Ελληνικής κοινωνίας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τρόπο ζωής.  Την περίοδο αυτή, αρκετές γερμανικές επιχειρήσεις εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα ενώ αυξήθηκαν οι εξαγωγές ελληνικών αγροτικών προϊόντων στην Γερμανία.

Σήμερα ζουν στην Γερμανία 350.000 Έλληνες (κυρίως 2ης γενιάς) με το 1/3 των γάμων που τελούν να είναι με Γερμανούς, ενώ στην Ελλάδα  ζουν 35.000 Γερμανοί από τους οποίους οι 20.000 είναι παντρεμένοι με Έλληνες. Τα τελευταία χρόνια άρχισαν να εκλέγονται Έλληνες 2ης γενιάς στην Γερμανική Βουλή και δήμους, ενώ υπάρχουν αρκετοί Έλληνες σε υψηλόβαθμες θέσεις του Γερμανικού κράτους. Η Γερμανία είναι ο 1ος εμπορικός εταίρος για την Ελλάδα σε εξαγωγές αλλά και εισαγωγές, με ετήσιες εισαγωγές 4,6 δις ευρώ (7,8 δις ευρώ το 2007) και ετήσιες εξαγωγές από την Ελλάδα περίπου 1,8 δις ευρώ (2,2 δις ευρώ το 2007). Αντίθετα, για την Γερμανία η Ελλάδα αντιπροσωπεύει το 0,4% των εξαγωγών της και το 0,2% των εισαγωγών της.

Έλληνες και Γερμανοί, δύο σημαντικοί λαοί για την ανθρωπότητα.

Οι μεν Έλληνες για την κληρονομιά της αρχαίας Ελλάδας στην οποίαν στηρίχθηκε η πολιτική σκέψη και ο πολιτισμός της Ευρώπης, αλλά και στον βυζαντινό Ελληνισμό που συνέβαλε στην αναγέννηση και στον ανθρωπισμό (ουμανισμό) της Ευρωπαϊκής κουλτούρας.
Οι δε Γερμανοί για την συνεισφορά τους στην τεχνολογική εξέλιξη, στην οργάνωση και διαμόρφωση συστημάτων και  πολιτικών θεωριών τους τελευταίους δύο αιώνες. Ας μην ξεχνάμε, ότι δεν ήταν Γερμανός μόνο ο Χίτλερ αλλά και ο Μαρξ, η Λούξεμπουργκ, όπως και ο Φάουστ, ο Μπρεχτ και ο Νίτσε.

Οι Έλληνες και οι Γερμανοί συνυπάρχουν στην Ευρωπαϊκή ήπειρο για περίπου 20 αιώνες, με όλες τις επαφές μεταξύ των δυο λαών να καταλήγουν τραυματικές για τους Έλληνες.  Οι σημαντικότερες επαφές τους επικεντρώνονται στην εισβολή και λεηλασία του Ελλαδικού χώρου (3ος- 4ος αιώνας) και στους δυο παγκόσμιους πολέμους του 20ου αιώνα, όπου ο ανταγωνισμός των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων (Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ρωσία) για κυριαρχία στην Ευρωπαϊκή ήπειρο, έφεραν την Ελλάδα να βρίσκεται πάντα στο αντίπαλο στρατόπεδο με την Γερμανία.

Τα τελευταία χρόνια, η Γερμανία επιχειρεί για άλλη μια φορά να αποκτήσει τον έλεγχο της ευρωπαϊκής ηπείρου, αυτή την φορά χωρίς όπλα αλλά και χωρίς ανταγωνιστές. Αυτή την φορά, αντίπαλος της είναι οι λαοί της Ευρώπης, ασύντακτοι και ανοργάνωτοι απέναντι στην εφαρμογή του προτεσταντικού γερμανικού οικονομικού μοντέλου που απαιτεί να επιβάλλει. Οι Έλληνες ήταν από τα πρώτα θύματα, καθώς η δομή του κράτους μας, οι παραγωγικές δυνάμεις της χώρας άλλα και η νοοτροπία του λαού μας απέχουν σημαντικά από τους στόχους τους.

Άραγε, θα επιβεβαιωθεί για άλλη μια φορά η ιστορική εμπειρία ή οι Έλληνες θα καταφέρουν επιτέλους να διαμορφώσουν την μοίρα τους.

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

η Γερμανική κυριαρχία και τα Ράιχ

Στα τέλη του 6ου μ.Χ. αιώνα,  η κάθοδος των γερμανικών φυλών στην Ευρώπη έχει ολοκληρωθεί και το δυτικό τμήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας έχει ήδη διαλυθεί.  Ο «αρχαίος κόσμος» έχει καταλυθεί και τα περισσότερα μνημεία της αρχαιότητας στην Ιταλική χερσόνησο και τον Ελλαδικό χώρο, έχουν καταστραφεί. Ο πληθυσμός της Ευρώπης έχει αλλοιωθεί και οι Γερμανοί κυριαρχούν στο μεγαλύτερο μέρος της. Οι περισσότεροι αρχαίοι λαοί (Κέλτες, Ιλλυριοί, Ρωμαίοι, Δάκες κλπ) έχουν εκγερμανισθεί σε μεγάλο βαθμό, παραμένοντας ως κοιτίδες σε απρόσιτες (Σκωτία) ή διαφιλονικούμενες (Νότιος Ιταλία) περιοχές.

Στην ανατολική Ευρώπη κυριαρχεί η Βυζαντινή αυτοκρατορία, η οποία ενσωμάτωσε την χριστιανική θρησκεία στο ρωμαϊκό δίκαιο και τρόπο διοίκησης, διατηρώντας ταυτόχρονα αρκετά στοιχεία των παραδόσεων του Ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. Οι Βυζαντινοί θεωρούν τον εαυτό τους συνεχιστές της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και έχουν διατηρήσει τους τίτλους και τα  ονόματα της.

Αντίθετα, η δυτική Ευρώπη είναι διάσπαρτη από μικρά βασίλεια, τα οποία προσπαθούν να επιβιώσουν και να επεκταθούν, στηριζόμενα στο θεσμό του φέουδου, δηλαδή της υποτέλειας σε κάποιον ισχυρότερο έναντι φόρων και προστασίας.

Η έννοια του έθνους είναι ασαφής αυτή την περίοδο. Στην δύση υπάρχουν οι γερμανικοί πληθυσμοί με συνείδηση μάλλον φυλετική παρά εθνική, που συνήθως ταυτίζεται με τον ηγεμόνα. Τα υπολείμματα των ρωμαϊκών και κελτικών πληθυσμών, έχοντας βρεθεί σε κατάσταση υποτέλειας, αποδέχονται αναγκαστικά τα νέα διοικητικά σχήματα. Οι ηγεμονίες (βασίλεια, πριγκιπάτα, δουκάτα κλπ) που δημιουργούνται, μεταβάλλονται ανάλογα με την ισχύ ή τα συμφέροντα των ηγεμόνων και σχετίζονται περισσότερο με τις μεταξύ τους σχέσεις, παρά με φυλετικά χαρακτηριστικά. Η προσπάθεια συνένωσης τους απέχει πολύ από την συγκρότηση ενιαίου κράτους και περιορίζεται στην υποδούλωση του γειτονικού πολέμαρχου, με μόνο στόχο την αύξηση της ισχύος του ηγεμόνα.

Αντίστοιχα, στην ανατολή κυριαρχεί η συνείδηση του χριστιανού «Ρωμαίου πολίτη», υπηκόου μιας ενιαίας και οργανωμένης πολυεθνικής αυτοκρατορίας, ενώ κάθε σχέση με την αρχαία Ελλάδα βρίσκεται υπό διωγμό. Η λέξη Έλλην έχει ταυτισθεί με την θρησκεία του 12-θεου και οι περισσότεροι Έλληνες σταματούν να την χρησιμοποιούν. Η εθνική συνείδηση των Ελλήνων καθυποτάσσεται από την χριστιανική πίστη, που κηρύττει την παγκοσμιοποιημένη ιδεολογία της εποχής.   

Στην δύση, οι επόμενοι πέντε αιώνες κυλούν με πολέμους, διασπάσεις και συνενώσεις των γερμανικών βασιλείων, με ταυτόχρονο μετασχηματισμό των πληθυσμών τους σε νέα έθνη και των διοικητικών μηχανισμών τους στην πλήρη εφαρμογή της φεουδαρχίας. 

Στο μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Ευρώπης κυριαρχούν γερμανικές διάλεκτοι οι οποίες εξελίσσονται σε γλώσσες (γερμανικά, αγγλικά, φλαμανδικά), ενώ στην πρώην ρωμαϊκή Γαλατία και την βόρειο Ιταλία, η μεγαλύτερη συμμετοχή ρωμαϊκών και εκρωμαϊσμένων κελτικών πληθυσμών, δημιουργεί γλώσσες βασισμένες στην δημώδη λατινική (Γαλλικά, Ιταλικά) με μικρότερες η μεγαλύτερες επιρροές από τα γερμανικά.  

Μέσα στους πέντε αυτούς αιώνες επιτελείται η "γέννεση" του γερμανικού έθνους, ως συνισταμένη των γερμανικών φυλών με την κοινή καταγωγή, ήθη, έθιμα και γλώσσα. που κατέκλυσαν την Ευρώπη. Σημαντικές συνιστώσες στην γερμανική εθνογέννεση ήταν η χριστιανική θρησκεία που οι διάφορες γερμανικές φυλές υιοθέτησαν, περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά και διαφοροποίησαν στην πορεία (προτεσταντισμός) αλλά και το πρότυπο της παντοκράτειρας Ρώμης με την ανεπτυγμένη διοίκηση, νομοθεσία και πολιτισμό. Ιδιαίτερη επίδραση τους πρωτόγονους Γερμανούς είχε η ισχύς της Ρώμης (στρατιωτική και γεωπολιτική), η οποία εντυπωσίασε και λειτούργησε ως πρότυπο στην αντίληψη του πολεμιστή-κυνηγού, με την οποία ήταν δομημένη η κοινωνία τους.

Σημαντικοί σταθμοί στην εθνογέννεση των Γερμανών ήταν οι προσπάθειες συνένωσης των φυλών υπό ενιαία διοίκηση που επιχείρησαν ο Χλωδοβίκος ο Α΄ (6ος αιώνας) και ο Καρλομάγνος (9ος αιώνας), ενώ καταλυτικό ρόλο έπαιξε η αυτοκρατορία που τελικά δημιουργήθηκε τον 10ο αιώνα, με τον βαρύγδουπο τίτλο « Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία του γερμανικού έθνους».

Η πρώτη προσπάθεια ένωσης κάποιων γερμανικών φυλών υπό ενιαία διοίκηση γίνεται στις αρχές του 6ου μ.Χ. αιώνα, από τον Φράγκο ηγεμόνα Χλωδοβίκο τον Α’ (Clovis), ο οποίος ενώνει τις φυλές των Φράγκων (Σάλιοι, Ριπουάριοι) και δημιουργεί το Φραγκικό βασίλειο με πρωτεύουσα το Παρίσι. Ο Χλωδοβίκος οργανώνει το κράτος του με ρωμαϊκά πρότυπα, αλλά θεσπίζει και χρησιμοποιεί ως νομοθεσία τον «Σάλιο Νόμο» που στηρίζεται στο εθιμικό δίκαιο των γερμανικών φυλών. Το βασίλειο αυτό αναγνωρίζεται το 508 μ.Χ. από τον βυζαντινό αυτοκράτορα Αναστάσιο τον Α’ και το 512 μ.Χ. υιοθετεί τον Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία του. Η προσπάθεια αυτή σταματάει με τον θάνατό του Χλωδοβίκου και  τα επόμενα χρόνια, το βασίλειο των Φράγκων θα μοιρασθεί και θα επανενωθεί πολλές φορές από τους απογόνους του.

Η πολυδιάσπαση των γερμανικών βασιλείων στην δυτική Ευρώπη καθιστά εύκολη την προέλαση των Αράβων στην Ιβηρική χερσόνησο και την κατάλυση του βασιλείου των Βησιγότθων το 711 μ.Χ.. Η διείσδυση των Αράβων στην Ευρώπη αναχαιτίζεται  το 732 μ.Χ στην μάχη του Πουατιέ, από τον Φράγκο, Κάρολο Μαρτέλο, στρατηγό του ισχυρότερου βασιλείου της εποχής και η δράση τους περιορίζεται στην Ιβηρική χερσόνησο.

Η δεύτερη προσπάθεια συνένωσης των γερμανικών βασιλείων γίνεται από τον επίσης, Φράγκο βασιλιά, Καρλομάγνο, ο οποίος είναι και ο πρώτος Γερμανός που παίρνει τον τίτλο του αυτοκράτορα. Ο Καρλομάγνος, αφού νικά και ενσωματώνει. το Βασίλειο των Λομβαρδών το 774 μ.Χ και στην συνέχεια κατακτά την Σαξονία, στέφεται από τον πάπα Λέοντα τον Γ’, το 800 μ.Χ. στην Ρώμη «αυτοκράτωρ που κυβερνά την Ρώμη», αποφεύγοντας τον τίτλο «Ρωμαίος αυτοκράτωρ» που ήταν τίτλος του Βυζαντινού  αυτοκράτορα. Με την ενθρόνιση αυτή, οι Γερμανοί αμφισβητούν για πρώτη φορά την χρήση του τίτλου του αυτοκράτορα των Ρωμαίων μόνο από τον βυζαντινό αυτοκράτορα, που την περίοδο αυτή ήταν μια γυναίκα, η Ειρήνη η Αθηναία και διεκδικούν για το εαυτό τους την συνέχιση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Είναι χαρακτηριστική η προσπάθεια σφετερισμού ακόμα και του ονόματος «Ρωμαίος» από τους Βυζαντινούς, τους οποίους οι φράγκικες πηγές της εποχής αναφέρουν ως Γραικούς, ενώ Ρωμαίους ονόμαζαν τους κατοίκους της Ιταλικής χερσονήσου, ανεξάρτητα από την καταγωγή τους.

Υπό την ηγεσία του Καρλομάγνου, το βασίλειο των Φράγκων, με πρωτεύουσα το Ααχεν, επιχειρεί να γίνει η πρώτη ευρωπαϊκή δύναμη. Εκτείνεται από τον Ατλαντικό έως τον ποταμό Οντερ (σημερινά σύνορα Γερμανίας-Πολωνίας) και νότια έως την Κροατία, έχοντας σύνορα με την Βυζαντινή αυτοκρατορία και περιλαμβάνει όλους τους γερμανογενείς πληθυσμούς της Ευρώπης, εκτός των βρετανικών νήσων. Ο Καρλομάγνος προσπάθησε να δημιουργήσει μία κοινή κουλτούρα στους λαούς που διοικούσε και θέσπισε κοινό νόμισμα (λίρα) και κοινή νομοθεσία. Εκχριστιάνισε με την βία τους Σάξονες διασφαλίζοντας την διάδοση της χριστιανικής θρησκείας σε όλη την αυτοκρατορία του και θεωρείται από τους δυτικούς, ο οραματιστής της ενωμένης Ευρώπης.

Η αυτοκρατορία του όμως δεν θα διαρκέσει για πολύ και τελικά μετά τον θάνατό του (814 μ.Χ.), χωρίζεται από τους διαδόχους του σε τρία τμήματα, με την συνθήκη του Βερντέν, το 843 μ.Χ. Η διάσπαση του βασιλείου του Καρλομάγνου σηματοδότησε τις διαφορές μεταξύ των γερμανογενών περιοχών της δυτικής Ευρώπης και κυρίως μεταξύ των συμπαγών γερμανικών πληθυσμών (ανατολικό Φράγκικο βασίλειο : Γερμανία) και των πληθυσμών με την μεγαλύτερη επίδραση από τους Ρωμαίους και τους Κέλτες (δυτικό Φράγκικο βασίλειο : Γαλλία) που υιοθετούν ως γλώσσα τους την λατινογενή «γαλλοπροβηγκιανή», που μετεξελίχθηκε στα γαλλικά.

Η πρώτη πραγματική συνένωση των γερμανικών βασιλείων υπό ενιαία διοίκηση πραγματοποιείται στις 2 Φεβρουαρίου του 962 μ.Χ., όταν ο δούκας της Σαξονίας, Όθων Α΄ ο Μέγας στέφεται στη Ρώμη πρώτος αυτοκράτορας (Kaiser) της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους (Heiliges Römisches Reich Deutscher Nation). Αυτό είναι και το 1ο Ράιχ. Η εδαφική επικράτεια της αυτοκρατορίας δεν ήταν σταθερή καθ’ όλη την ιστορία της, αλλά στο απόγειο της (1034 μ.Χ.) περιλάμβανε την σημερινή Γερμανία, Αυστρία, Ελβετία, Τσεχία, Σλοβενία, Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο και τμήματα της σημερινής Πολωνίας, Γαλλίας και Ιταλίας. Δεν περιέλαβε ποτέ το μεγαλύτερο τμήμα της Γαλλίας που είχε αναπτύξει αυτόνομη οντότητα, όπως και την νότια Ιταλία και Ισπανία που δεν είχαν ποτέ εκγερμανισθεί.

Η λέξη Reich στην κυριολεξία σημαίνει «περιοχή κυριαρχίας» και προέρχεται από την πρωτογερμανική λέξη reichen από την οποία προέρχονται επίσης οι αγγλικές λέξεις rich (πλούσιος, ισχυρός) και reach (προσεγγίζω, κυριαρχώ) και έχει δανειστεί από τον τίτλο της αυτοκρατορίας, ο οποίος στην κυριολεξία σημαίνει «αγία ρωμαϊκή αυτοκρατορία στην οποίαν κυριαρχεί το γερμανικό έθνος». 

Το 1ο Ράιχ διήρκεσε 850 χρόνια, από το 962 έως το 1806 μ.Χ οπότε καταλύθηκε από τον Ναπολέοντα και είναι η δεύτερη σε διάρκεια αυτοκρατορία που γνώρισε η Ευρώπη (μετά την Βυζαντινή), μακρύτερη ακόμα και από την ίδια την ρωμαϊκή αυτοκρατορία (27 π.Χ.- 395 μ.Χ.). Καθ’ όλη την διάρκεια της, η Αγία Αυτοκρατορία δεν διαμόρφωσε ποτέ κεντρική διοίκηση και οντότητα ενιαίου κράτους, καθώς αποτελούταν από εκατοντάδες βασίλεια, πριγκιπάτα, δουκάτα, κομητείες και ελεύθερες αυτοκρατορικές πόλεις (Freie Reichsstadt) που λειτουργούσαν υπό καθεστώς φεουδαλισμού, ως υποτελείς του ίδιου αυτοκράτορα. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος των συνεχών αυξομειώσεων της επικράτειας της, καθώς ο κάθε ηγεμόνας που ένοιωθε ισχυρός, δήλωνε την ανεξαρτησία του από την αυτοκρατορία ή την υποτέλεια του σε άλλον βασιλιά. 

Μετά τον Τριακονταετή πόλεμο (1618-1648), ο οποίος χωρίζει τη δυτική Ευρώπη σε καθολικούς και προτεστάντες, o αυτοκράτορας της Αγίας Αυτοκρατορίας χάνει την δύναμή του και  παραμένει συμβολική μορφή έως το 1806 όπου ο τελευταίος αυτοκράτορας Φραγκίσκος ο Β΄, υποχρεώνεται από τον Ναπολέοντα να παραιτηθεί μετά την ήττα των Γερμανών από τους Γάλλους στο Άουστερλιτς.

Μέτα την διάλυση της Αγίας Αυτοκρατορίας, ο Ναπολέων ενώνει τα περισσότερα από τα γερμανικά βασίλεια και ελεύθερες πόλεις δημιουργώντας την Ομοσπονδία του Ρήνου (Rheinbund), διακόπτοντας έτσι την ανεξαρτησία που απολάμβαναν έως τότε. Λίγα χρόνια μετά, το 1814, ιδρύεται με την συνθήκη της Βιέννης, η Γερμανική συνομοσπονδία (Deutscher bund) στην οποίαν συμμετείχαν 39 κρατικές οντότητες, μεταξύ των οποίων η Αυστρία, η Πρωσία και αρκετά μικρότερα βασίλεια (Βαυαρία, Σαξονία, Βάδη κλπ) και τέσσερις ελεύθερες πόλεις. Η ισχυρότερη δύναμη της χαλαρής αυτής συνομοσπονδίας είναι η Αυστρία των Αψβούργων, οι οποίοι προσπαθούν να κυριαρχήσουν στην συνομοσπονδία και απορρίπτουν το αίτημα των Γερμανών πολιτών για σύνταγμα και ενιαίο γερμανικό εθνικό κράτος, που εκδηλώνεται με την εξέγερση του 1848. Μετά από την αποτυχημένη επανάσταση, αυξάνονται οι συγκρούσεις μεταξύ της Αυστρίας και της Πρωσίας με αποτέλεσμα τον Πρώσο-αυστριακό πόλεμο του 1866, στον οποίον νικά η Πρωσία. Η Γερμανική Συνομοσπονδία διαλύεται, ενώ ιδρύεται η  Γερμανική Ομοσπονδία του Βορρά με κυρίαρχη δύναμη την Πρωσία και δίχως την Αυστρία.

Τα τελευταία χρόνια της Αγίας Αυτοκρατορίας και την περίοδο των ομοσπονδιών, αρχίζει να αναπτύσσεται ο γερμανικός εθνικισμός, ως αντίβαρο στην αυξανόμενη πίεση των υπολοίπων αυτοκρατοριών της εποχής, που ως ναυτικές δυνάμεις αλλά και κράτη με ενιαία υπόσταση, αναπτύσσουν παγκόσμια κυριαρχία, αποκτώντας αποικίες, πλούτο και ισχύ. Οι Γερμανοί νοιώθουν αποκλεισμένοι στο εσωτερικό της Ευρώπης από τους Γάλλους και τους Ρώσους , ενώ η θαλασσοκράτειρα Βρετανία τους αποκόπτει τις θαλάσσιες προσβάσεις. Η μόνη διέξοδος για τους Γερμανούς ήταν η ανάπτυξη τους ως ηπειρωτική δύναμη (heartland), η οποία θα επεκτεινόταν στο χερσαίο τμήμα της Ευρώπης. Βασική προϋπόθεση επιτυχίας ήταν  η δημιουργία ενιαίου παν-γερμανικού κράτους με κοινή εθνική συνείδηση των πολιτών του.   

Τότε, ο Όττο φον Βίσμαρκ αναλαμβάνει καγκελάριος της Ομοσπονδίας και το 1870 κηρύσσει τον πόλεμο στην Γαλλία,  με σκοπό την σφυρηλάτηση της γερμανικής εθνικής ενότητας και την εκδίκηση για την ήττα του Άουστερλιτς. Το 1871 και ενώ πολιορκούν το Παρίσι, οι Γερμανοί ηγεμόνες ανακηρύσσουν στα ανάκτορα των Βερσαλλιών την ίδρυση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας (Kaiserreich) και προσφέρουν το στέμμα της αυτοκρατορίας στον βασιλιά της Πρωσίας, Γουλιέλμο Α', δημιουργώντας το 2ο Ράιχ. Η Γερμανική αυτοκρατορία περιελάμβανε, εκτός από την σημερινή Γερμανία, το μεγαλύτερο μέρος της Πολωνίας, μέρος της Ρωσίας (Ανατολική Πρωσία)  και τις Γαλλικές επαρχίες της Αλσατίας και Λωραίνης, οι οποιες προσαρτήθηκαν μετά τον Γάλλο-Πρωσικό πόλεμο. Ο Βίσμαρκ διορίζεται καγκελάριος και εισάγει την αυτοκρατορία στον αποικιακό ανταγωνισμό των υπερδυνάμεων της εποχής, αποκτώντας αποικίες στην Αφρική (Καμερούν, Ναμίμπια, Τανγκανίκα κλπ) και στον Ειρηνικό (νησιά Μάρσαλ, Παλάου, Σαμόα κλπ). Η κυβέρνηση του, προωθεί την έρευνα και την τεχνολογία και η Γερμανία μεταμορφώνεται σε μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές και οικονομικές δυνάμεις  του πλανήτη. Η ανάπτυξη αυτή ενίσχυσε τον εθνικισμό, την επιθετικότητα και την αυτοπεποίθηση των Γερμανών, με αποτέλεσμα να οδηγηθούν σε συμμαχία με την γερμανογενή Αυστροουγγρική αυτοκρατορία και την παραπαίουσα Οθωμανική, που ασφυκτιούσαν από την Ρωσική πολιτική στα Βαλκάνια, διαμορφώνοντας έτσι τις συνθήκες για τον επερχόμενο πόλεμο.

Στο κοινωνικό πεδίο, οι Γερμανοί προσπαθούν την περίοδο αυτή να μειώσουν την επιρροή της καθολικής εκκλησίας στην αυτοκρατορία, ενισχύοντας τον Προτεσταντισμό, ενώ ταυτόχρονα εφαρμόζουν πολιτικές ενσωμάτωσης των μειονοτήτων (Πολωνοί, Γάλλοι, Δανοί) και αντιμετώπισης του σοσιαλιστικού κινήματος που αναπτύσσεται στην Ευρώπη, καθώς θεωρούσαν ότι απειλεί την αυτοκρατορία. Για τον λόγο αυτό πραγματοποίησαν σύνολο φιλολαϊκών μεταρρυθμίσεων (ασφάλεια υγείας και ατυχημάτων, συντάξεις κλπ), οι οποίες θεωρούνται η πρώτη μορφή του κράτους πρόνοιας.

Το 2ο Ράιχ, διαρκεί έως το τέλος του 1ου παγκοσμίου πολέμου (1918) ενώ κατά άλλους περιλαμβάνει και την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (Weimarer Republik) που ακολούθησε (1919-1933), κατά την διάρκεια της οποίας, το γερμανικό κράτος (Deutsch Reich) απαρτίζεται από 17 ομόσπονδα κρατίδια, το καθένα με δική του κυβέρνηση και κοινοβούλιο, που εκπροσωπούταν στο κεντρικό συμβούλιο (Reichstag).

Ο 1ος παγκόσμιος πόλεμος λήγει με ολέθριες συνέπειες για την Ευρώπη (κατεστραμμένες υποδομές - 20 εκατ νεκροί), αλλά κυρίως για τις Κεντρικές Δυνάμεις, καθώς οι αυτοκρατορίες τους διαλύονται και υποχρεούνται σε ατιμωτικές στρατιωτικές κυρώσεις, αποζημιώσεις και εδαφικές απώλειες. Η Γερμανία παραχωρεί την Αλσατία και την Λωραίνη στην Γαλλία, την Σιλεσία και Ανατολική Πρωσία στην Πολωνία και μικρότερες περιοχές στην Δανία, Βέλγιο, Λιθουανία και Τσεχοσλοβακία, χάνοντας στην ουσία το 13% των ευρωπαϊκών της εδαφών και όλες τις αποικίες της.

Η ατιμωτική συνθήκη ανακωχής του 1ου παγκοσμίου πολέμου ενίσχυσε τον γερμανικό εθνικισμό και έδωσε την δυνατότητα στον λαϊκιστή Χίτλερ να ανέλθει στην εξουσία το 1933 και να δημιουργήσει το 3o Ράιχ.  Ο Χίτλερ επινοεί τον εθνικοσοσιαλισμό, ένα πολιτικό σύστημα που έδωσε στον γερμανικό λαό αυτό που του έλειπε εκείνην την περίοδο : τo χαμένο του κύρος, την αιτία του κακού (διεθνής σιωνισμός και κομμουνισμός) και την προοπτική ανάδειξης της Γερμανίας στην ισχυρότερη χώρα του κόσμου. Ο εθνικοσοσιαλισμός ήταν μια έξυπνη επινόηση των εμπνευστών του, που εκμεταλεύθηκαν τα χαρακτηριστικά του γερμανικού λαού (πειθαρχία, τάξη, εργατικότητα) για να ικανοποιήσουν τις προσωπικές τους φιλοδοξίες για κυριαρχία. Έτσι, χρησιμοποιώντας τον λαϊκισμό, ανέδειξαν την ανάγκη αναδημιουργίας της Γερμανίας και απόκτησης "ζωτικού χώρου" σε πυλώνα της πολιτικής τους, αξιοποιώντας το υπόβαθρο που υπήρχε στο συλλογικό ασυνείδητο των Γερμανών για επέκταση και κυριαρχία.  Το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο με τον προηγούμενο πόλεμο. Καταστροφή του ίδιου τους του κράτους αλλά και ολόκληρης  της Ευρώπης με περισσότερους από 60 εκατ νεκρούς.

Οι Γερμανοί αποδεικνύονται ο τραγικός λαός της Ευρώπης. Από την πρώτη τους εμφάνιση στην ιστορία, τον 2ο π.Χ. αιώνα, όταν διέσχισαν τον Ρήνο και ξεκίνησαν επιδρομές στην Ρωμαϊκή επικράτεια έως τώρα, ψάχνουν απεγνωσμένα τον ζωτικό τους χώρο και την θέση τους στην παγκόσμια σκακιέρα. Μόνο που φαίνεται ότι ποτέ δεν ήταν αρκετά. Έτσι, κάθε φορά που νοιώθουν ισχυροί, βρίσκεται κάποιος χαρισματικός ηγέτης που τους παρασύρει στο όραμα της επέκτασης της κυριαρχίας τους, με όλο και πιο βελτιωμένη μέθοδο στην διάρκεια των χρόνων. Από το όραμα για ενωμένη Ευρώπη του Καρλομάγνου έως το όραμα της ισχυρότερης αυτοκρατορίας του Βισμαρκ ή το εθνικό-σοσιαλιστικό ιδεολόγημα του Χίτλερ, το διακύβευμα ήταν πάντα το ίδιο : η κυριαρχία στην Ευρώπη, επιβεβαιώνοντας κάθε φορά την έννοια της λέξης Ράιχ.

Την περίοδο αυτή επιχειρείται για άλλη μια φορά η επέκταση της Γερμανικής κυριαρχίας στην Ευρώπη, με πιο εκλεπτυσμένο τρόπο αυτή την φορά. Αρκετοί, μιλούν για το 4ο Ράιχ, το οποίο δρομολογείται μέσω της οικονομικής επικυριαρχίας και της επιβολής του γερμανικού τρόπου οργάνωσης, εργασίας και πειθαρχίας σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Αυτή την φορά, οι Γερμανοί δεν χρησιμοποιούν όπλα αλλά ομόλογα και τόκους, χωρίς δείγμα εθνικισμού και φανατισμού. Όμως ο στόχος είναι κοινός με τις προηγούμενες φορές : η μετατροπή των λοιπών ευρωπαϊκών κρατών σε δορυφόρους της Γερμανίας, που θα εργάζονται για τα Γερμανικά συμφέροντα και θα ζουν σαν gastarbeitter στις χώρες τους.

Η Γερμανία αποδεικνύεται ο καλύτερος μαθητής του παγκόσμιου νεοφιλελευθερισμού και ο καλύτερος διαχειριστής της παγκοσμιοποίησης, την οποίαν χρησιμοποιεί, όχι μόνο για την παραγωγή πλούτου στους λίγους εις βάρος των πολλών, αλλά και σαν μηχανισμό επιβολής κρατικής κυριαρχίας. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίον πιστεύω ότι οι Γερμανοί θα αποτύχουν για άλλη μια φορά, καθώς σήμερα, μια εκγερμανισμένη Ευρώπη ίσως δεν αρκεί, ούτε όλη μαζί, για να αντιμετωπίσει, οικονομικά και γεωστρατηγικά, τις λοιπές υπερδυνάμεις του πλανήτη (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα).

Άραγε, πόσα Ράιχ  θα απαιτηθούν ακόμα, μέχρι ότου να εμπεδώσουν οι Γερμανοί κυβερνώντες ότι ο σκοπός της ύπαρξης των λαών δεν είναι η κυριαρχία, αλλά η συνύπαρξη και η ευημερία.

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

η κάθοδος των Γερμανών

Γερμανοί, ένας λαός που καθόρισε την φυσιογνωμία της σύγχρονης Ευρώπης.

Εμφανίσθηκαν στην ιστορία στα τέλη του 2ου π.Χ. αιώνα, όταν διέσχισαν τον ποταμό Ρήνο και εισέβαλαν στις βόρειες επαρχίες της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Για περισσότερο από 5 αιώνες, τα γερμανικά φύλα κάνουν επιδρομές και λεηλατούν την ρωμαϊκή αυτοκρατορία, συνδράμουν στην διάσπασή της σε Δυτική και Ανατολική και τελικά καταστρέφουν το Δυτικό τμήμα της, αλώνοντας και την ίδια την Ρώμη. Στο Ανατολικό τμήμα, οι επιδρομές των γερμανικών φύλων δεν καταφέρνουν να καταλύσουν την νεοσύστατη Βυζαντινή αυτοκρατορία, αλλά την αποδυναμώνουν και την κάνουν πιο ευάλωτη στις εισβολές των Σλαβικών φύλων.

Στην πορεία αυτή, οι Γερμανοί αλλοίωσαν την εθνολογική σύσταση της Ευρώπης, με την εγκατάσταση γερμανικών πληθυσμών στο μεγαλύτερο μέρος της ηπείρου, ενσωματώνοντας τον Κέλτικο πολιτισμό και εκγερμανίζοντας τους Κέλτες. Η μεγάλη αυτή μετανάστευση κατέστρεψε τον «αρχαίο κόσμο» της Ευρώπης και εισήγαγε νέα πολιτιστικά στοιχεία που οδήγησαν την Ευρώπη στα σκοτεινά χρόνια του Μεσαίωνα. Τα δημοκρατικά στοιχεία της ρωμαϊκής διακυβέρνησης υποσκελίσθησαν από την απόλυτη εξουσία των πολεμάρχων και τον γερμανικής προέλευσης φεουδαλισμό, ενώ ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός αντικαταστάθηκε από το φράγκικο κακέκτυπο του χριστιανικού φανατισμού.

Οι Γερμανοί πρωτοεμφανίζονται στις αρχαιολογικές πηγές αρκετά νωρίτερα, γύρω στο 1700 π.Χ. ως συνονθύλευμα φυλών που κατοικούσαν στις νότιες ακτές της Σκανδιναβικής χερσονήσου, στην Δανία και στην περιοχή της Βαλτικής. Οι φυλές αυτές μιλούσαν συγγενικές διαλέκτους της πρώτο-ινδοευρωπαϊκής γλώσσας από τις οποίες προέκυψε η πρώτο-γερμανική γλώσσα και ήταν οργανωμένες σε κυνηγητικές κοινότητες και ζούσαν σε ξέφωτα που υπήρχαν μέσα στα άγρια δάση της περιοχής. Παράλληλα με το κυνήγι, οι πρώιμοι αυτοί Γερμανοί, είχαν αναπτύξει και κάποια αρχική μορφή γεωργίας, καθώς το κλίμα στην περιοχή καθ' όλη την διάρκεια της 2ης χιλιετίας π.Χ., ήταν ηπιότερο από ότι σήμερα, προσομοιάζοντας με αυτό της σημερινής Κεντρικής Ευρώπης.

Για τουλάχιστον 10 αιώνες, οι γερμανικές φυλές παρέμειναν στα εδάφη αυτά, παρουσιάζοντας σημαντικά βραδύτερη εξέλιξη από τους λαούς της Ν. Ευρώπης (Έλληνες, Ρωμαίους). Η οργάνωση των κοινοτήτων τους ήταν απλή και στηριζόταν στις ικανότητες του κυνηγού-πολεμιστή. Η κάθε φυλή είχε τον αρχηγό της, ο οποίος δεν είχε ιδιαίτερα προνόμια και λειτουργούσε ως πρώτος μεταξύ ίσων. Αρχηγός γινόταν ο δυνατότερος, ιδιαίτερα αν μπορούσε να αποδείξει καταγωγή από κάποια μυθική θεότητα. Επιπλέον του αρχηγού, η κάθε φυλή είχε το συμβούλιο των πρεσβυτέρων το οποίο νομοθετούσε και επέβλεπε την εφαρμογή των νόμων. Στο συμβούλιο συμμετείχαν οι καλύτεροι πολεμιστές των χωριών που αποτελούσαν την φυλή, συγκροτώντας με τα χρόνια μία στρατιωτική αριστοκρατία που συγκέντρωσε όλη την εξουσία.

Η θρησκεία τους ήταν πρωτόγονη και στηριζόταν στην λατρεία του ήλιου, της σελήνης και της φωτιάς, ενώ η μυθολογία τους ήταν γεμάτη τερατόμορφα όντα των δασών όπως οι νάνοι, τα ξωτικά και οι καλικάντζαροι. Δεν είχαν συγκεκριμένους τόπους λατρείας και οι θρησκευτικές τελετές τους γινόταν σε βωμούς που στηνόταν έξω από τα χωριά. Στις τελετές αυτές ορισμένες φυλές τελούσαν ακόμα και ανθρωποθυσίες, πρακτική που συνεχίσθηκε μέχρι τον μεσαίωνα στις φυλές που δεν είχαν ακόμα εκχριστιανιστεί. Είναι χαρακτηριστική η επιστολή του Αγίου Βονιφατίου, ιεραποστόλου των Σαξόνων,το 724 μ.Χ. στον πάπα Γρηγόριο τον Β΄, στην οποία αναφέρει την αγορά σκλάβων από τους ειδωλολάτρες για θυσία.

Κατά τον 7ο π.Χ. αιώνα παρατηρείται επιδείνωση του κλίματος στην Βόρεια Ευρώπη, η οποία αναγκάζει τα γερμανικά φύλα σε μαζική μετανάστευση προς Νότο. Η κλιματολογική αυτή αλλαγή και η μετανάστευση που ακολούθησε παρέμειναν στην προφορική παράδοση των Γερμανών, στο μύθο-προφητεία του «Μεγάλου Χειμώνα». Έτσι λοιπόν, τα γερμανικά φύλα εισβάλουν στις νοτιότερες περιοχές και μεταφέρουν τα σύνορα της επικράτειας τους δυτικά στον ποταμό Ρήνο και νότια στον ποταμό Μάϊν. Στις νέες πατρίδες, οι Γερμανοί ήλθαν σε επαφή με τους Κέλτες, συνήθως όχι ειρηνικά και ενσωμάτωσαν στοιχεία του πολιτισμού και της τεχνολογίας των Κελτών, όπως η κατασκευή σιδήρου από τύρφη που οδήγησε σε αναβάθμιση των όπλων και των εργαλείων τους.

Η μετακίνηση αυτή των γερμανικών φυλών συνεχίσθηκε αργά και σταδιακά έως τον 2ο π.Χ. αιώνα, εποικίζοντας όλη την βόρειο-δυτική Ευρώπη ανατολικά του Ρήνου με γερμανικό πληθυσμό, ενώ στα τέλη του ίδιου αιώνα ξεκινά η προσπάθεια υπέρβασης του Ρήνου και εισόδου στη Ρωμαϊκή Γαλατία.

Μέχρι τότε, οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι αγνοούσαν ακόμα και την ύπαρξη του γερμανικού κόσμου. Για αυτούς, η Ευρώπη σταματούσε στα άγρια δάση βόρεια του Δούναβη, στα οποία πίστευαν ότι δεν κατοικούσαν άνθρωποι. Οι βορειότεροι πληθυσμοί που γνώριζαν ήταν οι Δάκες και οι Γέτες, που κατοικούσαν περί τον Δούναβη ενώ δυτικά των Άλπεων εκτεινόταν ο κόσμος των Γαλατών (Κελτών).

Η πρώτη επαφή του «αρχαίου κόσμου» με τους Γερμανούς έγινε το 114 π.Χ. όταν οι Τεύτονες, γερμανικό φύλο που κατοικούσε στην Γιουτλάνδη εισέβαλε μαζί με τους Κίμβρους στην Γαλατία, λεηλατώντας την ρωμαϊκή αυτή επαρχία. Οι Ρωμαίοι κινητοποιήθηκαν, θεωρώντας ότι πρόκειται για Κέλτικες φυλές και το 107 π.Χ. συνέτριψαν τους Τεύτονες, στο Αιξ της Προβηγκίας. Μετά τη συντριβή τους, οι εναπομείναντες Τεύτονες επέστρεψαν στην άνω πλευρά του Ρήνου, ενώ οι Ρωμαίοι χρειάσθηκαν αρκετές δεκαετίες για να δημιουργήσουν επαφές με τους πληθυσμούς αυτούς και να αντιληφθούν ότι διαφέρουν από τους Κέλτες.

Οι πρώτες αναφορές στα Γερμανικά φύλα παρουσιάζονται στα μέσα του 1ου π.Χ. αιώνα από τον τότε ανθύπατο Ιούλιο Καίσαρα, στο έργο του «περί Γαλατικού πολέμου» το οποίο συνέγραψε μετά την κατάκτηση της Βορείου Γαλατίας. Αυτή είναι η πρώτη πηγή που διαχωρίζει του Κέλτες από τους πιο πρωτόγονους Γερμανούς. Το 58 π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρ εκστρατεύει εναντίον του γερμανικού φύλου των Σουηβών, οι οποίοι είχαν εισέλθει στην Γαλατία και τους καταδιώκει πέρα του Ρήνου. Από τότε, τα νερά του Ρήνου αποτελούν το φυσικό σύνορο της γερμανικής επικράτειας με την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Για τους επόμενους αιώνες και μέχρι τα μέσα του 5ου μ.Χ. αιώνα, οι Γερμανοί εισβάλουν περιοδικά στα εδάφη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και αποκρούονται από πολλούς Ρωμαίους αυτοκράτορες , οι οποίοι έτσι κερδίζουν τον τίτλο του «Γερμανικού». Παρ’ όλα αυτά, γερμανικοί πληθυσμοί εγκαθίστανται σταδιακά στις Ρωμαϊκές επαρχίες με κέλτικο πληθυσμό, όπου αναμιγνύονται με τους Κέλτες που σταδιακά γερμανοποιούνται. Οι αλλεπάλληλες μεταναστεύσεις κι επιδρομές των Γερμανών προκαλούν τεράστια προβλήματα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, θέτοντας σε δοκιμασία τόσο την εδαφική όσο και την πολιτική ενότητά της.

Οι Ρωμαίοι δοκιμάζουν μόνο μία φορά να επεκταθούν ανατολικά του ποταμού Ρήνου με τραγικά γι' αυτούς αποτελέσματα, αφού το 9 μ.Χ. κατασφάζονται στον Τευτοβούργιο Δρυμό. Οι συνασπισμένες γερμανικές φυλές υπό τον Αρμίνιο (Hermann), με αιφνιδιαστικές επιθέσεις και ενέδρες μέσα στα άγνωστα για τους Ρωμαίους ελώδη δάση της περιοχής, καταφέρνουν να αποδεκατίσουν 3 ρωμαϊκές λεγεώνες. Οι ιδιαίτερα βάναυσες τακτικές των Γερμανών, σε συνδυασμό με την θυσία των αιχμαλώτων σε θρησκευτικές τελετές μετέτρεψαν την ήττα αυτή σε εγκατάλειψη των βλέψεων των Ρωμαίων για επέκταση ανατολικά του Ρήνου.

Ο Ρωμαίος ιστοριογράφος Τάκιτος γράφει το 98 μ.Χ. μια πρώτη ιστορία των γερμανικών περιοχών στο έργο του «Germania». Η ετυμολογία του ονόματος Germania δεν είναι γνωστή, μπορεί να είναι κελτικής η γερμανικής καταγωγής. Η σύγχρονη γερμανική λέξη deutsch προέρχεται από την αρχαία γερμανική λέξη diutisc, η οποία σημαίνει «ανήκων στο λαό», ενώ σε αρκετές ευρωπαϊκές γλώσσες κυριάρχησε ο γερμανικής επίσης προέλευσης όρος Allemann, που σημαίνει «όλος ο λαός».

Από τον 1ο μ.Χ. αιώνα, οι Γερμανοί γίνονται επιθετικότεροι και πολλαπλασιάζουν τις εισβολές τους στα ρωμαϊκά εδάφη, ψάχνοντας για νέους τόπους εποικισμού. Ένα από τα πρώτα και πιο διάσημα γερμανικά φύλα ήταν οι Γότθοι, οι οποίοι την εποχή εκείνη αποσπάσθηκαν από τα άλλα γερμανικά φύλα και μετανάστευσαν νότια του ποταμού Βιστούλα όπου εγκαταστάθηκαν στην Σκυθία (σημερινή Ουκρανία) και παρέμειναν ειρηνικά για 2 περίπου αιώνες. Τον 3ο μ.Χ. αιώνα χωρίστηκαν σε Βησιγότθους και Οστρογότθους και άρχισαν να μετακινούνται προς τα νότια.

Οι Βησιγότθοι εξαπέλυσαν στο τέλος της δεκαετίας 260 μ.Χ. μια από τις πρώτες και μεγαλύτερες βαρβαρικές επιδρομές που γνώρισε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, λεηλατώντας την βαλκανική χερσόνησο και τα νησιά του Αιγαίου. Το 269 μ.Χ. υπέστησαν συντριπτική ήττα στη μάχη της Ναϊσσού (Νις) και μέχρι το 271 μ.Χ. είχαν εκδιωχθεί βόρεια του Δούναβη. Αντίθετα οι Οστρογότθοι δεν επιδόθηκαν σε επιδρομές και παρέμειναν στην βόρεια του Δούναβη περιοχή της Δακίας. Ο επόμενος αιώνας περνάει ειρηνικά, με τους Γότθους να αναπτύσσουν εμπορικές σχέσεις με τους Ρωμαίους και να ασπάζονται τον Αρειανισμό.

Την ίδια περίοδο στην δύση εισβάλουν οι Φράγκοι, γερμανικό φύλο προερχόμενο από την Βαλτική και το 254 μ.Χ. απωθούνται από τους Ρωμαίους βόρεια του Ρήνου. Σύντομα, οι Φράγκοι χωρίζονται σε δύο ομάδες, τους Ριπουάριους Φράγκους που εγκαθίστανται στην σημερινή Φλάνδρα (Βόρειο Βέλγιο-Ολλανδία) και τους Σάλιους Φράγκους που μετακινούνται νοτιότερα και εγκαθίστανται στην Νορμανδία (ΒΔ Γαλλία).

Το 330 μ.Χ. ο Μέγας Κωνσταντίνος για να ισχυροποιήσει την επικράτηση της χριστιανικής θρησκείας και να απομακρύνει την διοίκηση της αυτοκρατορίας από μία πόλη που ήταν επίκεντρο της ειδωλολατρίας, μεταφέρει την πρωτεύουσα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, από την Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη. Σημαντικό ρόλο στην απόφαση αυτή έπαιξαν και οι συνεχείς επιδρομές των γερμανικών φυλών στο δυτικό τμήμα των ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και έτσι η Πόλη κτίζεται από την αρχή με ισχυρή οχύρωση ώστε να αντεπεξέρχεται στις επιδρομές των βαρβάρων.

Την δεκαετία του 370 μ.Χ. , η κάθοδος των Ούννων πιέζει τους Βησιγότθους να αναζητήσουν νέες εστίες νότια του Δούναβη, όπου και εγκαθίσταται το 376 μ.Χ. με την σύμφωνη γνώμη του Ρωμαίου αυτοκράτορα Ουάλη, ενώ οι Οστρογότθοι παραμένουν στην περιοχή ως φόρου υποτελείς στους Ούννους. Παρ’ όλα αυτά , η συνύπαρξη με τους Ρωμαίους δεν είναι αρμονική και ξεσπάνε οι Γοτθικοί πόλεμοι του 377-382 μ.Χ. όπου οι Ρωμαίοι ηττώνται στην μάχη της Ανδριανούπολης . Μετά την νίκη τους, οι Βησιγότθοι κινούνται δυτικά και λεηλατούν την περιοχή της Ιλλυρίας σε τέτοιο βαθμό που «δεν άφησαν παρά μόνο τον ουρανό και την γη».

Η άνοδος του Μεγάλου Θεοδοσίου στον θρόνο, κατεύνασε τις επιδρομές των Βησιγότθων καθώς τους έδωσε γη να κατοικήσουν στην Θράκη και ανέπτυξε σχέσεις με τον αρχηγό τους Αλάριχο (Ulrich), χρησιμοποιώντας τους Βησιγότθους ως φοιδεράτους (συμμάχους) στην αντιμετώπιση των επιδρομών των Ούννων στην Συρία το 386-7 μ.Χ.

Την ίδια περίοδο (τέλη του 4ου μ.Χ αιώνα) στην Δύση, οι Βάνδαλοι, γερμανικό φύλο ιδιαίτερης σκληρότητας και αγριότητας, ανέβηκαν τον ποταμό Δούναβη και ξεχύθηκαν στην Γαλατία την οποία λεηλάτησαν. Στην συνέχεια κινήθηκαν προς νότο και πέρασαν στην Ιβηρική χερσόνησο όπου εγκαταστάθηκαν στην περιοχή από την Νότιο Γαλλία έως την Ανδαλουσία.

Ο θάνατος του Μεγάλου Θεοδοσίου το 395 μ.Χ. και η διαίρεση της αυτοκρατορίας σε δύο τμήματα, ανατολικό και δυτικό, άλλαξε δραματικά τις ισορροπίες με τους Βησιγότθους, καθώς ο πρώτος αυτοκράτορας του ανατολικού τμήματος Αρκάδιος επικεντρώθηκε στις έριδες με τον αδελφό του Ονώριο, αυτοκράτορα του δυτικού τμήματος. Το καλοκαίρι του 395 μ.Χ. ο Αλάριχος εξαπολύει επιδρομές και λεηλατεί τον Ελλαδικό χώρο, όπου λαφυραγωγούν και καταστρέφουν σημαντικά μνημεία της αρχαιότητας. Στην συνέχεια, οι Βησιγότθοι στρέφονται προς βορρά και μέσω της Αδριατικής επιτίθενται το 401 μ.Χ. στην ιταλική χερσόνησο, ενώ το 410 μ.Χ. πολιορκούν και καταλαμβάνουν την Ρώμη την οποία λεηλατούν, καταστρέφοντας τα πάντα εκτός από τις εκκλησίες.

Μετά την καταστροφή της Ρώμης, οι Βησιγότθοι επιδίδονται σε επιδρομές και λεηλασίες στην ιταλική ενδοχώρα, έως ότου ο Ονώριος τους παραχωρεί την Ακουιτάνια (Νότιο-Δυτική Γαλλία) για να κατοικήσουν, από την οποίαν εκδιώχνουν προς την Ιβηρική χερσόνησο τους Βάνδαλους, που την είχαν εποικήσει τα προηγούμενα χρόνια. Μετά τον θάνατο του Αλάριχου, οι Βησιγότθοι επαναστατούν εναντίον των Ρωμαίων και δημιουργούν το δικό τους βασίλειο με πρωτεύουσα την Τουλούζη ενώ σταδιακά επεκτείνονται προς νότο, καταλαμβάνοντας έως το 475 μ.Χ. όλη την Ιβηρική χερσόνησο. Τότε, οι Βάνδαλοι με αρχηγό το Γιζέριχο περνούν στην Β.Αφρική και καταλύουν την ρωμαϊκή παρουσία στην περιοχή, ενώ το 439 μ.Χ. καταλαμβάνουν την Καρχηδόνα. Εκεί φτιάχνουν στόλο και ξεκινούν τις πειρατικές επιδρομές στις μεσογειακές ακτές, φτάνοντας μέχρι την Πελοπόννησο. Η αντίδραση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ήταν άμεση αλλά αναποτελεσματική αφού ο στρατηγός Ασπαρ ο οποίος εξεστράτευσε εναντίον τους δεν κατάφερε να τους κατατροπώσει.

Την περίοδο αυτή, ένα άλλο γερμανικό φύλο, οι Βουργουνδοί εισβάλουν υπό την πίεση των Ούννων και εγκαθίστανται το 435 μ.Χ. στην Σαβοΐα (Άλπεις) απειλώντας την Βόρειο Ιταλία.

Η μόνη αγαστή συνεργασία μεταξύ των γερμανικών φυλών και του "αρχαίου κόσμου" ήταν η κοινή αντιμετώπιση των Ούννων, με τους Ρωμαίους υπό τον στρατηγό Αέτιο στα Καταλαυνικά πεδία το 451 μ.Χ. στην επιλεγόμενη και "μάχη των Εθνών", όπου συνέτριψαν και ανέκοψαν την πορεία του Αττίλα. 

Όμως, λίγα χρόνια αργότερα, το 455 μ.Χ. οι Βάνδαλοι με ισχυρό πειρατικό στόλο εισέβαλαν στην Ιταλική χερσόνησο και κατέλαβαν την Ρώμη την οποίαν λεηλάτησαν για δύο εβδομάδες, καταστρέφοντας κτίρια, αγάλματα και κομψοτεχνήματα με τέτοια αγριότητα, ώστε από τότε η λέξη βανδαλισμός θεωρείται συνώνυμο της καταστροφής μνημείων πολιτισμού. Μετά την λεηλασία της Ρώμης, οι Βάνδαλοι ασπάσθηκαν τον Αρειανισμό και επέστρεψαν στην Β.Αφρική όπου τα επόμενα χρόνια προσπαθούν να διατηρήσουν το βασίλειο τους σπαρασσόμενοι από εσωτερικές έριδες. Την ίδια περίοδο , οι Οστρογότθοι καταφέρνουν το 454 μ.Χ. να απαλλαχθούν από την επικυριαρχία των Ούννων και επεκτείνονται δυτικά καταλαμβάνοντας την Ιλλυρία και απειλούν την Ιταλική χερσόνησο.

Το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας ασφυκτιά κάτω από την πίεση των γερμανικών φυλών που συντεταγμένα ή ασύντακτα κατακλύζουν τα εδάφη του. Η Ρώμη έχει υποστεί δύο λεηλασίες (Βησιγότθοι, Βάνδαλοι) και έτσι η πρωτεύουσα μεταφέρεται για περισσότερη ασφάλεια στην Ραβένα ενώ η φύλαξη του αυτοκράτορα ανατίθεται σε φαινομενικά εκλατινισμένους Γερμανούς μισθοφόρους. Παρ’ όλα αυτά, το 476 μ.Χ το παραπαίον τμήμα της αυτοκρατορίας, καταλύεται τελικά από τον Οδόακρο, αρχηγό των βαρβάρων μισθοφόρων της Ρώμης. Ο τελευταίος αυτοκράτορας, Ρωμύλος, δεν αντιστάθηκε ούτε πέθανε μαζί με την αυτοκρατορία του αλλά δέχθηκε μία βίλα στην Καμπανία και ένα ετήσιο εισόδημα έως το τέλος της ζωής του. Η διάλυση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ολοκληρώνεται από τους Φράγκους, οι οποίοι με αρχηγό τον Χλωδοβίκο Α’ (Clovis) νικούν το 486 μ.Χ. τον τελευταίο Ρωμαίο διοικητή της Γαλατίας, Συάγριο, διαλύοντας τα απομεινάρια του Ρωμαϊκού στρατού. Ο Χλωδοβίκος, μετά την νίκη του, προσχωρεί μαζί με το σύνολο των Φράγκων στον Χριστιανισμό, σε αντίθεση με τις λοιπές γερμανικές φυλές που ακολουθούσαν τον Αρειανισμό, κερδίζοντας έτσι την συμπάθεια των Ρωμαϊκής και Κελτικής καταγωγής υπηκόων του.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 488 μ.Χ., οι Οστρογότθοι με αρχηγό τον Θεοδώριχο τον Μέγα, καταφέρνουν με προτροπή του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ζήνωνα να καταλάβουν την Ιταλική χερσόνησο και να ιδρύσουν το Οστρογοτθικό βασίλειο της Ιταλίας. Δυτικότερα, οι Βησιγότθοι εκδιώχνονται από την νότιο Γαλλία το 507 μ.Χ. από τους Φράγκους και η κυριαρχία τους περιορίζεται στην Ιβηρική χερσόνησο, έως το 711 μ.Χ. όπου το βασίλειο τους διαλύεται από τους προελαύνοντες Άραβες και τα απομεινάρια τους ενσωματώνονται στον πληθυσμό.

Το 508 μ.Χ. ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Αναστάσιος ο Α’ αναγνωρίζει το Φραγκικό βασίλειο με πρωτεύουσα το Παρίσι και ο Χλωδοβίκος ο Α΄ το οργανώνει με τα ρωμαϊκά πρότυπα διοίκησης, διατηρώντας παράλληλα το δίκαιο των γερμανικών φυλών (Σάλιος Νόμος). Το βασίλειο των Φράγκων είναι το πρώτο κράτος με σύγχρονη δομή που ιδρύουν γερμανικές φυλές και ο Χλωδοβίκος ο Α’ έχει στην ιστορία της Δυτικής Ευρώπης την ίδια θέση που έχει ο Μέγας Κωνσταντίνος στην Βυζαντινή ιστορία, θέτοντας τις προϋποθέσεις για την πρώτη απόπειρα συνένωσης των γερμανικών κρατιδίων, 300 χρόνια αργότερα από τον Καρλομάγνο.

Στο Ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, δεν μπορούν να αποδεχθούν την κατάλυση του δυτικού τμήματος από τις βάρβαρες γερμανικές φυλές και το 533 μ.Χ. ο στρατηγός Βελισάριος αποβιβάζεται στην Β.Αφρική και κατατροπώνει τον στρατό των Βανδάλων, συλλαμβάνοντας τον αρχηγό τους Γελίμερο. Η βόρειος Αφρική εντάσσεται στην Βυζαντινή αυτοκρατορία ενώ τα υπολείμματα των Βανδάλων ανακατεύτηκαν με άλλες φυλές της Β.Αφρικής (Βέρβεροι κλπ) και σταδιακά ενσωματώθηκαν σε αυτές. Στην συνέχεια, ο στρατηγός Βελισάριος επιχειρεί να απωθήσει τις γερμανικές φυλές από την Ιταλική χερσόνησο και το 535 μ.Χ καταλύει το Οστρογοτθικό βασίλειο της Ιταλίας και καταλαμβάνει την Ρώμη. Όμως η προσπάθεια αυτή δεν θα έχει διάρκεια καθώς λίγα χρόνια μετά, το 540 μ.Χ, τα συνασπισμένα γερμανικά φύλα των Λομβαρδών, Φράγκων και Βουργουνδών θα ανακτήσουν οριστικά. την Ρώμη και την ιταλική χερσόνησο, την οποίαν εποικίζουν μαζικά και αλλοιώνουν την εθνολογική της σύσταση, κυρίως στο βόρειο τμήμα της.

Η επέκταση των γερμανικών φυλών δεν προσανατολίστηκε μόνο προς νότο αλλά και προς τον βορά. Οι Σάξονες από τα πιο σκληροτράχηλα και δυσπρόσιτα γερμανικά φύλα , αφού εποίκησαν κατά τον 3ο αιώνα μ.Χ. την περιοχή νότια του Έλβα, ξεκίνησαν, μετά την αποχώρηση των Ρωμαίων το 410 μ.Χ., επιδρομές στα Βρετανικά νησιά,. Οι Κέλτες κάτοικοι τους, δεν μπόρεσαν να απωθήσουν τους νεοεισερχόμενους, οι οποίοι έως τα τέλη του 6ου μ.Χ. αιώνα εποίκησαν μαζί με τα επίσης γερμανικά φύλα των Άγγλων και Ιούτων το μεγαλύτερο μέρος της Μεγάλης Βρετανίας, περιορίζοντας τους Κέλτες στον βόρειο μέρος του νησιού (Σκωτία) και στην Ιρλανδία.

Στα τέλη του 6ου  μ.Χ. αιώνα, η κάθοδος των γερμανικών φυλών έχει ολοκληρωθεί και μαζί της και η καταστροφή του «αρχαίου κόσμου». Η δυτική ρωμαϊκή αυτοκρατορία έχει διαλυθεί και η ανατολική έχει μετατραπεί σε χριστιανικό βασίλειο ενσωματώνοντας κάποιες από τις παραδόσεις και τον πολιτισμό της αρχαίας Ελλάδος. Τα μνημεία του αρχαίου πολιτισμού έχουν καταστραφεί στο μεγαλύτερο μέρος τους από τους Βησιγότθους στον ελλαδικό χώρο και από τους Βανδάλους και Οστρογότθους στην Ιταλική χερσόνησο.

Ο πληθυσμός της Ευρώπης έχει αλλοιωθεί. Ο κέλτικος πολιτισμός δεν υπάρχει πια και ο λαός τους έχει εκγερμανισθεί. Τα υπολείμματα του ρωμαϊκού πληθυσμού στις κατεχόμενες περιοχές, αλλά και στην Βόρειο Ιταλία ενσωματώνονται στα γερμανικά φύλα, ενώ στον νότο της ιταλικής χερσονήσου παραμένουν σημαντικά απομεινάρια του ρωμαϊκού και ελληνικού πληθυσμού. Οι Γερμανικές φυλές έχουν εξαπλωθεί στο μεγαλύτερο μέρος της ηπείρου δημιουργώντας νέους λαούς αφήνοντας μικρές εθνολογικές κοιτίδες (Βάσκοι, Σκώτοι, νοτιοΙταλοί, Έλληνες) των αρχαίων πληθυσμών. Το πέρασμά τους άνοιξε τον δρόμο σε γειτονικούς τους λαούς (Σλάβους) οι οποίοι ολοκλήρωσαν την εθνολογική αλλοίωση της Ευρώπης στο ανατολικό της τμήμα, αφομοιώνοντας τους αρχαίους λαούς της περιοχής (Δάκες, Γέτες, Ιλλυριοί κλπ).

Οι Ελληνικοί πληθυσμοί πλήρωσαν ακριβά αλλά όχι καθοριστικά την κάθοδο των Γερμανών καθώς είχαν διαμορφώσει την κραταιά τότε Βυζαντινή αυτοκρατορία, η οποία κατάφερε με διάφορους τρόπους να απωθήσει τα γερμανικά φύλα βόρεια του Δούναβη και να διατηρήσει πολλά από τα στοιχεία του «αρχαίου κόσμου».

Η σημαντικότερη καταστροφή που επέφερε η κάθοδος των Γερμανών ήταν η πολιτιστική αλλαγή που κληροδότησε στην Δυτική Ευρώπη. Οι υψηλές αξίες του «αρχαίου κόσμου» (ισονομία, δικαιοσύνη, κλπ) καταστρατηγήθηκαν από τις βάρβαρες πρακτικές των κυνηγών-πολεμιστών (επιδρομή, λεηλασία κλπ) και το περίφημο ρωμαϊκό δίκαιο αντικαταστάθηκε από το δίκαιο του ισχυρού. Οι θεσμοί της κεντρικής διοίκησης του κράτους αντικαταστάθηκαν από το γερμανογενές εθιμικό δίκαιο του φέουδου, δηλαδή την υποτέλεια στον ισχυρότερο έναντι της προστασίας του και την καταβολή φόρου για αυτό. Η τέχνη εξαφανίσθηκε για αιώνες και οι διανοούμενοι έγιναν γελωτοποιοί των Γερμανών ηγεμονίσκων. Η ασφάλεια των πολιτών και η ειρήνη που οδήγησαν στην ευημερία και την δημιουργία έδωσε την θέση της στην ανασφάλεια της αυθαιρεσίας του ηγεμόνα ή της επιδρομής της διπλανής φυλής.

Η Ευρώπη οδηγήθηκε στα σκοτεινότερα χρόνια της ιστορίας της, που αργότερα ονομάσθηκαν μεσαίωνας. Ο αρχαίος κόσμος παρακολούθησε στην αρχή με απορία και στην συνέχεια με δέος την καταστροφή του. Όταν ξεκίνησε η κάθοδος των Γερμανών κανείς δεν πίστεψε ότι αυτοί οι βάρβαροι θα μπορούσαν να αλλάξουν τον ρου της ιστορίας και να καταλύσουν την ισχυρότερη και αρτιότερη αυτοκρατορία που είχε γνωρίσει μέχρι τότε ο κόσμος. Ίσως αδράνησαν και τους αντιμετώπισαν με υπεροψία, ίσως περίμεναν περισσότερα από τις δομές του «αιώνιου» κράτους τους, ίσως τέλος να μην έβλεπαν την παρακμή που είχε ήδη έρθει.

Ότι και να συνέβη, οι βάρβαροι στο τέλος εδιάβησαν και μια νέα και διαφορετική Ευρώπη άρχισε να γεννιέται.